Σύμπραξη αναρχικών Memento Mori: Με αφορμή τον Μαύρο Δεκέμβρη #BlackD15

Με αφορμή τον Μαύρο Δεκέμβρη.

Ο απολογισμός. Η κριτική και η αυτοκριτική. Η καταγραφή και η ανάλυση των περιστάσεων μέσα από μια κυνική ματιά σε κίνητρα, προθέσεις, ανταποκρίσεις και πεπραγμένα θεωρούμε πως αποτελούν στοιχεία υψίστης σημασίας τόσο για τη ριζοσπαστικοποίηση της αναρχικής θεώρησης και δράσης όσο και για το ολοκληρωτικό ξεπέρασμα αγκυλώσεων και παθογενειών που μας καταδικάζουν σε μια στείρα ανακύκλωση του εαυτού μας σε αυτοματοποιημένες αντιδράσεις, ορθώνοντας τείχη ανάμεσα στις επιθυμίες μας και στον δρόμο για την πραγμάτωσή τους. Η κριτική των γεγονότων πιστεύουμε πως οφείλει να αποδομεί δήθεν επαναστατικούς ρομαντισμούς, οι οποίοι αποτελούν συχνά αιτία ανάδυσης στρεβλώσεων και ηθικών ιερών προκαταλήψεων αλλά και να μένει προσκολλημένη στις επιδιώξεις των προσώπων που την ασκούν δίχως να τα παρασέρνει σε μια ασυλλόγιστη στήριξη ρευμάτων και τάσεων αφήνοντάς τα στο έλεος του ετεροκαθορισμού από την επαναστατική στειρότητα της εποχής. Όχι λοιπόν. Η αναρχική μηδενιστική κριτική έχει ως κεντρικό στόχο την πραγμάτωση και τη μετεξέλιξη των προσώπων, όχι την εργαλειοποίησή τους στο όνομα της προόδου διαφόρων ιδεολογημάτων και της διαλεκτικής τους διαδικασίας. Με λίγα λόγια, κάθε ατομικότητα που επιθυμεί να στέκεται αξιοπρεπώς απέναντι στις επιταγές της συνείδησής της και να μην χάσει πάσα επαφή με τη βούλησή της μέσα στη ροή του κοινωνικού εσμού οφείλει να διατηρεί κριτική και καχύποπτη στάση μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, στα γεγονότα, στις στρατηγικές κινήσεις και στα υπολανθάνοντα νοήματα. Οι καιροί, σύντροφοι, είναι αν μη τι άλλο ύπουλοι, ενώ τα όπλα που διαθέτουμε εναντίον τους είναι περιορισμένα και σε μεγάλο βαθμό δανεικά. Ας θέσουμε κι ας κερδίσουμε το στοίχημα να μάθουμε έστω να τα χρησιμοποιούμε για τους σκοπούς μας και όχι να μετατρεπόμαστε σε εξαρτήματα μιας απρόσωπης μη-επικοινωνίας, απομνημονεύοντας και επαναλαμβάνοντας μηχανικά το κάθε κατασκευασμένο ερέθισμα, επιβεβαιώνοντας και εξαπλώνοντας την διαρκή έλλειψη που διαποτίζει την φρυγμένη επιφάνεια του κοινωνικού όλου.

