Σύμπραξη αναρχικών Memento Mori: Με αφορμή τον Μαύρο Δεκέμβρη #BlackD15

Με αφορμή τον Μαύρο Δεκέμβρη.

Ο απολογισμός. Η κριτική και η αυτοκριτική. Η καταγραφή και η ανάλυση των περιστάσεων μέσα από μια κυνική ματιά σε κίνητρα, προθέσεις, ανταποκρίσεις και πεπραγμένα θεωρούμε πως αποτελούν στοιχεία υψίστης σημασίας τόσο για τη ριζοσπαστικοποίηση της αναρχικής θεώρησης και δράσης όσο και για το ολοκληρωτικό ξεπέρασμα αγκυλώσεων και παθογενειών που μας καταδικάζουν σε μια στείρα ανακύκλωση του εαυτού μας σε αυτοματοποιημένες αντιδράσεις, ορθώνοντας τείχη ανάμεσα στις επιθυμίες μας και στον δρόμο για την πραγμάτωσή τους. Η κριτική των γεγονότων πιστεύουμε πως οφείλει να αποδομεί δήθεν επαναστατικούς ρομαντισμούς, οι οποίοι αποτελούν συχνά αιτία ανάδυσης στρεβλώσεων και ηθικών ιερών προκαταλήψεων αλλά και να μένει προσκολλημένη στις επιδιώξεις των προσώπων που την ασκούν δίχως να τα παρασέρνει σε μια ασυλλόγιστη στήριξη ρευμάτων και τάσεων αφήνοντάς τα στο έλεος του ετεροκαθορισμού από την επαναστατική στειρότητα της εποχής. Όχι λοιπόν. Η αναρχική μηδενιστική κριτική έχει ως κεντρικό στόχο την πραγμάτωση και τη μετεξέλιξη των προσώπων, όχι την εργαλειοποίησή τους στο όνομα της προόδου διαφόρων ιδεολογημάτων και της διαλεκτικής τους διαδικασίας. Με λίγα λόγια, κάθε ατομικότητα που επιθυμεί να στέκεται αξιοπρεπώς απέναντι στις επιταγές της συνείδησής της και να μην χάσει πάσα επαφή με τη βούλησή της μέσα στη ροή του κοινωνικού εσμού οφείλει να διατηρεί κριτική και καχύποπτη στάση μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, στα γεγονότα, στις στρατηγικές κινήσεις και στα υπολανθάνοντα νοήματα. Οι καιροί, σύντροφοι, είναι αν μη τι άλλο ύπουλοι, ενώ τα όπλα που διαθέτουμε εναντίον τους είναι περιορισμένα και σε μεγάλο βαθμό δανεικά. Ας θέσουμε κι ας κερδίσουμε το στοίχημα να μάθουμε έστω να τα χρησιμοποιούμε για τους σκοπούς μας και όχι να μετατρεπόμαστε σε εξαρτήματα μιας απρόσωπης μη-επικοινωνίας, απομνημονεύοντας και επαναλαμβάνοντας μηχανικά το κάθε κατασκευασμένο ερέθισμα, επιβεβαιώνοντας και εξαπλώνοντας την διαρκή έλλειψη που διαποτίζει την φρυγμένη επιφάνεια του κοινωνικού όλου.

I. Το κάλεσμα.

Στις 10 Νοέμβρη 2015 αναγγέλλεται μέσα από τις ελληνικές φυλακές ένα κάλεσμα για έναν μήνα συντονισμένης δράσης. Ένα κάλεσμα για έναν μήνα πολύμορφης έκφρασης της αναρχικής επίθεσης. Ένα κάλεσμα σε έναν Μαύρο Δεκέμβρη με εμπνευστές τους συντρόφους Νίκο Ρωμανό και Παναγιώτη Αργυρού. Παρόμοια εγχειρήματα έχουν λάβει χώρα ουκ ολίγες φορές στην ιστορία των αναρχικών κινημάτων και όχι μόνο, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τα καλέσματα σε έναν Μαύρο Φλεβάρη και έναν Μαύρο Ιούνη, όπως και ποικίλα καλέσματα σε εβδομάδες συντονισμένης δράσης για πεσόντες συντρόφους η καμπάνιες αλληλεγγύης σε αναρχικούς κρατουμένους η διωκομένους. Τα εγχειρήματα αυτά όντας τρόπος οργάνωσης, δεν αποτελούν ιδιοκτησία κάποιας συγκεκριμένης τάσης η αποκλειστικό εργαλείο ενός ρεύματος. Αντιθέτως, η φύση τους, το περιεχόμενο τους και ο χαρακτήρας τους αναμορφώνονται βάσει του χρήστη. Τέτοιου τύπου καλέσματα, παραμερίζοντας το θεωρητικό τους υπόβαθρο, επικεντρώνοντας στην μορφολογία μα και στον τρόπο οργάνωσης και δράσης, είναι άκρως αντιπροσωπευτικά της αφορμαλιστικής προοπτικής, αποδεικνύοντας περίτρανα την ικανότητα της να εφαρμόζεται στην πράξη, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς ορισμένων περί εγκλωβισμού της σε φαύλους μηρυκασμούς. Αυτά όμως τα αφήνουμε για αργότερα. Στρεφόμενοι τώρα στο θεωρητικό περιεχόμενο του Μ.Δ, δίχως την παραμικρή προσκόλληση στα πρόσωπα που εξήγγειλαν το κάλεσμα γίνεται εύκολα αντιληπτή η στοχοθεσία του παραπάνω εγχειρήματος αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για την όποια παρερμηνεία. Ήταν εμφανέστατο πως επρόκειτο για ένα πολύμορφο κάλεσμα το οποίο τοποθετούσε ως συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις ομάδες και στις ατομικότητες, που απευθυνόταν, την επιθυμία για αντιεξουσιαστική δράση. Εν ολίγοις, ήταν εξαρχής κατανοητό πως οι σύντροφοι δεν απευθύνονταν αποκλειστικά σε μια συγκεκριμένη τάση, μα απλούστατα έθεταν κάποιους όρους, οι οποίοι ήταν δυνατό να γίνουν οικειοποιήσιμοι από έναν πολύ διευρυμένο κύκλο αντικαθεστωτικών προσεγγίσεων με κοινό παρονομαστή την διάθεση για επίθεση στην κυριαρχία, αφήνοντας τα περιθώρια στους μετέχοντες να προσθέσουν τα δικά τους στοιχεία σε αυτόν τον πειραματισμό. Κι έτσι ακριβώς έγινε. Είδαμε το κάλεσμα να πλαισιώνεται σε όλους τους τομείς από πληθώρα τάσεων και να εκφράζεται πολύμορφα τόσο ως προς τα κίνητρα, όσο κι ως προς τον τρόπο δράσης. Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν, όπου η ιστορία έχει να μας δείξει αναρίθμητα καλέσματα τα οποία έθεταν στο προσκήνιο ζητήματα όπως οι φυλακές, το περιβάλλον, η καταστολή, η οικονομία, αυτό με τη σειρά του μπορεί να προστεθεί εκεί, έχοντας στο επίκεντρο την πολύμορφη δράση ως μια απάντηση που επείγει να κατατεθεί απέναντι στις στρατηγικές κινήσεις της κυριαρχίας. Απότοκο αυτού ήταν η στήριξη του καλέσματος από ενώσεις επαναστατικά προσανατολισμένων εργατών μέχρι μηδενιστικές συμπράξεις άμεσης δράσης. Κινούμενοι στο ίδιο μοτίβο οι έγκλειστοι σύντροφοι, εκμεταλλευόμενοι τις περιορισμένες δυνατότητες που τους παρέχει η παρούσα δυσμενής τους θέση, εξέφρασαν τη δική τους οπτική πάνω στο ζήτημα της αναρχικής επίθεσης και της εξέγερσης, δίχως όμως καλώς ή κακώς να εγκλωβίσουν το κάλεσμα σε αυτόν τον κύκλο, υποστηρίζοντας πιθανώς την αναγκαιότητα συγκρότησης ενός πολύμορφου επιθετικού επαναστατικού μετώπου. Προφανώς καμία πρόταση και κανένα πρόσωπο δεν στέκει υπεράνω κριτικής αλλά η κατανόηση των κινήτρων, η επεξεργασία των στοχεύσεων και η αποδέσμευση από διαβρωτικά απωθημένα αποτελούν απαραίτητες συνθήκες για την ορθή άσκησή της, αποστασιοποιημένης από συγκινησιακές πανούκλες. Με αυτόν τον τρόπο εμείς, δίχως να παραβλέπουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διέπουν τη σύμπραξή μας, εξετάσαμε διεξοδικά τα σημεία του καλέσματος καταλήγοντας πως υπήρχε ο απαιτούμενος βαθμός συγγένειας ώστε να γίνει οικειοποιήσιμο από τα πρόσωπά μας χωρίς να μας μπλέκει σε αλλότριες υποθέσεις. Ως μηδενιστές, αποσκοπούμε στη συθέμελη καταστροφή του υπάρχοντος. Απολαμβάνουμε κάθε στιγμή να παρατηρούμε την κοινωνία να πλήγεται και να δέχεται χτυπήματα ακόμα κι αν αυτά δε μας εμπεριέχουν πλήρως. Κάθε στοιχείο που μας εκφράζει σε έναν ελάχιστο βαθμό είναι δυνατόν αφού αναγνωριστεί να αποσπαστεί από την αρχική του ολότητα, να οικειοποιηθεί από μας και να αποτελέσει συνθετικό στοιχείο δόμησης μιας κατάστασης όπου θα ενσαρκώνει την επιθυμία μας για μια καταστροφή δίχως όρια και προοπτική. Προφανώς ως αναρχικοί μηδενιστές, εγωιστές δεν ταυτιστήκαμε με το συγκεκριμένο κάλεσμα και σε καμία περίπτωση δεν αγκαλιάζουμε έννοιες όπως “πολυτασικότητα” ούτε ασπαζόμαστε προπαγανδισμούς για μια αυθαίρετη πολυμορφία. Η μόνη πολυμορφία που δεχόμαστε είναι αυτή που συνεισφέρει στη διάχυση του μηδενός και στην εξάπλωση της φωτιάς της άρνησης, αναζητώντας σε κάθε περίσταση μια ευκαιρία να εμπλουτίσουμε την εργαλειοθήκη μας, η οποία και είναι προσανατολισμένη σε αυτόν τον σκοπό. Ο Μαύρος Δεκέμβρης λοιπόν, όντας ανοιχτός προς τις κατευθύνσεις που ενδέχοταν να εκδηλωθούν επιθέσεις, ήταν ένα κάλεσμα που μπορούσαμε να το δούμε εργαλειακά χρήσιμο από τη στιγμή που μας παρείχε τη δυνατότητα να το χρωματίσουμε με τις δικές μας επιδιώξεις. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο προχωρήσαμε στη στήριξή του και τώρα κατά συνέπεια σε έναν απολογισμό ως προς τις στοχεύσεις μας και ως προς τις γενικότερες κατακτήσεις και παρακαταθήκες του.