I. Το κάλεσμα.

Στις 10 Νοέμβρη 2015 αναγγέλλεται μέσα από τις ελληνικές φυλακές ένα κάλεσμα για έναν μήνα συντονισμένης δράσης. Ένα κάλεσμα για έναν μήνα πολύμορφης έκφρασης της αναρχικής επίθεσης. Ένα κάλεσμα σε έναν Μαύρο Δεκέμβρη με εμπνευστές τους συντρόφους Νίκο Ρωμανό και Παναγιώτη Αργυρού. Παρόμοια εγχειρήματα έχουν λάβει χώρα ουκ ολίγες φορές στην ιστορία των αναρχικών κινημάτων και όχι μόνο, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τα καλέσματα σε έναν Μαύρο Φλεβάρη και έναν Μαύρο Ιούνη, όπως και ποικίλα καλέσματα σε εβδομάδες συντονισμένης δράσης για πεσόντες συντρόφους η καμπάνιες αλληλεγγύης σε αναρχικούς κρατουμένους η διωκομένους. Τα εγχειρήματα αυτά όντας τρόπος οργάνωσης, δεν αποτελούν ιδιοκτησία κάποιας συγκεκριμένης τάσης η αποκλειστικό εργαλείο ενός ρεύματος. Αντιθέτως, η φύση τους, το περιεχόμενο τους και ο χαρακτήρας τους αναμορφώνονται βάσει του χρήστη. Τέτοιου τύπου καλέσματα, παραμερίζοντας το θεωρητικό τους υπόβαθρο, επικεντρώνοντας στην μορφολογία μα και στον τρόπο οργάνωσης και δράσης, είναι άκρως αντιπροσωπευτικά της αφορμαλιστικής προοπτικής, αποδεικνύοντας περίτρανα την ικανότητα της να εφαρμόζεται στην πράξη, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς ορισμένων περί εγκλωβισμού της σε φαύλους μηρυκασμούς. Αυτά όμως τα αφήνουμε για αργότερα. Στρεφόμενοι τώρα στο θεωρητικό περιεχόμενο του Μ.Δ, δίχως την παραμικρή προσκόλληση στα πρόσωπα που εξήγγειλαν το κάλεσμα γίνεται εύκολα αντιληπτή η στοχοθεσία του παραπάνω εγχειρήματος αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για την όποια παρερμηνεία. Ήταν εμφανέστατο πως επρόκειτο για ένα πολύμορφο κάλεσμα το οποίο τοποθετούσε ως συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις ομάδες και στις ατομικότητες, που απευθυνόταν, την επιθυμία για αντιεξουσιαστική δράση. Εν ολίγοις, ήταν εξαρχής κατανοητό πως οι σύντροφοι δεν απευθύνονταν αποκλειστικά σε μια συγκεκριμένη τάση, μα απλούστατα έθεταν κάποιους όρους, οι οποίοι ήταν δυνατό να γίνουν οικειοποιήσιμοι από έναν πολύ διευρυμένο κύκλο αντικαθεστωτικών προσεγγίσεων με κοινό παρονομαστή την διάθεση για επίθεση στην κυριαρχία, αφήνοντας τα περιθώρια στους μετέχοντες να προσθέσουν τα δικά τους στοιχεία σε αυτόν τον πειραματισμό. Κι έτσι ακριβώς έγινε. Είδαμε το κάλεσμα να πλαισιώνεται σε όλους τους τομείς από πληθώρα τάσεων και να εκφράζεται πολύμορφα τόσο ως προς τα κίνητρα, όσο κι ως προς τον τρόπο δράσης. Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν, όπου η ιστορία έχει να μας δείξει αναρίθμητα καλέσματα τα οποία έθεταν στο προσκήνιο ζητήματα όπως οι φυλακές, το περιβάλλον, η καταστολή, η οικονομία, αυτό με τη σειρά του μπορεί να προστεθεί εκεί, έχοντας στο επίκεντρο την πολύμορφη δράση ως μια απάντηση που επείγει να κατατεθεί απέναντι στις στρατηγικές κινήσεις της κυριαρχίας. Απότοκο αυτού ήταν η στήριξη του καλέσματος από ενώσεις επαναστατικά προσανατολισμένων εργατών μέχρι μηδενιστικές συμπράξεις άμεσης δράσης. Κινούμενοι στο ίδιο μοτίβο οι έγκλειστοι σύντροφοι, εκμεταλλευόμενοι τις περιορισμένες δυνατότητες που τους παρέχει η παρούσα δυσμενής τους θέση, εξέφρασαν τη δική τους οπτική πάνω στο ζήτημα της αναρχικής επίθεσης και της εξέγερσης, δίχως όμως καλώς ή κακώς να εγκλωβίσουν το κάλεσμα σε αυτόν τον κύκλο, υποστηρίζοντας πιθανώς την αναγκαιότητα συγκρότησης ενός πολύμορφου επιθετικού επαναστατικού μετώπου. Προφανώς καμία πρόταση και κανένα πρόσωπο δεν στέκει υπεράνω κριτικής αλλά η κατανόηση των κινήτρων, η επεξεργασία των στοχεύσεων και η αποδέσμευση από διαβρωτικά απωθημένα αποτελούν απαραίτητες συνθήκες για την ορθή άσκησή της, αποστασιοποιημένης από συγκινησιακές πανούκλες. Με αυτόν τον τρόπο εμείς, δίχως να παραβλέπουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διέπουν τη σύμπραξή μας, εξετάσαμε διεξοδικά τα σημεία του καλέσματος καταλήγοντας πως υπήρχε ο απαιτούμενος βαθμός συγγένειας ώστε να γίνει οικειοποιήσιμο από τα πρόσωπά μας χωρίς να μας μπλέκει σε αλλότριες υποθέσεις. Ως μηδενιστές, αποσκοπούμε στη συθέμελη καταστροφή του υπάρχοντος. Απολαμβάνουμε κάθε στιγμή να παρατηρούμε την κοινωνία να πλήγεται και να δέχεται χτυπήματα ακόμα κι αν αυτά δε μας εμπεριέχουν πλήρως. Κάθε στοιχείο που μας εκφράζει σε έναν ελάχιστο βαθμό είναι δυνατόν αφού αναγνωριστεί να αποσπαστεί από την αρχική του ολότητα, να οικειοποιηθεί από μας και να αποτελέσει συνθετικό στοιχείο δόμησης μιας κατάστασης όπου θα ενσαρκώνει την επιθυμία μας για μια καταστροφή δίχως όρια και προοπτική. Προφανώς ως αναρχικοί μηδενιστές, εγωιστές δεν ταυτιστήκαμε με το συγκεκριμένο κάλεσμα και σε καμία περίπτωση δεν αγκαλιάζουμε έννοιες όπως “πολυτασικότητα” ούτε ασπαζόμαστε προπαγανδισμούς για μια αυθαίρετη πολυμορφία. Η μόνη πολυμορφία που δεχόμαστε είναι αυτή που συνεισφέρει στη διάχυση του μηδενός και στην εξάπλωση της φωτιάς της άρνησης, αναζητώντας σε κάθε περίσταση μια ευκαιρία να εμπλουτίσουμε την εργαλειοθήκη μας, η οποία και είναι προσανατολισμένη σε αυτόν τον σκοπό. Ο Μαύρος Δεκέμβρης λοιπόν, όντας ανοιχτός προς τις κατευθύνσεις που ενδέχοταν να εκδηλωθούν επιθέσεις, ήταν ένα κάλεσμα που μπορούσαμε να το δούμε εργαλειακά χρήσιμο από τη στιγμή που μας παρείχε τη δυνατότητα να το χρωματίσουμε με τις δικές μας επιδιώξεις. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο προχωρήσαμε στη στήριξή του και τώρα κατά συνέπεια σε έναν απολογισμό ως προς τις στοχεύσεις μας και ως προς τις γενικότερες κατακτήσεις και παρακαταθήκες του.

II. Κάποιες οφειλόμενες απαντήσεις.

Πριν όμως προχωρήσουμε στον οποιοδήποτε απολογισμό και την αποσαφήνιση της οπτικής μας, θεωρούμε πως προέχει μια ανασκόπηση στα σημεία του καλέσματος πάνω στα οποία συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής που ασκήθηκε. Ο Μ.Δ. ήταν ένα κάλεσμα το οποίο ειδικά στον εν Ελλάδι χώρο λασπολογήθηκε, αμφισβητήθηκε και λοιδορήθηκε όσο λίγα. Η κριτική που ασκήθηκε ήταν ως επί το πλείστον απότοκο εμπάθειας και προσωπικών απωθημένων, ενώ στον αντίποδα οι ελάχιστες “σοβαρές” θέσεις που επιχειρήθηκε να αποτυπωθούν ήταν αντιπροσωπευτικές της προσπάθειας σύνδεσης του βασικού πυρήνα του χώρου με τις ξεχασμένες σοσιαλιστικές πατρίδες. Έκδηλη είναι ωστόσο και η απαξίωση αφορμαλιστικών δομών όταν δεν έχουν τουλάχιστον μια συνάφεια με ορισμένες οικουμενιστικές στοχεύσεις και δεν συνεισφέρουν στα θεμέλια οικοδόμησης ενός πολιτικού κινήματος. Επομένως, σε αυτές τις σταθερές εντοπίζουμε τους κύριους άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκαν οι γενικότερες θέσεις των προσεγγίσεων όσον αφορά τον Μ.Δ. που εκφράστηκαν επιχειρώντας τώρα να αναδείξουμε την μυωπική και αιθεροβάμονα ανάλυσή τους, η οποία όμως σε κάποια ελάχιστα σημεία πατούσε σε ρεαλιστικές βάσεις.