II. Κάποιες οφειλόμενες απαντήσεις.

Πριν όμως προχωρήσουμε στον οποιοδήποτε απολογισμό και την αποσαφήνιση της οπτικής μας, θεωρούμε πως προέχει μια ανασκόπηση στα σημεία του καλέσματος πάνω στα οποία συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής που ασκήθηκε. Ο Μ.Δ. ήταν ένα κάλεσμα το οποίο ειδικά στον εν Ελλάδι χώρο λασπολογήθηκε, αμφισβητήθηκε και λοιδορήθηκε όσο λίγα. Η κριτική που ασκήθηκε ήταν ως επί το πλείστον απότοκο εμπάθειας και προσωπικών απωθημένων, ενώ στον αντίποδα οι ελάχιστες “σοβαρές” θέσεις που επιχειρήθηκε να αποτυπωθούν ήταν αντιπροσωπευτικές της προσπάθειας σύνδεσης του βασικού πυρήνα του χώρου με τις ξεχασμένες σοσιαλιστικές πατρίδες. Έκδηλη είναι ωστόσο και η απαξίωση αφορμαλιστικών δομών όταν δεν έχουν τουλάχιστον μια συνάφεια με ορισμένες οικουμενιστικές στοχεύσεις και δεν συνεισφέρουν στα θεμέλια οικοδόμησης ενός πολιτικού κινήματος. Επομένως, σε αυτές τις σταθερές εντοπίζουμε τους κύριους άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκαν οι γενικότερες θέσεις των προσεγγίσεων όσον αφορά τον Μ.Δ. που εκφράστηκαν επιχειρώντας τώρα να αναδείξουμε την μυωπική και αιθεροβάμονα ανάλυσή τους, η οποία όμως σε κάποια ελάχιστα σημεία πατούσε σε ρεαλιστικές βάσεις.

α) “Ένα κάλεσμα δίχως θεωρητικές βάσεις, πλήρως κενού περιεχομένου.”

Ένα μοτίβο πάνω στο οποίο κινήθηκε μεγάλο ποσοστό των επικριτών του Μ.Δ. χαρακτηρίζοντας το κάλεσμα αυτοσκοπό, στερημένο νοήματος, πρόθεσης και στόχευσης. Οι διάφοροι επιτήδειοι ακαδημαϊκοί της επανάστασης όπως αναμενόταν δε δίστασαν να εκμεταλλευτούν το – σε έναν βαθμό – αυθαίρετο περιεχόμενο του καλέσματος για να βγάλουν την προσωπική χολή τους απέναντι στους συντρόφους και κυρίως απέναντι στη μηδενιστική τάση, στοιχεία της οποίας πρεσβεύει η Σ.Π.Φ. Δεν έχουμε καμία πρόθεση φυσικά να αφιερώσουμε χρόνο στην ενασχόληση με διαδικτυακά ανώνυμα debate και δικαστήρια του πληκτρολογίου, δραστηριότητες στις οποίες εξειδικεύονται οι θιασώτες των “καφενείων του χώρου” όμως αναγνωρίζουμε την επικινδυνότητα που υποβόσκει αν ορισμένοι εντελώς αβάσιμοι ισχυρισμοί όπως ο προηγούμενος μείνουν αναπάντητοι. Ο Μ.Δ. όπως και παραδεχτήκαμε περιελάμβανε όντως ένα καθόλου συγκεκριμένο περιεχόμενο έχοντας τοποθετήσει την αντιεξουσιαστική επίθεση στην εμπροσθοφυλακή του καλέσματος. Αυτή όμως η απόφαση αποτελούσε το νόημα του συγκεκριμένου πολύμορφου πειραματισμού του οποίου το στόχο οι δήθεν διανοούμενοι “παπαγάλοι” δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν και να οικειοποιηθούν. Η εστίαση στην πολύμορφη δράση φανέρωνε την πρόθεση του καλέσματος να φιλοξενήσει οπτικές από διαφορετικές λογικές πορείες και υποκειμενικές αξιολογήσεις, αφήνοντας την ουσία της πρότασης να την καθορίσει η διάθεση της κάθε ατομικότητας ή ομάδας. Ένα πολύ αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της προαναφερθείσας θέσης ήταν το κείμενο στήριξης από εργάτες που δημοσιεύτηκε στην Αργεντινή το οποίο ενώ συμφωνούσε με το βασικό πυρήνα του καλέσματος, δηλαδή την αναγκαιότητα για εντατικοποίηση της δράσης, πρόσθεσε τις δικές του θεωρήσεις και στοχεύσεις οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζονταν με αυτές των δύο εμπνευστών συντρόφων.

Αν λοιπόν αυτοί που διατείνονταν πως το κάλεσμα ήταν κενού περιεχομένου και πως για χάρη του παραμερίζονταν πολύ σοβαρότερες εξελίξεις μπορούσαν απλώς αντί γι’ αυτό να το βουλώσουν και να πράξουν θέτοντας τα δικά τους ζητήματα στο προσκήνιο, όπως για παράδειγμα το προσφυγικό ή αυτό των πέντε φοιτητών, ενώ ταυτόχρονα μέσω του λόγου που θα παρήγαγαν να επιχειρήσουν τη σύνδεση των δράσεών τους με τα κομμάτια της κοινωνίας που θεωρούν πως επιβάλλεται να προσεγγίσουν, τότε ίσως  θα αντιλαμβανόντουσαν πιο ανάγλυφα την φύση του καλέσματος. Είναι φανερό επομένως, πως τα θεμέλια των παραπάνω ισχυρισμών ενεδρεύουν, όχι σε κάποιου είδους πολιτικής ρήξης που θα αποτελούσε πρακτικό κώλυμα, μα σε προσωπικά απωθημένα και στην γνωστή ιδεολογικοποιημένη δειλία και την ανάπαυση σε φιλοσοφικές, καφενειακές αντιπαραθέσεις του χώρου. Ο Μ.Δ σε καμία περίπτωση δεν δύναται να ενεργούσε εις βάρος άλλων γεγονότων, παρά μόνο προωθητικά γι’ αυτά, έχοντας αποσαφηνίσει τις προθέσεις του για πολύμορφη δράση και αν εν τέλει εντός των ελληνικών συνόρων κατέληξε να πλαισιωθεί αποκλειστικά από μερίδες του εξεγερσιακού – μηδενιστικού ρεύματος, αυτό έχει να κάνει με την γενικότερη ανυπαρξία και στροφή στην νομιμότητα και τον εναλλακτικισμό του κλασικού χώρου, με τις δράσεις τους να περιορίζονται όλο και περισσότερο σε γραφικούς ανέμπνευστους αυτοματισμούς. Εν ολίγοις, ο Μ.Δ ήταν ένα πλήρως οριζόντιο κάλεσμα για δράση, το οποίο παρείχε την δυνατότητα στους συμμετέχοντες να κατασκευάσουν οι ίδιοι το νόημά του.

β) Ο θεαματισμός της βίας και της εξέγερσης

Ερχόμαστε στο δεύτερο σημείο της σφοδρής κριτικής που εκτοξεύθηκε εναντίον του καλέσματος. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που κατηγόρησαν το κείμενο πως παρουσίαζε την βία σαν έναν θεαματικό αυτοσκοπό με στόχο τον προσηλυτισμό νεαρών ατόμων, απομακρύνοντας αυτήν από τον εργαλειακό της ρόλο που δεν είναι άλλος παρά (φυσικά) ο σκοπός της κοινωνικής επανάστασης. Δεν δίστασαν να ισχυριστούν πως οι σύντροφοι αποσκοπούσαν επιτηδευμένα σε μια συγκινησιακή διέγερση των προσώπων μέσα από την χρήση, λυρικού – ποιητικού ύφους και την σύνδεση του καλέσματος με τον θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου στις 6/12/2008, ώστε να τα καταστήσουν ζηλωτές της νέας αναρχίας, την οποία ορισμένοι χαρακτήρισαν ιερατείο. Οι ίδιοι που οργανώνονται σε ομοσπονδίες, που ιεροποιούν την κοινωνία, που στηρίζουν μια ουσιοκρατική προσήλωση στο ανθρώπινο υποκείμενο και προπαγανδίζουν ανελλιπώς την ανάγκη για την χάραξη μιας επαναστατικής πορείας με σταθερά και πάγια προτάγματα, δεν ντράπηκαν να κατηγορήσουν άλλα πρόσωπα ως ιερατείο με φιλοδοξίες ανέγερσης τους σε κοινωνικούς βοσκούς. Εμείς δεν οριστήκαμε δικηγόροι των συντρόφων προκειμένου να τους αντιπροσωπεύσουμε καθαγιάζοντας τις προθέσεις τους, ούτε επιθυμούμε να λάβουμε μέρος σε συζητήσεις που ξεπερνάνε κατά πολύ τα όρια της πολιτικής κριτικής, γι’ αυτό και θα εστιάσουμε στο νόημα αυτών των ισχυρισμών και όχι στην πηγή από την οποία πιθανόν να τροφοδοτούνται. Ο οίκος μέσα στον οποίο στεγάζονται οι ισχυρισμοί περί θεαματισμού της βίας, δεν είναι άλλος από την χονδροειδή ταύτιση αιτίας και αποτελέσματος και κατ’ επέκταση αυτού δημιουργείται μια μυωπική και στρεβλή ανάλυση της θεαματικής κοινωνίας. Η παραπάνω ταύτιση, παίρνει ένα αποτέλεσμα, στην συγκεκριμένη περίπτωση τον θεαματισμό της βίας και το μετατρέπει σε αρχικό αίτιο – σκοπό των συντρόφων από τους οποίους προήλθε η πρωτοβουλία για το κάλεσμα σε έναν Μ.Δ, πράγμα που σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζει τους αληθινούς συντελεστές σύνθεσης μια κατάστασης.