α) “Ένα κάλεσμα δίχως θεωρητικές βάσεις, πλήρως κενού περιεχομένου.”

Ένα μοτίβο πάνω στο οποίο κινήθηκε μεγάλο ποσοστό των επικριτών του Μ.Δ. χαρακτηρίζοντας το κάλεσμα αυτοσκοπό, στερημένο νοήματος, πρόθεσης και στόχευσης. Οι διάφοροι επιτήδειοι ακαδημαϊκοί της επανάστασης όπως αναμενόταν δε δίστασαν να εκμεταλλευτούν το – σε έναν βαθμό – αυθαίρετο περιεχόμενο του καλέσματος για να βγάλουν την προσωπική χολή τους απέναντι στους συντρόφους και κυρίως απέναντι στη μηδενιστική τάση, στοιχεία της οποίας πρεσβεύει η Σ.Π.Φ. Δεν έχουμε καμία πρόθεση φυσικά να αφιερώσουμε χρόνο στην ενασχόληση με διαδικτυακά ανώνυμα debate και δικαστήρια του πληκτρολογίου, δραστηριότητες στις οποίες εξειδικεύονται οι θιασώτες των “καφενείων του χώρου” όμως αναγνωρίζουμε την επικινδυνότητα που υποβόσκει αν ορισμένοι εντελώς αβάσιμοι ισχυρισμοί όπως ο προηγούμενος μείνουν αναπάντητοι. Ο Μ.Δ. όπως και παραδεχτήκαμε περιελάμβανε όντως ένα καθόλου συγκεκριμένο περιεχόμενο έχοντας τοποθετήσει την αντιεξουσιαστική επίθεση στην εμπροσθοφυλακή του καλέσματος. Αυτή όμως η απόφαση αποτελούσε το νόημα του συγκεκριμένου πολύμορφου πειραματισμού του οποίου το στόχο οι δήθεν διανοούμενοι “παπαγάλοι” δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν και να οικειοποιηθούν. Η εστίαση στην πολύμορφη δράση φανέρωνε την πρόθεση του καλέσματος να φιλοξενήσει οπτικές από διαφορετικές λογικές πορείες και υποκειμενικές αξιολογήσεις, αφήνοντας την ουσία της πρότασης να την καθορίσει η διάθεση της κάθε ατομικότητας ή ομάδας. Ένα πολύ αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της προαναφερθείσας θέσης ήταν το κείμενο στήριξης από εργάτες που δημοσιεύτηκε στην Αργεντινή το οποίο ενώ συμφωνούσε με το βασικό πυρήνα του καλέσματος, δηλαδή την αναγκαιότητα για εντατικοποίηση της δράσης, πρόσθεσε τις δικές του θεωρήσεις και στοχεύσεις οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζονταν με αυτές των δύο εμπνευστών συντρόφων.

Αν λοιπόν αυτοί που διατείνονταν πως το κάλεσμα ήταν κενού περιεχομένου και πως για χάρη του παραμερίζονταν πολύ σοβαρότερες εξελίξεις μπορούσαν απλώς αντί γι’ αυτό να το βουλώσουν και να πράξουν θέτοντας τα δικά τους ζητήματα στο προσκήνιο, όπως για παράδειγμα το προσφυγικό ή αυτό των πέντε φοιτητών, ενώ ταυτόχρονα μέσω του λόγου που θα παρήγαγαν να επιχειρήσουν τη σύνδεση των δράσεών τους με τα κομμάτια της κοινωνίας που θεωρούν πως επιβάλλεται να προσεγγίσουν, τότε ίσως  θα αντιλαμβανόντουσαν πιο ανάγλυφα την φύση του καλέσματος. Είναι φανερό επομένως, πως τα θεμέλια των παραπάνω ισχυρισμών ενεδρεύουν, όχι σε κάποιου είδους πολιτικής ρήξης που θα αποτελούσε πρακτικό κώλυμα, μα σε προσωπικά απωθημένα και στην γνωστή ιδεολογικοποιημένη δειλία και την ανάπαυση σε φιλοσοφικές, καφενειακές αντιπαραθέσεις του χώρου. Ο Μ.Δ σε καμία περίπτωση δεν δύναται να ενεργούσε εις βάρος άλλων γεγονότων, παρά μόνο προωθητικά γι’ αυτά, έχοντας αποσαφηνίσει τις προθέσεις του για πολύμορφη δράση και αν εν τέλει εντός των ελληνικών συνόρων κατέληξε να πλαισιωθεί αποκλειστικά από μερίδες του εξεγερσιακού – μηδενιστικού ρεύματος, αυτό έχει να κάνει με την γενικότερη ανυπαρξία και στροφή στην νομιμότητα και τον εναλλακτικισμό του κλασικού χώρου, με τις δράσεις τους να περιορίζονται όλο και περισσότερο σε γραφικούς ανέμπνευστους αυτοματισμούς. Εν ολίγοις, ο Μ.Δ ήταν ένα πλήρως οριζόντιο κάλεσμα για δράση, το οποίο παρείχε την δυνατότητα στους συμμετέχοντες να κατασκευάσουν οι ίδιοι το νόημά του.