Το θέαμα αποτελεί τη διάλεκτο του όχλου, οπότε κάθε προσπάθεια επικοινωνίας μαζί του μεταφράζεται θεαματικά. Η ποιητική γλώσσα συγκεκριμένα, όντας μια γλώσσα η οποία συνδέεται πιο άμεσα με την αισθαντική εμπειρία, επικοινωνώντας το μήνυμα που διαχέεται σε πιο ολοκληρωμένη μορφή λόγω της βιολογικής εξάρτησης του από την εικόνα, που είναι η βασικότερη κινητήριος δύναμη των όχλων ιστορικά αλλά ιδιαιτέρως την σύγχρονη εποχή, είναι αναπόφευκτο το να δημιουργήσει εκστασιασμένα πλήθη, αποχαυνωμένα από το προϊόν που του σερβίρεται. Το πως όμως συλλογίζονται και δραστηριοποιούνται τα πλήθη δεν γίνεται να είναι ένας μόνιμος δερβέναγας πάνω από τα κεφάλια μας που συνεχώς μας καθορίζει, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή που η εμπορευματοποίηση και η κατανάλωση της δράσης είναι μη αποφευκτή. Αν οι σύντροφοι διέπονται από την επιθυμία να μεταδώσουν τις εμπειρίες τους όσο το δυνατόν γλαφυρότερα, αναζητώντας δέκτες όπου το μήνυμα λόγω κοινών βιωμάτων και συγγενικών αντιλήψεων θα τους διαπεράσει ολότελα, κατασκευάζοντας μια ατμόσφαιρα παιχνιδιού, ζωντανής επικοινωνίας η οποία θα γκρεμίζει τείχη και θα μηδενίζει γεωγραφικές αποστάσεις, τότε οι μηχανικές αντιδράσεις των πάσης φύσεως μαζανθρώπων είναι κάτι που οφείλει να τους αφήνει επιεικώς αδιάφορους. Το αν το κάλεσμα παρότρυνε σε έναν θεαματισμό της βίας ας το απαντήσουν οι δεκάδες ομάδες που συνωμότησαν, ρίσκαραν, επιτέθηκαν και διατάραξαν με ποικίλους τρόπους την ομαλότητα των ημερών του Δεκέμβρη. Όσοι μιλάνε για θεαματισμό της βίας ας προσέξουν μήπως κατά την διάρκεια των περιδιαβάσεων τους ανάμεσα στα σημαινόμενα της εποχής απώλεσαν πάσα δυνατότητα συνδιάλεξης με την ζωή, υποκύπτοντας στο πιεστικό φλερτάρισμα του θανάτου κάτω από το πέπλο φτιασιδωμένων εννοιών. Γιατί κάποιος ο οποίος επικεντρώνει τόσο επίμονα σε μία ταύτιση αιτίας και αποτελέσματος, η οποία πρέπει όχι μόνο να επαληθευτεί αλλά και αυτή η επαλήθευση να προέρχεται από δανεικά μέσα, κινδυνεύει να χάσει από τον ορίζοντα του το νόημα και των δύο. Ο Μ.Δ σε καμία περίπτωση λοιπόν, δεν ήταν αποκλειστικά θεαματικός (αποσπασματικά ήταν, καθώς το θέαμα είναι η κυριαρχία της αποσπασματικότητας, ταυτόχρονα με τον κατακερματισμό του πλέον διαιρεμένου νοήματος που πλέον δεν εντοπίζεται πουθενά) και επιχειρήματα τύπου: »από την στιγμή που μια ενέργεια δεν συμβάλλει και δεν έχει ως στόχο την κοινωνική επανάσταση είναι είτε ρεφορμιστική είτε θεαματική» δεν χρίζουν καν απάντησης. Αν ορισμένοι πέρα από την κοινωνική επανάσταση δεν διακρίνουν παρά το θέαμα και την άβυσσο της παράνοιας, ας στρέψουν την προσοχή τους στο περιβάλλον που συνοδεύει αυτήν την ατμόσφαιρα και έπειτα ας απαντήσουν αν η τρέλα και η σωφροσύνη είναι δίκαια μοιρασμένη σε αυτήν την έρημο της φαντασίας. Εμείς, περισσότερο περίτρανη απόδειξη για την παντοδυναμία του θεάματος από την υποβάθμιση εννοιών, όπως αυτοπραγμάτωση, βούληση για δύναμη ή διαρκή εξέγερση, σε απλές αναπαραστάσεις, από στόματα δήθεν πολέμιων του υπάρχοντος, δεν εντοπίζουμε.

γ) Το πατρονάρισμα από τους μέσα.

Σε αυτόν τον αβάσιμο ισχυρισμό, που ξεκάθαρα οι ρίζες του εντοπίζονται στην ασυγκράτητη μανία ορισμένων να εχθρεύονται κάθε νέα προοπτική και εγχείρημα που αναδύεται απειλώντας την κανονικότητα της μικροπολιτικής τους φούσκας, δεν έχουμε να δώσουμε και ούτε πιστεύουμε πως αξίζει να δώσουμε κάποια μακρόσυρτη απάντηση, πέρα από την αποτύπωση συγκεκριμένων βασικών θέσεων οι οποίες έως τώρα θα έπρεπε η αποδοχή τους να είναι δεδομένη. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε που ακριβώς ενδιαιτάται η πεποίθηση ότι ένα κάλεσμα το οποίο προέρχεται από φυλακισμένους συντρόφους πρέπει ντε και καλά να αποβλέπει στην καθοδήγηση, στο πατρονάρισμα, στο καπέλωμα και να αναβλύζει από πηγές αρχομανίας. Το απλό και επιθυμητό γεγονός της λήψης μια πρωτοβουλίας από συντρόφους, όποια κι αν είναι η κατάσταση που υφίστανται, αντιμετωπίζεται ως επί το πλείστον καχύποπτα, εχθρικά, δεισιδαιμονικά και σε μεγάλη κλίμακα εκλαμβάνεται σαν μια προσπάθεια ανέλιξης αυτών σε στρατηγούς και των υπολοίπων σε εντολοδόχους. Με λίγα λόγια, για μια ακόμη φορά στεκόμαστε αντίκρυ σε μία τυφλή ταύτιση αιτίας και αποτελέσματος, όμως δεν θα περιοριστούμε αυτήν την φορά σε μια απλή διαπίστωση. Οι σύντροφοι φαντάζουν εξουσιομανείς μπροστά στους δύσκαμπτους επικριτές τους, οι οποίοι εκτοξεύουν την λάσπη τους γονατισμένοι μπρος στα σοσιαλιστικά τοτέμ τους, προπαγανδίζοντας ταυτοχρόνως μηχανικά την έλευση της εξωραϊσμένης δυστοπίας τους, πλαισιωμένη βεβαίως από ορδές ακρωτηριασμένων, συναινετικών ανθρωπάριων που έχουν καταστεί ανίκανοι για την όποια πρωτοβουλία η δημιουργία. Αυτή είναι λοιπόν η πολιτικά ορθή θέση της επίσημης αναρχίας; Κάθε ατομικό πάθος και κάθε εγωιστικό κίνητρο να καταμερίζεται ως εχθρός αυτής της τυραννικής και κίβδηλης οριζοντιότητας που πολεμά να κυριαρχήσει; Στο διάβολο αυτή η φασιστική οριζοντιοποίηση σας. Η εξέλιξη του καλέσματος όπως τελικά αποδείχτηκε ήταν το πιο ταιριαστό ανάθεμα εναντίον της. Η αναρχία δεν έχει ανάγκη της αδύναμες και νοσηρές ξύλινες κοινοτυπίες σας. Προωθεί την αρμονία μέσα από το εγωιστικό βολονταριστικό χάος που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη και εξορκίζει κάθε σεπτό φαντασιακό οικοδόμημα όσο ισχυρό και αναγκαίο κι αν παρουσιάζεται. Για να τελειώνουμε λοιπόν μια και καλή με τους ισχυρισμούς των αντιπρόσωπων του αυτονομημένου κοπαδιού. Δεν μας απασχολεί αν στα μάτια σας οι ατομικές πρωτοβουλίες και οι άτυποι συντονισμοί όπως ο Μ.Δ φαντάζουν ιεραρχικά η οριζόντια σχήματα, φτάνει που είναι ζωντανά σε αντίθεση με τα κινηματικά μορφώματα σας.

III) Απολογισμός, κριτική και παρακαταθήκες.

Έχοντας προχωρήσει σε μία στοιχειώδη απάντηση απέναντι σε θέσεις αντιτιθέμενες στον Μ.Δ, ήρθε η ώρα να παρουσιάσουμε τον δικό μας απολογισμό. Ο απολογισμός αυτός ως συνέπεια της αποσπασματικής και μετεστραμένης συμβολής μας στο κάλεσμα, θα ασκηθεί σε δύο πεδία συγχρόνως. Θα κρίνουμε το κάλεσμα απέναντι στις δικές τους αφετηριακές επιδιώξεις, όπως δηλαδή εκφράστηκε από τους συντρόφους Ν.Ρ. και Π.Α. ενώ ταυτόχρονα θα το αντιπαραβάλουμε στις δικές μας στοχεύσεις αποτυπώνοντας τις κεκτημένες εμπειρίες αναλόγως τον βαθμό ικανοποίησης των επιθυμιών μας. Η πολυδιάστατη αυτή κριτική αποτελεί για μας απαραίτητη συνθήκη για την αποφυγή περιθωριοποίησης των προσώπων μας σε απλά σημαινόμενα μιας εξωγενούς-εξουσιαστικής διαλεκτικής διαδικασίας. Κάθε αφορμαλιστική διαδικασία, αν θέλει να θεμελιώνεται πάνω σε πραγματικά πρόσωπα και όχι σε φαντάσματα και ψευδοσύνολα, οφείλει να μην αποσπάται ποτέ από το άτομο και να καταργεί τις κοινωνικές, δυαδικές αντιθέσεις όπως αυτήν της ιεραρχίας και την οριζοντιότητας. Πρακτικά αυτό μεταφράζεται με έναν πολύ λιτό τρόπο. Ο Μ.Δ. κρίνεται συνειδητά ως εργαλείο και όχι ως ένα υποκείμενο. Κρίνεται ως προς τα πρόσωπα τα οποία τον συνέλαβαν για πολιτικούς λόγους και στην συνέχεια ως προς το κάθε πρόσωπο που τον ασπάστηκε  στις μετεστραμένες εκδοχές του. Τα πρόσωπα όμως πάντα παραμένουν οι κριτές και οι απολογητές και όχι οι εκπρόσωποι διενέξεων ανάμεσα σε κατασκευές δίχως σάρκα και βούληση. Μια τέτοια κατασκευή είναι ο Μ.Δ. Μια τέτοια κατασκευή είναι και η σύμπραξη αναρχικών Memento Mori δίχως όμως αυτό να συνεπάγεται με την αντιστροφή των εργαλειακών συσχετισμών.

Εκφράσαμε εξαρχής την πρόθεσή μας να στηρίξουμε το κάλεσμα, διότι κυοφορούσε το ενδεχόμενο δημιουργίας συνθηκών για την έκφραση καταστρεπτικών διαθέσεων, οδηγώντας έτσι στην αυτοπραγμάτωση και την μετεξέλιξη, μέσα από το βίωμα της σύγκρουσης σε πρώτο πρόσωπο και χρόνο ενεστώτα. Διότι ουδεμίας επιθυμίας η αυθεντικότητα δεν δύναται να υπολογιστεί, να επαληθευτεί και να εξελιχθεί αν δεν συνδυαστεί με την πραγμάτωσή της στον υλικό κόσμο και όχι στην φούσκα της φαντασίας, η οποία γεννά εικόνες και όχι αιχμηρές σχέσεις και εύφλεκτους πειραματισμούς. Η κοινωνία πλαισιωμένη από τις σκιές που την συνθέτουν, έχει κατευθύνει σε τέτοιο βαθμό τις ορέξεις μας, τις επιθυμίες μας, τα πιστεύω μας και την βούληση μας, που μόνο η δοκιμασία τους στην πράξη συνοδευόμενη με μία καθάρια, κυνική ματιά, εμπεριέχει την πιθανότητα ανεύρεσης της λυδίας λίθου όπου θα μας επιτρέψει να γνωρίσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας σαν αναπόσπαστο κομμάτι του, γκρεμίζοντας τα τείχη των κάθε λογής διαχωρισμών. Ο Μ.Δ, όπως και κάθε εγχείρημα το οποίο παροτρύνει τα πρόσωπα να αρνηθούν να παραμείνουν θεατές στην ίδια τους την ζωή, δεν μπορεί παρά να δρα προωθητικά προς την υπόθεση της εξέγερσης του εγώ, ενάντια στις αλυσίδες της αλλοτρίωσης και του ετεροκαθορισμού. Ζωή σημαίνει λερώνω τα χέρια μου όπως έχει επανειλημμένα ειπωθεί και ο καθένας που απεκδύεται να αυτοπραγματωθεί με όποιον τρόπο διαθέσιμο ενάντια στον ορθολογικά μακιγιαρισμένο μονόδρομο που του έχει παρουσιαστεί σαν καθολική αλήθεια πίσω από την βιτρίνα του ρεαλισμού, είναι καταδικασμένος σε μια ζωή, χειρότερη από τον ίδιο τον θάνατο, πνιγμένος μέσα στις συλλογικές πλάνες και τις προσωπικές του αντιφάσεις. Ο Μ.Δ έδειξε ότι υπάρχει το δυναμικό ώστε να μπορούμε όχι μόνο να οραματιζόμαστε αλλά να προσδοκούμε σε ένα ταραχώδες μέλλον, με την αναρχία και την φωτιά της άρνησης να μην αποτελούν απλώς λέξεις σε συζητήσεις καφενείων και διαδικτυακών σελίδων. Η αφορμαλιστική, αναρχική οργάνωση, ο συντονισμός της δράσης, η επίθεση στις εκφάνσεις του κοινωνικού μορφώματος και η συνολική ρήξη με το υπάρχον μέσα από την μηδενιστική άρνηση, αρχίζουν σιγά σιγά να χαράζουν την δική τους ιστορία στην σφαίρα των γεγονότων και να δίνουν πνοή σε νέες προοπτικές και επιθυμίες. Ακόμα κιαν η ένταση των επιθέσεων σε σχέση με την ποσότητα, ήταν περιορισμένη, αυτό που διαφαίνεται είναι πως τα μικρόβια πλανόνται ήδη στον αέρα και με κάθε βίωμα επίθεσης και έμπρακτης άρνησης, όπου θα σπάει την ομαλή ροή των κοινωνικών καταμερισμών καθηκόντων, σχέσεις θα σφηριλατούνται, επιθέσεις θα εντίνονται, αδυναμίες θα αποκαλύπτονται και δυνατότητες θα γεννιούνται. Είναι λοιπόν υψίστης σημασίας, να εντοπίσουμε και να εκμεταλευθούμε τις παρακαταθήκες του πειραματισμού αυτού ώστε να αποφύγουμε να περιοριστούμε σε μία κυκλική αυτοπραγμάτωση όπου τα στοιχεία της κίνησης και της εξέλιξης θα εκλείπουν. Η θέληση μας για δύναμη και για ζωή είναι αλληλένδετη με την περιφρώνηση για κάθε τι νεκρό και παρηκμασμένο, οθώντας μας σε μια κατ’ εξακολούθηση υπέρβαση του παρόντος. Ως εκ τούτου διατηρούμε στην μνύμη μας τις νίκες μας, όπως τον επιτυχή συντονισμό επιθέσεων, την σφυρηλάτηση σχέσεων, την διεθνοποίηση της επικοινωνίας και της δράσης, την διατάραξη των καθημερινών μας συνηθειών, το άνοιγμα συζητήσεων όσον αφορά το ζήτημα της οργάνωσης, τα βιώματα από στιγμές σύγκρουσης και πολέμου, την αυτοπραγμάτωση, μα και τα λάθη, τις αστοχίες, τις απογοητεύσεις και τις αποτυχίες μας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο η ζωή κυλάει. Αποδεχόμενη το παρελθόν, αναδιαμορφώνοντας τους όρους του παρόντος και δημιουργώντας το μέλλον.