β) Ο θεαματισμός της βίας και της εξέγερσης

Ερχόμαστε στο δεύτερο σημείο της σφοδρής κριτικής που εκτοξεύθηκε εναντίον του καλέσματος. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που κατηγόρησαν το κείμενο πως παρουσίαζε την βία σαν έναν θεαματικό αυτοσκοπό με στόχο τον προσηλυτισμό νεαρών ατόμων, απομακρύνοντας αυτήν από τον εργαλειακό της ρόλο που δεν είναι άλλος παρά (φυσικά) ο σκοπός της κοινωνικής επανάστασης. Δεν δίστασαν να ισχυριστούν πως οι σύντροφοι αποσκοπούσαν επιτηδευμένα σε μια συγκινησιακή διέγερση των προσώπων μέσα από την χρήση, λυρικού – ποιητικού ύφους και την σύνδεση του καλέσματος με τον θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου στις 6/12/2008, ώστε να τα καταστήσουν ζηλωτές της νέας αναρχίας, την οποία ορισμένοι χαρακτήρισαν ιερατείο. Οι ίδιοι που οργανώνονται σε ομοσπονδίες, που ιεροποιούν την κοινωνία, που στηρίζουν μια ουσιοκρατική προσήλωση στο ανθρώπινο υποκείμενο και προπαγανδίζουν ανελλιπώς την ανάγκη για την χάραξη μιας επαναστατικής πορείας με σταθερά και πάγια προτάγματα, δεν ντράπηκαν να κατηγορήσουν άλλα πρόσωπα ως ιερατείο με φιλοδοξίες ανέγερσης τους σε κοινωνικούς βοσκούς. Εμείς δεν οριστήκαμε δικηγόροι των συντρόφων προκειμένου να τους αντιπροσωπεύσουμε καθαγιάζοντας τις προθέσεις τους, ούτε επιθυμούμε να λάβουμε μέρος σε συζητήσεις που ξεπερνάνε κατά πολύ τα όρια της πολιτικής κριτικής, γι’ αυτό και θα εστιάσουμε στο νόημα αυτών των ισχυρισμών και όχι στην πηγή από την οποία πιθανόν να τροφοδοτούνται. Ο οίκος μέσα στον οποίο στεγάζονται οι ισχυρισμοί περί θεαματισμού της βίας, δεν είναι άλλος από την χονδροειδή ταύτιση αιτίας και αποτελέσματος και κατ’ επέκταση αυτού δημιουργείται μια μυωπική και στρεβλή ανάλυση της θεαματικής κοινωνίας. Η παραπάνω ταύτιση, παίρνει ένα αποτέλεσμα, στην συγκεκριμένη περίπτωση τον θεαματισμό της βίας και το μετατρέπει σε αρχικό αίτιο – σκοπό των συντρόφων από τους οποίους προήλθε η πρωτοβουλία για το κάλεσμα σε έναν Μ.Δ, πράγμα που σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζει τους αληθινούς συντελεστές σύνθεσης μια κατάστασης.

Το θέαμα αποτελεί τη διάλεκτο του όχλου, οπότε κάθε προσπάθεια επικοινωνίας μαζί του μεταφράζεται θεαματικά. Η ποιητική γλώσσα συγκεκριμένα, όντας μια γλώσσα η οποία συνδέεται πιο άμεσα με την αισθαντική εμπειρία, επικοινωνώντας το μήνυμα που διαχέεται σε πιο ολοκληρωμένη μορφή λόγω της βιολογικής εξάρτησης του από την εικόνα, που είναι η βασικότερη κινητήριος δύναμη των όχλων ιστορικά αλλά ιδιαιτέρως την σύγχρονη εποχή, είναι αναπόφευκτο το να δημιουργήσει εκστασιασμένα πλήθη, αποχαυνωμένα από το προϊόν που του σερβίρεται. Το πως όμως συλλογίζονται και δραστηριοποιούνται τα πλήθη δεν γίνεται να είναι ένας μόνιμος δερβέναγας πάνω από τα κεφάλια μας που συνεχώς μας καθορίζει, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή που η εμπορευματοποίηση και η κατανάλωση της δράσης είναι μη αποφευκτή. Αν οι σύντροφοι διέπονται από την επιθυμία να μεταδώσουν τις εμπειρίες τους όσο το δυνατόν γλαφυρότερα, αναζητώντας δέκτες όπου το μήνυμα λόγω κοινών βιωμάτων και συγγενικών αντιλήψεων θα τους διαπεράσει ολότελα, κατασκευάζοντας μια ατμόσφαιρα παιχνιδιού, ζωντανής επικοινωνίας η οποία θα γκρεμίζει τείχη και θα μηδενίζει γεωγραφικές αποστάσεις, τότε οι μηχανικές αντιδράσεις των πάσης φύσεως μαζανθρώπων είναι κάτι που οφείλει να τους αφήνει επιεικώς αδιάφορους. Το αν το κάλεσμα παρότρυνε σε έναν θεαματισμό της βίας ας το απαντήσουν οι δεκάδες ομάδες που συνωμότησαν, ρίσκαραν, επιτέθηκαν και διατάραξαν με ποικίλους τρόπους την ομαλότητα των ημερών του Δεκέμβρη. Όσοι μιλάνε για θεαματισμό της βίας ας προσέξουν μήπως κατά την διάρκεια των περιδιαβάσεων τους ανάμεσα στα σημαινόμενα της εποχής απώλεσαν πάσα δυνατότητα συνδιάλεξης με την ζωή, υποκύπτοντας στο πιεστικό φλερτάρισμα του θανάτου κάτω από το πέπλο φτιασιδωμένων εννοιών. Γιατί κάποιος ο οποίος επικεντρώνει τόσο επίμονα σε μία ταύτιση αιτίας και αποτελέσματος, η οποία πρέπει όχι μόνο να επαληθευτεί αλλά και αυτή η επαλήθευση να προέρχεται από δανεικά μέσα, κινδυνεύει να χάσει από τον ορίζοντα του το νόημα και των δύο. Ο Μ.Δ σε καμία περίπτωση λοιπόν, δεν ήταν αποκλειστικά θεαματικός (αποσπασματικά ήταν, καθώς το θέαμα είναι η κυριαρχία της αποσπασματικότητας, ταυτόχρονα με τον κατακερματισμό του πλέον διαιρεμένου νοήματος που πλέον δεν εντοπίζεται πουθενά) και επιχειρήματα τύπου: »από την στιγμή που μια ενέργεια δεν συμβάλλει και δεν έχει ως στόχο την κοινωνική επανάσταση είναι είτε ρεφορμιστική είτε θεαματική» δεν χρίζουν καν απάντησης. Αν ορισμένοι πέρα από την κοινωνική επανάσταση δεν διακρίνουν παρά το θέαμα και την άβυσσο της παράνοιας, ας στρέψουν την προσοχή τους στο περιβάλλον που συνοδεύει αυτήν την ατμόσφαιρα και έπειτα ας απαντήσουν αν η τρέλα και η σωφροσύνη είναι δίκαια μοιρασμένη σε αυτήν την έρημο της φαντασίας. Εμείς, περισσότερο περίτρανη απόδειξη για την παντοδυναμία του θεάματος από την υποβάθμιση εννοιών, όπως αυτοπραγμάτωση, βούληση για δύναμη ή διαρκή εξέγερση, σε απλές αναπαραστάσεις, από στόματα δήθεν πολέμιων του υπάρχοντος, δεν εντοπίζουμε.

γ) Το πατρονάρισμα από τους μέσα.

Σε αυτόν τον αβάσιμο ισχυρισμό, που ξεκάθαρα οι ρίζες του εντοπίζονται στην ασυγκράτητη μανία ορισμένων να εχθρεύονται κάθε νέα προοπτική και εγχείρημα που αναδύεται απειλώντας την κανονικότητα της μικροπολιτικής τους φούσκας, δεν έχουμε να δώσουμε και ούτε πιστεύουμε πως αξίζει να δώσουμε κάποια μακρόσυρτη απάντηση, πέρα από την αποτύπωση συγκεκριμένων βασικών θέσεων οι οποίες έως τώρα θα έπρεπε η αποδοχή τους να είναι δεδομένη. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε που ακριβώς ενδιαιτάται η πεποίθηση ότι ένα κάλεσμα το οποίο προέρχεται από φυλακισμένους συντρόφους πρέπει ντε και καλά να αποβλέπει στην καθοδήγηση, στο πατρονάρισμα, στο καπέλωμα και να αναβλύζει από πηγές αρχομανίας. Το απλό και επιθυμητό γεγονός της λήψης μια πρωτοβουλίας από συντρόφους, όποια κι αν είναι η κατάσταση που υφίστανται, αντιμετωπίζεται ως επί το πλείστον καχύποπτα, εχθρικά, δεισιδαιμονικά και σε μεγάλη κλίμακα εκλαμβάνεται σαν μια προσπάθεια ανέλιξης αυτών σε στρατηγούς και των υπολοίπων σε εντολοδόχους. Με λίγα λόγια, για μια ακόμη φορά στεκόμαστε αντίκρυ σε μία τυφλή ταύτιση αιτίας και αποτελέσματος, όμως δεν θα περιοριστούμε αυτήν την φορά σε μια απλή διαπίστωση. Οι σύντροφοι φαντάζουν εξουσιομανείς μπροστά στους δύσκαμπτους επικριτές τους, οι οποίοι εκτοξεύουν την λάσπη τους γονατισμένοι μπρος στα σοσιαλιστικά τοτέμ τους, προπαγανδίζοντας ταυτοχρόνως μηχανικά την έλευση της εξωραϊσμένης δυστοπίας τους, πλαισιωμένη βεβαίως από ορδές ακρωτηριασμένων, συναινετικών ανθρωπάριων που έχουν καταστεί ανίκανοι για την όποια πρωτοβουλία η δημιουργία. Αυτή είναι λοιπόν η πολιτικά ορθή θέση της επίσημης αναρχίας; Κάθε ατομικό πάθος και κάθε εγωιστικό κίνητρο να καταμερίζεται ως εχθρός αυτής της τυραννικής και κίβδηλης οριζοντιότητας που πολεμά να κυριαρχήσει; Στο διάβολο αυτή η φασιστική οριζοντιοποίηση σας. Η εξέλιξη του καλέσματος όπως τελικά αποδείχτηκε ήταν το πιο ταιριαστό ανάθεμα εναντίον της. Η αναρχία δεν έχει ανάγκη της αδύναμες και νοσηρές ξύλινες κοινοτυπίες σας. Προωθεί την αρμονία μέσα από το εγωιστικό βολονταριστικό χάος που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη και εξορκίζει κάθε σεπτό φαντασιακό οικοδόμημα όσο ισχυρό και αναγκαίο κι αν παρουσιάζεται. Για να τελειώνουμε λοιπόν μια και καλή με τους ισχυρισμούς των αντιπρόσωπων του αυτονομημένου κοπαδιού. Δεν μας απασχολεί αν στα μάτια σας οι ατομικές πρωτοβουλίες και οι άτυποι συντονισμοί όπως ο Μ.Δ φαντάζουν ιεραρχικά η οριζόντια σχήματα, φτάνει που είναι ζωντανά σε αντίθεση με τα κινηματικά μορφώματα σας.

III) Απολογισμός, κριτική και παρακαταθήκες.

Έχοντας προχωρήσει σε μία στοιχειώδη απάντηση απέναντι σε θέσεις αντιτιθέμενες στον Μ.Δ, ήρθε η ώρα να παρουσιάσουμε τον δικό μας απολογισμό. Ο απολογισμός αυτός ως συνέπεια της αποσπασματικής και μετεστραμένης συμβολής μας στο κάλεσμα, θα ασκηθεί σε δύο πεδία συγχρόνως. Θα κρίνουμε το κάλεσμα απέναντι στις δικές τους αφετηριακές επιδιώξεις, όπως δηλαδή εκφράστηκε από τους συντρόφους Ν.Ρ. και Π.Α. ενώ ταυτόχρονα θα το αντιπαραβάλουμε στις δικές μας στοχεύσεις αποτυπώνοντας τις κεκτημένες εμπειρίες αναλόγως τον βαθμό ικανοποίησης των επιθυμιών μας. Η πολυδιάστατη αυτή κριτική αποτελεί για μας απαραίτητη συνθήκη για την αποφυγή περιθωριοποίησης των προσώπων μας σε απλά σημαινόμενα μιας εξωγενούς-εξουσιαστικής διαλεκτικής διαδικασίας. Κάθε αφορμαλιστική διαδικασία, αν θέλει να θεμελιώνεται πάνω σε πραγματικά πρόσωπα και όχι σε φαντάσματα και ψευδοσύνολα, οφείλει να μην αποσπάται ποτέ από το άτομο και να καταργεί τις κοινωνικές, δυαδικές αντιθέσεις όπως αυτήν της ιεραρχίας και την οριζοντιότητας. Πρακτικά αυτό μεταφράζεται με έναν πολύ λιτό τρόπο. Ο Μ.Δ. κρίνεται συνειδητά ως εργαλείο και όχι ως ένα υποκείμενο. Κρίνεται ως προς τα πρόσωπα τα οποία τον συνέλαβαν για πολιτικούς λόγους και στην συνέχεια ως προς το κάθε πρόσωπο που τον ασπάστηκε  στις μετεστραμένες εκδοχές του. Τα πρόσωπα όμως πάντα παραμένουν οι κριτές και οι απολογητές και όχι οι εκπρόσωποι διενέξεων ανάμεσα σε κατασκευές δίχως σάρκα και βούληση. Μια τέτοια κατασκευή είναι ο Μ.Δ. Μια τέτοια κατασκευή είναι και η σύμπραξη αναρχικών Memento Mori δίχως όμως αυτό να συνεπάγεται με την αντιστροφή των εργαλειακών συσχετισμών.