Στα πλαίσια του προαναφερθέντος ξεπεράσματος, επιλέγουμε να σταθούμε σε δύο παθογένειες που συνεχώς αναδύονται, καθώς στέκονται πάντα εμπόδιο στην εντατικοποίηση των επιθέσεων, στομώνοντας την άρνηση και εμποδίζοντας την ποιοτική ανάπτυξη της αναρχικής συνείδησης. Όπως διατυπώθηκε και στην αρχή του κειμένου, ο ετεροκαθορισμός από την επαναστατική στειρότητα της εποχής, αποτελεί παθογένεια με μόνιμη και έντονη παρουσία στους κύκλους μας, στην οποία ελλοχεύουν συνέπειες με αρκετά έκδηλο χαρακτήρα ακόμα και στις καθημερινές δραστηριότητες. Και τι εννοούμε με αυτό; Ότι γύρω από τις στάχτες που αφήνει πίσω της η καταστολή, εμείς προσπαθούμε να διασώσουμε ό,τι μπορούμε και με όποιον τρόπο γίνεται, υποβασταζόμενοι από το θεώρημα του μικρότερου κακού. Τα κατά φαντασίαν, πολύμορφα κινήματα είναι απότοκο της παραπάνω σχέσης τρόμου μπροστά στην καταστολή και το ενδεχόμενο της ισοπέδωσης όλων των αντιστάσεων απο την κυριαρχία. Κατά φαντασίαν γιατί τα επονομαζόμενα πολύμορφα κινήματα δεν είναι παρά οι ίδιες συμφωνίες ανθρώπων με μόνη διαφορά τον διευρυμένο και φιλόξενο χαρακτήρα τους με τον κίνδυνο να καταλήξουν κάτι αφηρημένο και συμβατικό δίχως να διατηρούν το σφρίγος και το ρηξικέλευθο πνεύμα των μοναδικών δημιουργών. Απαμβλύνοντας τόσο αυθαίρετα το θεωρητικό τους υπόβαρθρο βέβαια, είναι πάντα αναπόφευκτη η κατάρρευση τους υπό το βάρος των αντιφάσεων που εγκολπώνουν. Ο όρος της πολυμορφίας είναι δυνατό να εφαρμοστεί μόνο σε μεμονωμένες περιστάσεις, όπου οι τάσεις συσπειρώνονται με σκοπό να πλήξουν έναν κοινό στόχο με έναν πολύ ελαστικό συνδετικό κρίκο, όπως στην περίπτωση του Μ.Δ., ο οποίος όρισε ως στόχο όλο το φάσμα της κυριαρχίας και έθεσε ως συνδετικό κρίκο την επιθυμία για επίθεση. Η θεμελίωση δήθεν πολύμορφων κινηματικών δομών ή πολιτικών χώρων, είναι ένα ακόμα φάντασμα κοινωνικής συγκρότησης που έρχεται να προστεθεί σε αυτόν τον μακρύ κατάλογο στρεβλώσεων και παραμορφώσεων, με αποτέλεσμα την συγκατάθεση, την αιτιολογημένη υποχώρηση με όρους νίκης και την ηθελημένη πλάνη. Το όλοι μαζί γενικώς και αορίστως δεν υπήρξε και ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ »σύντροφοι». Όπως τα γεγονότα αποδεικνύουν μάλιστα, ακόμα και αυτές οι μεμονωμένες περιστάσεις εγκυμονούν κινδύνους που έχουν ως προέλευση πολλές φορές την προαναφερθείσα, μη θεωρητική θωράκιση ενός καλέσματος ή ενός εγχειρήματος από την παρείσφρυση κάθε λογής παράσιτων, θεαματισμών και αναπαραστάσεων. Παρόλο που εμείς σε όλη την διάρκεια του κειμένου, επιχειρήσαμε να υπερασπιστούμε το κάλεσμα από ανακρίβειες και στρεβλώσεις, δεν εθελοτυφλούμε διατεινόμενοι πως σε αυτές δεν συνέβαλε το συγκεχυμένο και διευρυμένο περιεχόμενο του ίδιου του καλέσματος. Και πως θα μπορούσε να γίνει άλλωστε αφού η δόμηση ενός τέτοιου πειραματισμού απαιτεί τον αφοπλισμό των ιδιωμάτων των προσώπων και την μορφοποίηση τους, ώστε να αποφευχθεί η όποια εσωτερική πρόσκρουση. Σκοπό μας βέβαια δεν αποτελεί η εξάλειψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του καθενός. Κάθε άλλο. Η ίδια μας η σύμπραξη θέτει ως κεντρικό πυρήνα τα πρόσωπα και τις επιθυμίες τους. Αυτό απέχει έτη φωτός όμως από την τακτική του »όλοι οι καλοί χωράνε», που επιβάλλει συμβάσεις γύρω από τις απαραβίαστες συνθήκες της ενότητας και του αλληλοσεβασμού, αναγόμενες σε ιερά. Η αρμονία στις ανθρώπινες σχέσεις θεμελιώνεται πάνω σε ελεύθερες συμφωνίες, συνασπισμένες στα εγωιστικά ένστικτα του καθενός. Όταν το ρευστό εγώ βρίσκει το περιβάλλον να ασκήσει την τάση του και τις ροπές του, να τις βιώσει στην πράξη και να εξελιχθεί. Δεν είμαστε φιλελεύθεροι. Είμαστε αναρχικοί, εγωιστές και πολεμάμε για την κυριαρχία του συμφέροντός μας, μαζί με πρόσωπα που αναγνωρίζουμε ως αδέρφια, όχι στην βάση ενός ιδεολογικού σκοπού ή στόχου, μα σε αυτήν της αυθεντικής αναβλύζουσας συγγένειας, όσον αφορά την περιστροφή της εξεγερμένης επιθυμίας, γύρω από την δύναμη και την ζωή. Απορρίπτουμε την πολυτασικότητα και την άκριτη, αφοπλισμένη πολυμορφία, ακριβώς γιατί αγκαλιάζουμε την υποκειμενικότητα και την ιδιομορφία στις πιο αγνές τους εκφράσεις. Και η υποκειμενικότητα δεν συνιστά χωράφι για την καλλιέργεια της ισονομίας, του δίκαιου και της αμοιβαιότητας, μα αντιθέτως μια άγονη πεδιάδα που κυριαρχεί η καταστροφή, η βία, η αδικία και ο νόμος των μοναδικού καθώς από την περίοπτη θέση στην οποία στέκει, αντιμετωπίζει τον ψυχρό άνεμο του κενού και του παραλόγου. Όπως πολύ ανάγλυφα έχει αποτυπωθεί ο εαυτός είναι ένα κράτος και αυτός από μία οπτική και μάλιστα το μόνο αληθινό. Ένα κράτος όπου ακμάζει, παρακμάζει, αποσυντίθεται και αναγεννιέται από τις στάχτες του.

Επειδή όμως αυτό που είμαστε δεν αποτυπώνεται ποτέ περιγραφικά στην έρημο της πραγματικότητας, καταδυναστευμένο από ισχυρότερες αντίρροπες δυνάμεις που εμποδίζουν την εφαρμογή του, ο δικός μας συνεχής, παράδοξος πόλεμος, είναι το ξεδίπλωμα αυτής της σχέσης. Μια πολεμική πράξη ήταν και ο Μ.Δ για μας. Γιατί πέρα από τους φιλήσυχους και τους συγκαταβατικούς, αναπνέουν αυτοί που δεν αποδέχονται το δίκιο του παραιτημένου όχλου. Αυτοί που δεν αναμένουν πιστοποιητικά εγκυρότητας από τους ειδήμονες κάθε λογής. Αυτοί που αναζητούν διακαώς ρωγμές να μαυρίσουν του δείκτες του κυκλικού χρόνου, τερματίζοντας βίαια την φτιασιδωμένη κυριαρχία της απάθειας. Αυτές οι επιθυμίες όμως δεν μπορούν να επιβληθούν κατακτώντας ζωτικό χώρο σε αυτοαναφορικούς συλλογισμούς ή σε καφενειακές αντιπαραθέσεις. Πρέπει να σφυρηλατηθούν και να αποτελέσουν έμπρακτα όπλα πρώτης γραμμής στην μάχη για την επανοικειοποίηση της ζωής. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, οφείλουμε να προχωρήσουμε πέρα από λυρικούς στοχασμούς και ποιητικούς βερμπαλισμούς αναχαιτίζοντας ταυτόχρονα κάθε προσπάθεια θεαματικοποίησης της δράσης μας. Πράττοντας αυτό θα αντιληφθούμε την έμπρακτη δυσκολία με την οποία συνεπάγεται η τήρηση των προσωπικών μας στοιχημάτων όταν βάλλονται σε αυτήν την κατεύθυνση και εγχειρήματα όπως ο Μ.Δ συνεισφέρουν στην προβολή τους, όταν βεβαίως αντιμετωπίζονται κυνικά, δίχως να παρεμβάλλονται παραμορφωτικοί καθρέφτες. Ο δρόμος τους αρνητή σε καμία περίπτωση δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η κατασκευή δομών οι οποίες θα στοχοποιούν και θα στηρίζουν επιθέσεις ενάντια σε κάθε έκφανση του υπάρχοντος απαιτεί συνέπεια, συνειδητότητα, σοβαρότητα, θάρρος, αντοχές, οργάνωση και άφθονο ιδρώτα. Αν η μηδενιστική αναρχία σκοπεύει να γίνει πραγματικά επικίνδυνη για την δημόσια ευταξία και την κοινωνική ομαλότητα (όχι στην βάση ενός καθήκοντος μα ενσαρκώνοντας τις επιθυμίες των προσώπων και της ορμέμφυτης παρόρμησης τους για καταστροφή του κοινωνικού οικοδομήματος) παύοντας να βαυκαλίζεται χρησιμοποιώντας ιδεολογικά παραισθησιογόνα χάπια στην κατά τ’ άλλα συμβατική, ομαλή και ρουτινιασμένη καθημερινότητα της, οφείλει να κατανοήσει την παραπάνω αναγκαιότητα για την οικοδόμηση δημόσιων και όχι μόνο, σταθερών δομών. Γιατί, σύντροφοι, δίχως χώρους ζύμωσης, γνωριμίας και διάχυσης της θεωρίας, δίχως ομάδες που θα παράγουν λόγο οξύνοντας την άρνηση, δίχως κινήσεις στήριξης φυλακισμένων συντρόφων, δίχως παράνομα η δημόσια δίκτυα δημιουργίας, προώθησης και διεκπεραίωσης δράσεων, δίχως δομές που πέρα από τα πολύμορφα εγχειρήματα θα αποτελέσουν επιστέγασμα της μηδενιστικής αναρχίας αποδεσμεύοντας αυτήν από εκπτώσεις και απάμβλυνσης, δίχως πρόσωπα διεπόμενα από μία συνειδητότητα όσον αφορά συνέπειες και επιλογές, δίχως πειραματισμούς, φαντασία και πραγματικά ισχυρή θέληση για πόλεμο ενάντια σε κάθε αλλοτρίωση και εκφυλισμό, ας βολευτούμε καλύτερα σε ένα ακόμη μόρφωμα lifestyle για την διαχείριση πελατειακών σχέσεων. Αυτές οι δομές με μία ματιά στις προθέσεις που απαιτούνται, για να πάρουν υλική υπόσταση, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως δεν θα πραγματοποιηθούν από τον καθέναν τυχάρπαστο, εκπρόσωπο των περιττών των οποίων η ύπαρξη και η γνώμη δεν μας απασχολεί. Δεν θα πραγματοποιηθούν από φοιτητές που αντιλαμβάνονται την αναρχία ως μία δραστηριότητα του »ελεύθερου χρόνου». Δεν θα πραγματοποιηθούν από αυτούς που αρκούνται σε μία επίδειξη θεωρητικής κατάρτισης, βαφτίζοντας τον μηδενισμό και την φωτιά της άρνησης, φιλοσοφικό ρεύμα. Δεν θα πραγματοποιηθούν από τους απογοητευμένους κοινωνιστές που δεν έχουν συνέλθει από την προσγείωση που τους επιφύλασσε η μαζική απόρριψη. Δεν θα πραγματοποιηθούν από »εξεγερμένους νεολαίους»  που το πεδίο της μάχης τερματίζει γι’ αυτούς στην συμβολή Πατησίων – Στουρνάρη. Δεν θα πραγματοποιηθούν από άτομα που αναζητούν ένα ακόμα θεαματικό ιδεολόγημα το οποίο θα τους προσφέρει την ψευδαίσθηση της αξίας και του νοήματος μέσα από την προσήλωση σε θολές, ασύνδετες, επαναλαμβανόμενες αναπαραστάσεις, άξια μνημεία μιας πανταχού παρούσας αναυθεντικότητας. Δεν θα πραγματοποιηθούν από τους παθητικούς, τους νωχελικούς, τους παραιτημένους, τους αιώνιους φυγάδες, τους σκαπανείς της ασχήμιας και της αδυναμίας. Δεν θα πραγματοποιηθούν από τους λόγιους, τους διανοούμενους και τους ακαδημαϊκούς οπού η μίζερη παρουσία τους συμβάλλει μόνο στην οικοδόμηση μαυσωλείων και μνημείων τυφλής πίστης. Οι αριθμοί για μας ποτέ δεν είναι το διακύβευμα όμως. Πιστεύουμε πως υπάρχουν άνθρωποι που αισθάνονται αυτήν την πέρα για πέρα αληθινή, εκκωφαντική έκρηξη μέσα τους και τους καλούμε να διεκδικήσουν να της δώσουν τον χώρο που της αναλογεί για να εκφραστεί. Κανένα ανώτερο καθήκον δεν συνθέτει αυτό το νέο τοπίο που φωτίζεται μπροστά μας, πέρα από το εγωιστικό καθήκον που επιτάσσει η προσωπική βούληση. Πάνω σε αυτό οφείλουν να δομηθούν οι νέες σχέσεις αποκομμένες από πάσα κοινωνική φενάκη. Ο Μ.Δ παρά το αφαιρετικό του περιεχόμενο και την μερικότητα που συμπεριλαμβάνουν οι ποικίλες μεταστροφές του, αποδεικνύει περίτρανα πως αν δεν ανανήψουμε από τον προσωπικό μας λήθαργο, σηκώνοντας το μαχαίρι της άρνησης, την πένα της κριτικής και το σφυρί της αποδέσμευσης, σχεδιάζοντας, συνωμοτώντας και δημιουργώντας τις προοπτικές για την ολική ρήξη με το υπάρχον, θα είμαστε πάντα το εύκολο θύμα στα σαγόνια της καταστολής.

IV) Μια σύντομη, εισαγωγική αναφορά στο ζήτημα της οργάνωσης.

Εγωιστική ένωση, όχι απλά αφορμαλιστικός συντονισμός.

Συνοψίζοντας, πριν κλείσουμε οριστικά αυτόν τον ενδελεχή απολογισμό, θεωρούμε επίκαιρη μια ελάχιστη αναφορά στο ζήτημα της οργάνωσης, των λειτουργιών που αντιπροσωπεύουν και την υποκειμενική μας έποψη, εκμεταλλευόμενοι τις αντιθέσεις που αναδύθηκαν με αφορμή τον Μ.Δ. Όλες οι αφετηριακές, βουλησιαρχικές επιταγές και οι συνειδητές ή ασυνείδητες ροπές του ατόμου, ομοίως με κάθε συνεκτική, αυθεντική διαδικασία, διατυπώνονται σαφέστερα στον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά με τα πρόσωπα που έχει επιλέξει να διατηρήσει στο στενό του περιβάλλον, τιμώντας τους ισχυρούς μα συνάμα αόρατους δεσμούς που τους συνδέουν. Το ζήτημα της οργάνωσης δεν περιορίζεται σε ένα απλό σημαινόμενο στον διαλεκτικό πίνακα μιας ιδεολογίας, μα αποτελεί ζωντανό κομμάτι του εαυτού μας, το οποίο σε μεγάλο βαθμό επηρεάζει τις σκέψεις μας, τις αποφάσεις μας, την ψυχοσύνθεση μας, την θέλησή μας και στην τελική την όλη μας διάθεση αποτυπώνοντας ταυτόχρονα την συνέπεια μας μα και την αυθεντικότητα των ισχυρισμών μας. Ως εκ τούτου, είναι εξίσου μια συμπύκνωση της σύνθεσης επιθυμίας και πραγμάτωσής της. Ένα μέσο το οποίο αν απομακρυνθεί από ιδεολογικές μεταφράσεις, δύναται να στραφεί ενάντια στον ίδιο του τον καθορισμένο ρόλο ως άγημα και να μετατραπεί σε άξιο επιστέγασμα για την εδραίωση και το ξεδίπλωμα της εξεγερμένης επιθυμίας. Όταν η ομάδα ή η σύμπραξη θεμελιώνεται πάνω στους όρους μια ελεύθερης, εγωιστικής συμφωνίας, τότε ο μερικός ρόλος της οργάνωσης που την καθιστά ένα αναγκαίο κακό προς την επίτευξη της αυτοπραγμάτωσης μέσα από στιγμές χάους και άρνησης, καταργείται μετατρέποντας την ίδια σε μία ζωντανή και αυθεντική πραγματικότητα που ακυρώνει την εξουσία της σύμβασης και της αναγκαιότητας στο εδώ και τώρα. Ο τρόπος οργάνωσης και αλληλεπίδρασης των προσώπων ως συνέπεια αυτού οφείλει να προσπαθεί να είναι όσο πιο περιεκτικός γίνεται, στοχεύοντας κάθε δευτερόλεπτο του νεκρού επαναλαμβανόμενου χρόνου.

Μια τυφλή προσκόλληση στο θολό ιδεολόγημα της πολυμορφίας και ενός ακαθόριστου αφορμαλισμού σε καμία των περιπτώσεων δεν συμπλέει με τις επιδιώξεις μας και δεν μας καλύπτει. Όταν διατρανώνουμε τον πλήρη διαχωρισμό από τον αναρχισμό και την αυγή της εγωιστικής αναρχίας δεν αποσκοπούμε σε μια δήθεν μετεξέλιξη του κινήματος ασπαζόμενοι το κομμάτι της αντίθεσης στην διαλεκτική του πορεία. Όχι. Σπάμε κάθε δεσμό με τα φαντάσματα που αποτελούν την ουσία αυτού του διαφωτιστικού, ορθολογικού μορφώματος και εγκαινιάζουμε ένα ταξίδι στης πατρίδες των αισθήσεων, της ομορφιάς και τη ωμής δύναμης. Διεκδικούμε για το είναι μας την επανάκτηση του ζωτικού του χώρου με την παρόρμηση να του δώσουμε χώρο να ανασάνει. Η ανάνηψη αυτή όμως δεν συνοδεύεται από μία άκριτη αποδοχή του καθενός τις απόψεις, τις επιλογές και το τέλμα της κριτικής σκέψης. Ο εγωισμός δεν συσχετίζεται με την απαξίωση των προαναφερθέντων αρχέγονων αξιών που διεγείρουν τις αισθήσεις και κινούν την περιχαρακωμένη μας ζωή μα τις εξυμνεί και αποδέχεται την αθωότητα της πλάνης τους. Δεν αναζητούμε την αποδέσμευση του εαυτού μας για να τον εγκλωβίσουμε σε νέες αλλότριες υποθέσεις. Δεν παρουσιαζόμαστε ως υπερασπιστές των αδυνάτων και σωτήρες των αναξιοπαθούντων, μα σηματοδοτούμε την αρχή του τέλους τους. Το κενού περιεχομένου πρόταγμα μιας πολυμορφίας δομημένης πάνω στην σύνθεση των τάσεων λιμνάζει ακατάπαυστα στα βαλτόνερα μια μεταφυσικής αντίληψης οπού η σηψαιμική της φύση καταλήγει σε μια νοσηρή, ηθικιστική προσήλωση σε έναν άκρατο σχετικισμό ο οποίο απαξιώνει ακόμα και τις ζωώδεις ενστικτώδεις αρχές του εγωισμού και της ισχύος. Γνωρίζουμε βέβαια πως αυτή η εξαχρείωση του πνεύματος δεν είναι παρά αναπόφευκτη κατάληξη μιας αντιθετικής δυαδικής αντιπαράθεσης στον απόλυτο ορθολογισμό της εποχής. Ένα αντίπαλο δέος ολότελα ευεπίφορο, το οποίο παρασέρνει τους ζηλωτές του στην παραίτηση, την αδράνεια, τον ασκητισμό, την παρακμή, τον βερθερισμό και σε τελικό στάδιο, έναν μακάβριο χορό με τον θάνατο, αποδεχόμενοι πλέον την μακαριότητα και την ασημαντότητα των πάντων, αποκομμένοι από τις δυνάμεις της καταστροφής και της δημιουργίας, μαέστρων στην μελωδική σύνθεση της πορείας των ανθρώπινων παθών.