Εκφράσαμε εξαρχής την πρόθεσή μας να στηρίξουμε το κάλεσμα, διότι κυοφορούσε το ενδεχόμενο δημιουργίας συνθηκών για την έκφραση καταστρεπτικών διαθέσεων, οδηγώντας έτσι στην αυτοπραγμάτωση και την μετεξέλιξη, μέσα από το βίωμα της σύγκρουσης σε πρώτο πρόσωπο και χρόνο ενεστώτα. Διότι ουδεμίας επιθυμίας η αυθεντικότητα δεν δύναται να υπολογιστεί, να επαληθευτεί και να εξελιχθεί αν δεν συνδυαστεί με την πραγμάτωσή της στον υλικό κόσμο και όχι στην φούσκα της φαντασίας, η οποία γεννά εικόνες και όχι αιχμηρές σχέσεις και εύφλεκτους πειραματισμούς. Η κοινωνία πλαισιωμένη από τις σκιές που την συνθέτουν, έχει κατευθύνει σε τέτοιο βαθμό τις ορέξεις μας, τις επιθυμίες μας, τα πιστεύω μας και την βούληση μας, που μόνο η δοκιμασία τους στην πράξη συνοδευόμενη με μία καθάρια, κυνική ματιά, εμπεριέχει την πιθανότητα ανεύρεσης της λυδίας λίθου όπου θα μας επιτρέψει να γνωρίσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας σαν αναπόσπαστο κομμάτι του, γκρεμίζοντας τα τείχη των κάθε λογής διαχωρισμών. Ο Μ.Δ, όπως και κάθε εγχείρημα το οποίο παροτρύνει τα πρόσωπα να αρνηθούν να παραμείνουν θεατές στην ίδια τους την ζωή, δεν μπορεί παρά να δρα προωθητικά προς την υπόθεση της εξέγερσης του εγώ, ενάντια στις αλυσίδες της αλλοτρίωσης και του ετεροκαθορισμού. Ζωή σημαίνει λερώνω τα χέρια μου όπως έχει επανειλημμένα ειπωθεί και ο καθένας που απεκδύεται να αυτοπραγματωθεί με όποιον τρόπο διαθέσιμο ενάντια στον ορθολογικά μακιγιαρισμένο μονόδρομο που του έχει παρουσιαστεί σαν καθολική αλήθεια πίσω από την βιτρίνα του ρεαλισμού, είναι καταδικασμένος σε μια ζωή, χειρότερη από τον ίδιο τον θάνατο, πνιγμένος μέσα στις συλλογικές πλάνες και τις προσωπικές του αντιφάσεις. Ο Μ.Δ έδειξε ότι υπάρχει το δυναμικό ώστε να μπορούμε όχι μόνο να οραματιζόμαστε αλλά να προσδοκούμε σε ένα ταραχώδες μέλλον, με την αναρχία και την φωτιά της άρνησης να μην αποτελούν απλώς λέξεις σε συζητήσεις καφενείων και διαδικτυακών σελίδων. Η αφορμαλιστική, αναρχική οργάνωση, ο συντονισμός της δράσης, η επίθεση στις εκφάνσεις του κοινωνικού μορφώματος και η συνολική ρήξη με το υπάρχον μέσα από την μηδενιστική άρνηση, αρχίζουν σιγά σιγά να χαράζουν την δική τους ιστορία στην σφαίρα των γεγονότων και να δίνουν πνοή σε νέες προοπτικές και επιθυμίες. Ακόμα κιαν η ένταση των επιθέσεων σε σχέση με την ποσότητα, ήταν περιορισμένη, αυτό που διαφαίνεται είναι πως τα μικρόβια πλανόνται ήδη στον αέρα και με κάθε βίωμα επίθεσης και έμπρακτης άρνησης, όπου θα σπάει την ομαλή ροή των κοινωνικών καταμερισμών καθηκόντων, σχέσεις θα σφηριλατούνται, επιθέσεις θα εντίνονται, αδυναμίες θα αποκαλύπτονται και δυνατότητες θα γεννιούνται. Είναι λοιπόν υψίστης σημασίας, να εντοπίσουμε και να εκμεταλευθούμε τις παρακαταθήκες του πειραματισμού αυτού ώστε να αποφύγουμε να περιοριστούμε σε μία κυκλική αυτοπραγμάτωση όπου τα στοιχεία της κίνησης και της εξέλιξης θα εκλείπουν. Η θέληση μας για δύναμη και για ζωή είναι αλληλένδετη με την περιφρώνηση για κάθε τι νεκρό και παρηκμασμένο, οθώντας μας σε μια κατ’ εξακολούθηση υπέρβαση του παρόντος. Ως εκ τούτου διατηρούμε στην μνύμη μας τις νίκες μας, όπως τον επιτυχή συντονισμό επιθέσεων, την σφυρηλάτηση σχέσεων, την διεθνοποίηση της επικοινωνίας και της δράσης, την διατάραξη των καθημερινών μας συνηθειών, το άνοιγμα συζητήσεων όσον αφορά το ζήτημα της οργάνωσης, τα βιώματα από στιγμές σύγκρουσης και πολέμου, την αυτοπραγμάτωση, μα και τα λάθη, τις αστοχίες, τις απογοητεύσεις και τις αποτυχίες μας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο η ζωή κυλάει. Αποδεχόμενη το παρελθόν, αναδιαμορφώνοντας τους όρους του παρόντος και δημιουργώντας το μέλλον.