Η μηδενιστική αναρχία, οφείλει να υψώσει το σφυρί της κριτικής και να γκρεμίσει όλα τα τείχη που στέκονται εμπόδιο ανάμεσα στα πρόσωπα και στον χαοτικό χορό με την φωτιά της ύπαρξης. Δίχως εκπτώσεις και φειδωλές ικανοποιήσεις. Δίχως αφηρημένες συσπειρώσεις, ανίσχυρες μαζοποιήσεις και στομωμένες σχέσεις. Απομακρυσμένη από φτιασιδωμένες συμβάσεις και παρεκβατικές θεωρήσεις, εγκόλπια της ιδεολογίας της ήττας και σύμβολα παρακμής. Να τεθούν τα θεμέλια για μια νέα θεώρηση της ζωής, στην οποία κάθε διαχωρισμός θα εξαλείφεται και κάθε μερικότητα θα κατακεραυνώνεται. Όλες οι ηθικές αλυσίδες με τις κοινωνικές επιταγές που συνεπάγονται να πυρπολούνται ανελέητα από το αμείωτο σφρίγος του εξεγερμένου προσώπου. Κάθε θεαματική αποσπασματικότητα να θρυμματίζεται βίαια από την σαρκαστική διαύγεια του μηδενιστή καταστροφέα. Σίγουρα αυτά τα νέα αντιπολιτικά προτάγματα δεν φαντάζουν καθόλου προσφιλή στις περιορισμένες αντιλήψεις των κοινωνικών κοπαδιών. Είναι όμως θηράματα που οφείλουμε να αναζητήσουμε με πάθος και πραγματική προσήλωση αν επιθυμούμε να εντρυφήσουμε την ζωή φιλοξενώντας σε αυτήν άξιους συνδαιτυμόνες. Η αναρχική, μηδενιστική επίθεση στην κοινωνία και κάθε φάντασμα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κάποια μορφή πολυμορφίας όσον αφορά όμως τα μέσα, τις ιδιοσυγκρασίες και όχι το νόημα και τον στόχο, o οποίος παραμένει η αυτοπραγμάτωση που απεικονίζεται στον συνολικό πόλεμο του προσώπου με το υπάρχον και κάθε αλλότρια υπόθεση . Σε καμία των περιπτώσεων λοιπόν, δεν αποτελεί ένα φιλόξενο χωράφι για την υποδοχή σκέψεων και αντιλήψεων, όσο αντιθετικά κι αν εφάπτονται. Υπάρχουν σίγουρα αγώνες οι οποίοι παραμένουν κοινοί ως προς το αντικείμενο δίχως όμως αυτό να αποτελεί το απαύγασμα δικών μας τεθειμένων στοιχημάτων, ούτε βέβαια εξαλείφει την ανάγκη για μία μηδενιστικού χαρακτήρα εμβάθυνση στο ζήτημα της οργάνωσης και την μεταφορά τους στην πραγματικότητα. Μια περαιτέρω αναφορά όσον αφορά την οργάνωση πολύμορφων εγχειρημάτων θεωρούμε πως είναι περιττή και δεν άπτεται των επιθυμιών μας. Η ίδια η φύση τέτοιων πειραματισμών, όπως πολλάκις ισχυριστήκαμε είναι εξαιρετικά περιορισμένη και φειδωλή σε ότι έχει να κάνει με την ικανοποίηση που παράγει. Κανείς μηδενιστής ωστόσο δεν κλείνει την πόρτα αφοριστικά στην πολυμορφία, ενατενίζοντας τις ιδεατές μαύρες δομές που οραματίζεται, καθηλωμένος σε πολυθρόνες αυτοαναφορικότητας, μα επιχειρεί από την κάθε περίσταση να απαλλοτριώσει την μέγιστη απόλαυση, χρωματίζοντας την στον βαθμό του δυνατού με την δική του στοχοθεσία. Αυτή η άποψη όμως δεν συμπίπτει με την εγκατάλειψη οποιασδήποτε προσπάθειας για αναβάθμιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της μηδενιστικής οργάνωσης και επίθεσης, ούτε βέβαια με τον παραγκωνισμό της εμβρίθειας που συνεπάγεται η κατασκευή σταθερών δομών με ατομικιστικά χαρακτηριστικά. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας στο παρόν, εκμεταλλευόμενοι το κάθε δευτερόλεπτο, βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τον τρόπο που διαμορφώνουμε το μέλλον ανακαλύπτοντας και εξελίσσοντας τους εαυτούς μας. Σίγουρα η κατάθεση σκεπτικών γύρω από το ζήτημα μιας ρεαλιστικής οργάνωσης αναρχομηδενιστικών δομών, είναι εξαιρετικά επίκαιρη και θεμιτή πάνω στο μοτίβο της μετεξέλιξης και της διαμόρφωσης των δομών αυτών πάνω στις ιδιοσυγκρασίες που συγκεντρώνονται στο εσωτερικό. Δομές που δεν θα έχουν τον χαρακτήρα ενός άτεγκτου μονόλιθου μα θα αναδιαμορφώνουν συνεχώς το περιεχόμενο και την φύση τους αναλόγως τις επιθυμίες των προσώπων που τις πλαισιώνουν και τον τρόπο που αυτά τείνουν να αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους. Αποδεσμευμένοι από το βάρος της κοινωνικοπολιτικής αξιολόγησης και μετάφρασης την πάντων, βασική πηγή φασιστικοποιήσης και εκφυλισμού των σχέσεων, να οικοδομήσουμε ζωντανές δομές που θα αγκαλιάζουν την πορεία από την ανατολή ως την δύση τους, όπως καθετί όμορφο και φθαρτό.

Για την αέναη εξέγερση, την αναρχική επίθεση και την εγωιστική βούληση προς μια καταστροφή δίχως εγγυήσεις και προοπτική.

Σύμπραξη αναρχικών Memento Mori

“Εγωισμός” – John Beverley Robinson

Το είδα στο :

Inter Arma

“Εγωισμός” – John Beverley Robinson

 egoism-ekswfylloΔεν υπάρχει γενικά πιο παρεξηγημένη λέξη από τον Εγωισμό – με τη σύγχρονη σημασία του όρου. Σε πρώτο επίπεδο, υποτίθεται πως σημαίνει αφοσίωση στο προσωπικό συμφέρον, δίχως να λαμβάνεται υπόψιν το συμφέρον των άλλων. Αντιτάσσεται, επομένως -και αντιθετικά, όπως και ο Herbert Spencer, ερμηνεύοντάς τον- στον αλτρουισμό: την αφοσίωση στους άλλους και την αυτοθυσία.

Από την άλλη, τον συναντάμε να ταυτίζεται με τον ηδονισμό ή τον ευδαιμονισμό, ή τον επικουρισμό, φιλοσοφίες που τοποθετούν την επίτευξη της απόλαυσης ή της ευτυχίας ή του οφέλους, όπως και αν επιλέξουμε να το διατυπώσουμε, στο κέντρο της ζωής.

Ο σύγχρονος εγωισμός, όπως αυτός αναπτύχθηκε από τους Nietzsche, Stirner, Ibsen, Shaw και άλλους, είναι όλα αυτά αλλά και παραπάνω. Eίναι η συνειδητοποίηση του ατόμου ότι είναι άτομο. Και πως, στο βαθμό που το αφορά, είναι το μόνο άτομο.

Ο καθένας μας στέκεται μόνος στο κέντρο ενός σύμπαντος. Περιτριγυριζόμαστε από εικόνες και ήχους, κατανοώντας τα ως κάτι έξω από εμάς, παρόλο που ό,τι γνωρίζουμε για αυτά είναι εντυπώσεις στον αμφιβληστροειδή μας, στα τύμπανά μας και στα άλλα αισθητήρια όργανά μας. Το σύμπαν μετράται από το κάθε άτομο μέσα από αυτές τις αισθήσεις· για αυτόν, αυτές είναι το σύμπαν. Οι αισθήσεις του στρέφονται και προς άλλα άτομα, εκλαμβάνοντάς τα λίγο ή πολύ ως παρόμοιά του. Αλλά, κανένα από αυτά δεν είναι αυτός. Αυτός ξεχωρίζει. Η συνείδησή του και η κάθε λογής επιθυμία και ικανοποίηση, που εισέρχεται σε αυτήν, είναι κάτι το μοναδικό· κανείς άλλος δε μπορεί να εισβάλλει σε αυτήν.

Όσο κοντά και αν είσαι με τους αγαπημένους σου -με τη σύζυγό σου, με τα παιδιά σου, με τους φίλους σου- αυτοί δεν είναι εσύ· βρίσκονται έξω από εσένα. Είσαι για πάντα μόνος. Οι σκέψεις και τα συναισθήματά σου είναι δικά σου και μόνο, δεν τα βιώνει κανείς άλλος.

Είναι αναμφίβολα πολύ ευχάριστο, όταν και άλλοι σκέφτονται όπως εσύ και στο μεταφέρουν αυτό μέσω της γλώσσας· ή όταν και άλλοι απολαμβάνουν τα ίδια πράγματα με εσένα. Επιπλέον, πέρα από όταν απολαμβάνουν τα ίδια πράγματα με εσένα, είναι ευχάριστο, όπως και να ‘χει, να τους βλέπεις να διασκεδάζουν. Το άτομο οφείλει αυτήν την έντονη ικανοποίηση στη συναίσθηση, ένα συναίσθημα που θα το βρεις στους περισσότερους ανθρώπους.

Χάρις στη συναίσθηση, βρίσκεις την απόλαυση μέσα στην ίδια σου την ευτυχία ή την ευτυχία των άλλων· αλλά, είναι πάντα η δικιά σου η ευτυχία που αναζητάς. Ο πιο μεγάλος εγωιστής ίσως και να ‘ναι ο πιο τέλειος αλτρουιστής· αλλά, γνωρίζει πως, κατά βάθος, ο αλτρουισμός του εξυπηρετεί τις δικιές του εγωιστικές επιθυμίες.

Αλλά, ο εγωισμός είναι κάτι παραπάνω.

Ο εγωιστής συνειδητοποιεί πως το άτομό του είναι πάνω από όλους τους θεσμούς και από όλες τις φόρμες· ότι αυτά υπάρχουν στο βαθμό, που αυτός επιλέγει να τα κάνει δικά του αποδέχοντάς τα. Όταν καθαρά πια δεις πως είσαι το μέτρο του σύμπαντος, πως ό,τι υπάρχει, υπάρχει για σένα, στο βαθμό που αυτό αντανακλάται στη συνείδησή σου, γίνεσαι καινούριος άνθρωπος· τα βλέπεις όλα με καινούριο μάτι· στέκεσαι ψηλά και έχοντας βρει μία νέα δύναμη, μία νέα λάμψη, αφήνεις ένα δροσερό αέρα να φυσήξει στο πρόσωπό σου.