Στα πλαίσια του προαναφερθέντος ξεπεράσματος, επιλέγουμε να σταθούμε σε δύο παθογένειες που συνεχώς αναδύονται, καθώς στέκονται πάντα εμπόδιο στην εντατικοποίηση των επιθέσεων, στομώνοντας την άρνηση και εμποδίζοντας την ποιοτική ανάπτυξη της αναρχικής συνείδησης. Όπως διατυπώθηκε και στην αρχή του κειμένου, ο ετεροκαθορισμός από την επαναστατική στειρότητα της εποχής, αποτελεί παθογένεια με μόνιμη και έντονη παρουσία στους κύκλους μας, στην οποία ελλοχεύουν συνέπειες με αρκετά έκδηλο χαρακτήρα ακόμα και στις καθημερινές δραστηριότητες. Και τι εννοούμε με αυτό; Ότι γύρω από τις στάχτες που αφήνει πίσω της η καταστολή, εμείς προσπαθούμε να διασώσουμε ό,τι μπορούμε και με όποιον τρόπο γίνεται, υποβασταζόμενοι από το θεώρημα του μικρότερου κακού. Τα κατά φαντασίαν, πολύμορφα κινήματα είναι απότοκο της παραπάνω σχέσης τρόμου μπροστά στην καταστολή και το ενδεχόμενο της ισοπέδωσης όλων των αντιστάσεων απο την κυριαρχία. Κατά φαντασίαν γιατί τα επονομαζόμενα πολύμορφα κινήματα δεν είναι παρά οι ίδιες συμφωνίες ανθρώπων με μόνη διαφορά τον διευρυμένο και φιλόξενο χαρακτήρα τους με τον κίνδυνο να καταλήξουν κάτι αφηρημένο και συμβατικό δίχως να διατηρούν το σφρίγος και το ρηξικέλευθο πνεύμα των μοναδικών δημιουργών. Απαμβλύνοντας τόσο αυθαίρετα το θεωρητικό τους υπόβαρθρο βέβαια, είναι πάντα αναπόφευκτη η κατάρρευση τους υπό το βάρος των αντιφάσεων που εγκολπώνουν. Ο όρος της πολυμορφίας είναι δυνατό να εφαρμοστεί μόνο σε μεμονωμένες περιστάσεις, όπου οι τάσεις συσπειρώνονται με σκοπό να πλήξουν έναν κοινό στόχο με έναν πολύ ελαστικό συνδετικό κρίκο, όπως στην περίπτωση του Μ.Δ., ο οποίος όρισε ως στόχο όλο το φάσμα της κυριαρχίας και έθεσε ως συνδετικό κρίκο την επιθυμία για επίθεση. Η θεμελίωση δήθεν πολύμορφων κινηματικών δομών ή πολιτικών χώρων, είναι ένα ακόμα φάντασμα κοινωνικής συγκρότησης που έρχεται να προστεθεί σε αυτόν τον μακρύ κατάλογο στρεβλώσεων και παραμορφώσεων, με αποτέλεσμα την συγκατάθεση, την αιτιολογημένη υποχώρηση με όρους νίκης και την ηθελημένη πλάνη. Το όλοι μαζί γενικώς και αορίστως δεν υπήρξε και ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ »σύντροφοι». Όπως τα γεγονότα αποδεικνύουν μάλιστα, ακόμα και αυτές οι μεμονωμένες περιστάσεις εγκυμονούν κινδύνους που έχουν ως προέλευση πολλές φορές την προαναφερθείσα, μη θεωρητική θωράκιση ενός καλέσματος ή ενός εγχειρήματος από την παρείσφρυση κάθε λογής παράσιτων, θεαματισμών και αναπαραστάσεων. Παρόλο που εμείς σε όλη την διάρκεια του κειμένου, επιχειρήσαμε να υπερασπιστούμε το κάλεσμα από ανακρίβειες και στρεβλώσεις, δεν εθελοτυφλούμε διατεινόμενοι πως σε αυτές δεν συνέβαλε το συγκεχυμένο και διευρυμένο περιεχόμενο του ίδιου του καλέσματος. Και πως θα μπορούσε να γίνει άλλωστε αφού η δόμηση ενός τέτοιου πειραματισμού απαιτεί τον αφοπλισμό των ιδιωμάτων των προσώπων και την μορφοποίηση τους, ώστε να αποφευχθεί η όποια εσωτερική πρόσκρουση. Σκοπό μας βέβαια δεν αποτελεί η εξάλειψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του καθενός. Κάθε άλλο. Η ίδια μας η σύμπραξη θέτει ως κεντρικό πυρήνα τα πρόσωπα και τις επιθυμίες τους. Αυτό απέχει έτη φωτός όμως από την τακτική του »όλοι οι καλοί χωράνε», που επιβάλλει συμβάσεις γύρω από τις απαραβίαστες συνθήκες της ενότητας και του αλληλοσεβασμού, αναγόμενες σε ιερά. Η αρμονία στις ανθρώπινες σχέσεις θεμελιώνεται πάνω σε ελεύθερες συμφωνίες, συνασπισμένες στα εγωιστικά ένστικτα του καθενός. Όταν το ρευστό εγώ βρίσκει το περιβάλλον να ασκήσει την τάση του και τις ροπές του, να τις βιώσει στην πράξη και να εξελιχθεί. Δεν είμαστε φιλελεύθεροι. Είμαστε αναρχικοί, εγωιστές και πολεμάμε για την κυριαρχία του συμφέροντός μας, μαζί με πρόσωπα που αναγνωρίζουμε ως αδέρφια, όχι στην βάση ενός ιδεολογικού σκοπού ή στόχου, μα σε αυτήν της αυθεντικής αναβλύζουσας συγγένειας, όσον αφορά την περιστροφή της εξεγερμένης επιθυμίας, γύρω από την δύναμη και την ζωή. Απορρίπτουμε την πολυτασικότητα και την άκριτη, αφοπλισμένη πολυμορφία, ακριβώς γιατί αγκαλιάζουμε την υποκειμενικότητα και την ιδιομορφία στις πιο αγνές τους εκφράσεις. Και η υποκειμενικότητα δεν συνιστά χωράφι για την καλλιέργεια της ισονομίας, του δίκαιου και της αμοιβαιότητας, μα αντιθέτως μια άγονη πεδιάδα που κυριαρχεί η καταστροφή, η βία, η αδικία και ο νόμος των μοναδικού καθώς από την περίοπτη θέση στην οποία στέκει, αντιμετωπίζει τον ψυχρό άνεμο του κενού και του παραλόγου. Όπως πολύ ανάγλυφα έχει αποτυπωθεί ο εαυτός είναι ένα κράτος και αυτός από μία οπτική και μάλιστα το μόνο αληθινό. Ένα κράτος όπου ακμάζει, παρακμάζει, αποσυντίθεται και αναγεννιέται από τις στάχτες του.