Όποιους θεούς και αν λατρεύεις, συνειδητοποιείς πως είναι δικοί σου θεοί, προϊόν του ίδιου σου του μυαλού, τρομεροί ή ελεήμονες, εσύ επιλέγεις πως θα τους απεικονίσεις. Τους κρατάς στο χέρι σου και παίζεις μαζί τους, όπως παίζει ένα παιδί με τις χάρτινές του κούκλες· έμαθες να μην τους φοβάσαι, δεν είναι παρά “της καρδιάς σου φαντάσματα”.

Όλα τα ιδανικά, που γενικά οι άνθρωποι τα νομίζουν για αλήθειες, κατάλαβες πως είναι δικά σου ιδανικά. Είτε προέρχονται από εσένα, πράγμα απίθανο, είτε έχεις αποδεχθεί τα ιδανικά κάποιου άλλου, δεν έχει διαφορά. Είναι δικά σου, στο βαθμό που τα αποδέχεσαι. Ο παπάς είναι ιερέας, στο βαθμό που εσύ τον ιεροποιείς, αν σταματήσεις, παύει και να είναι ιερέας. Έχεις τη δύναμη να χτίσεις και να γκρεμίσεις ιερείς, το ίδιο εύκολα και θεούς ακόμη. Είσαι ένας από αυτούς που, λέει ο ποιητής, στέκει ασυγκίνητος – τι και αν το γύρω σύμπαν θρυμματίζεται για χάρη του.

Και όλα τα άλλα ιδανικά, τα οποία κινούν τους ανθρώπους, τα ιδανικά αυτά, που τους σκλαβώνουν και τους ταλαιπωρούν, αυτά, δεν έχουν καμία δύναμη πάνω σου· δε σε φοβίζουν πια, τα έχεις κάνει δικά σου, τα πλάθεις μέσα στο μυαλό σου για την ίδια σου την ευχαρίστηση και τα αλλάζεις ή και τα αγνοείς κατά βούληση. Παίζεις μαζί τους σα να ‘ταν τα μικρά σου, άκακα κατοικίδια.

“Κράτος” και “Κυβέρνηση” υψώνονται σαν ιδανικά ιερά και απλησίαστα στα μάτια των πολλών. Τα αποκαλούν “Πατρίδα μου” και αν προφέρεις τις μαγικές λέξεις, θα σπεύσουν να σκοτώσουν ακόμα και τους φίλους τους, αυτούς που δε θα τους πείραζαν ούτε τρίχα, τυφλά κινούμενοι υπό τη μέθη των ιδανικών τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι, υπό την επιρροή των ιδανικών τους, στερούνται ακόμα και λογικής. Χιμούν, στο όνομα της “θρησκείας” ή του “πατριωτισμού” ή της “ηθικής”, ο ένας στο λαιμό του άλλου – αυτοί, οι ευγενέστατοι κατά τ’ άλλα γείτονες! Τα ιδανικά είναι για αυτούς ότι και οι “έμμονες ιδέες” για τους παράφρονες. Υπό την επίδρασή τους, γίνονται παράλογοι και ανεύθυνοι. Θα καταστρέψουν όχι μόνο τους άλλους, αλλά συχνά θα θάψουν και το ίδιο τους το προσωπικό συμφέρον και σαν παλαβοί θα ορμήξουν προς την αυτοκαταστροφή, θυσία να γίνουν στο αδηφάγο ιδανικό. Είναι να μη φαίνεται τούτο τουλάχιστον παράξενο σε αυτόν, που το βλέπει με μια φιλοσοφική ματιά;

Αλλά, ο εγωιστής δεν έχει ιδανικά και γνωρίζοντας πως τα ιδανικά του είναι δικά του και μόνο, είναι ελεύθερος από την κυριαρχία τους. Λειτουργεί από προσωπικό συμφέρον και όχι στο όνομα ενός ιδανικού. Δε θα κρεμάσει ποτέ κανέναν μήτε θα μαστιγώσει το παιδί στο όνομα μίας “ηθικής”, αν αυτό δεν τον βρίσκει σύμφωνο. Δεν βλέπει το “Κράτος” ως κάτι ιερό. Γνωρίζει πως η “Κυβέρνηση” δεν είναι παρά ένα σύνολο ανθρώπων το ίδιο ανόητοι με εκείνον, πολλοί εξ αυτών ίσως και περισσότερο. Αν το Κράτος τον ευνοεί, θα το υποστηρίξει ·αν αυτό προσβάλλει και καταπατά την ελευθερία του, τότε θα προσπαθήσει να το αποφύγει με κάθε δυνατό μέσο – εφόσον δεν είναι αρκετά δυνατός, ώστε να του αντιταχθεί. Ο εγωιστής είναι άνθρωπος δίχως χώρα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι λατρεύουν τη “Σημαία”, καθώς ο κόσμος πάντα αγαπά τα σύμβολα, μα περισσότερο το σύμβολο προσκυνούν παρά την αρχή, που υποτίθεται πως πρεσβεύει. Για τον εγωιστή δεν είναι παρά ένα -μάλλον κακόγουστο- κομμάτι ύφασμα· ο καθένας μπορεί να το πατήσει ή και να το φτύσει, μέσα στην ίδια απάθεια που θα το έκανε και με ένα κομμάτι μουσαμά. […]

Όταν ο δικαστής εισέρχεται στην αίθουσα φορώντας την τήβεννο (οι δικαστές, οι υπουργοί και οι καθηγητές γνωρίζουν πολύ καλά τη δύναμη της τηβέννου να εντυπωσιάζει το πόπολο), ο εγωιστής παραμένει ατάραχος. Δεν τρέφει τον παραμικρό σεβασμό προς το “Νόμο”. Αν ο νόμος τυχαίνει να τον εξυπηρετεί, θα τον χρησιμοποιήσει προς όφελός του· αν επιτίθεται στην ελευθερία του, θα τον παραβεί τόσο όσο εκείνος κρίνει σοφό να κάνει. Μα, δεν τον σέβεται σαν κάτι το υπερκόσμιο. Για αυτόν παραμένει το κακοτέχνημα αυτών, που ακόμα “ζούνε στο σκοτάδι”.

Μήτε γονατίζει μπρος την Ηθική – Ω, Ιερή Ηθική! Ίσως και να αποδεχτεί κάποιες παραινέσεις της, αν εκείνος το επιλέξει· μα, δε μπορείς να τον φοβερίσεις λέγοντάς του πως αυτό δεν είναι “σωστό”. Συνήθως, προτιμά να μη σκοτώσει ούτε να κλέψει· μα, αν χρειαστεί να σκοτώσει ή να κλέψει, προκειμένου να σωθεί, ευχαρίστως να το κάνει – δίχως κανένα βάρος στη “συνείδησή” του.

Και η “ηθική” δε θα τον πείσει ποτέ να βλάψει άλλους, όταν δεν υπάρχει κάποιο προσωπικό όφελος. Δε θα τον δεις ανάμεσα σε λευκοντυμένους [ku klux klan], να μαστιγώνει και να καίει φτωχοδιαβόλους, επειδή οι ενέργειές τους δε συμμορφώνονται στις επιταγές της “ηθικής”, ενώ αυτές -οι ενέργειες- δεν έβλαψαν κανέναν.

Προς τους φίλους του -αυτούς που αξίζουν την αλήθεια από αυτόν- θα πει την αλήθεια· μα δε μπορείς να τον εξαναγκάσεις να πει την αλήθεια επειδή “φοβάται να πει ένα ψέμα”. Δε φοβάται ούτε καν την ψευδορκία, καθώς ξέρει πως οι όρκοι δεν είναι παρά ένα εργαλείο υποδούλωσης του μυαλού, επικαλούμενο υπερφυσικούς φόβους.

Και όσον αφορά τα άλλα, τα μικρά και ισχνά ιδανικά, αυτά που δεσμεύουν το νου και συρρικνώνουν τις μίζερες ζωές μας, αυτά, είναι σα να μην υπάρχουν για τον εγωιστή.

“Υιική αγάπη και σεβασμό” θα προσφέρει στους γονείς του, αν την έχουν κερδίσει και την αξίζουν. Αν μωρό τον έδειραν, παιδί τον περιφρόνησαν και ώριμο πια νέο τον καταδυνάστευσαν, τότε μπορεί και πάλι να τους αγαπάει, παρά την κακομεταχείριση· μα, αν η αγάπη του έχει σβήσει, δεν θα την αφυπνίσουν επικαλούμενοι το “χρέος.

Εν συντομία, ο εγωισμός, στη σύγχρονη ερμηνεία του, συνιστά την αντίθεση, όχι ως προς τον αλτρουισμό, αλλά ως προς τον ιδεαλισμό. Ο κοινός άνθρωπος -ο ιδεαλιστής- υποτάσσει τα συμφέροντά του μπρος στα ιδεώδη του και συνήθως, υποφέρει για αυτά. Ο εγωιστής δεν ξεγελιέται από κανένα ιδεώδες: τα απορρίπτει ή τα χρησιμοποιεί, σύμφωνα με το δικό του συμφέρον. Αν θέλει να είναι αλτρουιστής, θα θυσιαστεί για τους άλλους· μα, μόνο επειδή αυτό θέλει· δεν απαιτεί καμία ευγνωμοσύνη ούτε δόξα σε αντάλλαγμα.

“Egoism”, από το αμερικάνικο αναρχοατομικιστικό περιοδικό “Liberty” (1881–1908).

Μετάφραση: “πράα καπνίζει η δυστοπία”

Το κείμενο σε PDF.