Επειδή όμως αυτό που είμαστε δεν αποτυπώνεται ποτέ περιγραφικά στην έρημο της πραγματικότητας, καταδυναστευμένο από ισχυρότερες αντίρροπες δυνάμεις που εμποδίζουν την εφαρμογή του, ο δικός μας συνεχής, παράδοξος πόλεμος, είναι το ξεδίπλωμα αυτής της σχέσης. Μια πολεμική πράξη ήταν και ο Μ.Δ για μας. Γιατί πέρα από τους φιλήσυχους και τους συγκαταβατικούς, αναπνέουν αυτοί που δεν αποδέχονται το δίκιο του παραιτημένου όχλου. Αυτοί που δεν αναμένουν πιστοποιητικά εγκυρότητας από τους ειδήμονες κάθε λογής. Αυτοί που αναζητούν διακαώς ρωγμές να μαυρίσουν του δείκτες του κυκλικού χρόνου, τερματίζοντας βίαια την φτιασιδωμένη κυριαρχία της απάθειας. Αυτές οι επιθυμίες όμως δεν μπορούν να επιβληθούν κατακτώντας ζωτικό χώρο σε αυτοαναφορικούς συλλογισμούς ή σε καφενειακές αντιπαραθέσεις. Πρέπει να σφυρηλατηθούν και να αποτελέσουν έμπρακτα όπλα πρώτης γραμμής στην μάχη για την επανοικειοποίηση της ζωής. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, οφείλουμε να προχωρήσουμε πέρα από λυρικούς στοχασμούς και ποιητικούς βερμπαλισμούς αναχαιτίζοντας ταυτόχρονα κάθε προσπάθεια θεαματικοποίησης της δράσης μας. Πράττοντας αυτό θα αντιληφθούμε την έμπρακτη δυσκολία με την οποία συνεπάγεται η τήρηση των προσωπικών μας στοιχημάτων όταν βάλλονται σε αυτήν την κατεύθυνση και εγχειρήματα όπως ο Μ.Δ συνεισφέρουν στην προβολή τους, όταν βεβαίως αντιμετωπίζονται κυνικά, δίχως να παρεμβάλλονται παραμορφωτικοί καθρέφτες. Ο δρόμος τους αρνητή σε καμία περίπτωση δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η κατασκευή δομών οι οποίες θα στοχοποιούν και θα στηρίζουν επιθέσεις ενάντια σε κάθε έκφανση του υπάρχοντος απαιτεί συνέπεια, συνειδητότητα, σοβαρότητα, θάρρος, αντοχές, οργάνωση και άφθονο ιδρώτα. Αν η μηδενιστική αναρχία σκοπεύει να γίνει πραγματικά επικίνδυνη για την δημόσια ευταξία και την κοινωνική ομαλότητα (όχι στην βάση ενός καθήκοντος μα ενσαρκώνοντας τις επιθυμίες των προσώπων και της ορμέμφυτης παρόρμησης τους για καταστροφή του κοινωνικού οικοδομήματος) παύοντας να βαυκαλίζεται χρησιμοποιώντας ιδεολογικά παραισθησιογόνα χάπια στην κατά τ’ άλλα συμβατική, ομαλή και ρουτινιασμένη καθημερινότητα της, οφείλει να κατανοήσει την παραπάνω αναγκαιότητα για την οικοδόμηση δημόσιων και όχι μόνο, σταθερών δομών. Γιατί, σύντροφοι, δίχως χώρους ζύμωσης, γνωριμίας και διάχυσης της θεωρίας, δίχως ομάδες που θα παράγουν λόγο οξύνοντας την άρνηση, δίχως κινήσεις στήριξης φυλακισμένων συντρόφων, δίχως παράνομα η δημόσια δίκτυα δημιουργίας, προώθησης και διεκπεραίωσης δράσεων, δίχως δομές που πέρα από τα πολύμορφα εγχειρήματα θα αποτελέσουν επιστέγασμα της μηδενιστικής αναρχίας αποδεσμεύοντας αυτήν από εκπτώσεις και απάμβλυνσης, δίχως πρόσωπα διεπόμενα από μία συνειδητότητα όσον αφορά συνέπειες και επιλογές, δίχως πειραματισμούς, φαντασία και πραγματικά ισχυρή θέληση για πόλεμο ενάντια σε κάθε αλλοτρίωση και εκφυλισμό, ας βολευτούμε καλύτερα σε ένα ακόμη μόρφωμα lifestyle για την διαχείριση πελατειακών σχέσεων. Αυτές οι δομές με μία ματιά στις προθέσεις που απαιτούνται, για να πάρουν υλική υπόσταση, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως δεν θα πραγματοποιηθούν από τον καθέναν τυχάρπαστο, εκπρόσωπο των περιττών των οποίων η ύπαρξη και η γνώμη δεν μας απασχολεί. Δεν θα πραγματοποιηθούν από φοιτητές που αντιλαμβάνονται την αναρχία ως μία δραστηριότητα του »ελεύθερου χρόνου». Δεν θα πραγματοποιηθούν από αυτούς που αρκούνται σε μία επίδειξη θεωρητικής κατάρτισης, βαφτίζοντας τον μηδενισμό και την φωτιά της άρνησης, φιλοσοφικό ρεύμα. Δεν θα πραγματοποιηθούν από τους απογοητευμένους κοινωνιστές που δεν έχουν συνέλθει από την προσγείωση που τους επιφύλασσε η μαζική απόρριψη. Δεν θα πραγματοποιηθούν από »εξεγερμένους νεολαίους»  που το πεδίο της μάχης τερματίζει γι’ αυτούς στην συμβολή Πατησίων – Στουρνάρη. Δεν θα πραγματοποιηθούν από άτομα που αναζητούν ένα ακόμα θεαματικό ιδεολόγημα το οποίο θα τους προσφέρει την ψευδαίσθηση της αξίας και του νοήματος μέσα από την προσήλωση σε θολές, ασύνδετες, επαναλαμβανόμενες αναπαραστάσεις, άξια μνημεία μιας πανταχού παρούσας αναυθεντικότητας. Δεν θα πραγματοποιηθούν από τους παθητικούς, τους νωχελικούς, τους παραιτημένους, τους αιώνιους φυγάδες, τους σκαπανείς της ασχήμιας και της αδυναμίας. Δεν θα πραγματοποιηθούν από τους λόγιους, τους διανοούμενους και τους ακαδημαϊκούς οπού η μίζερη παρουσία τους συμβάλλει μόνο στην οικοδόμηση μαυσωλείων και μνημείων τυφλής πίστης. Οι αριθμοί για μας ποτέ δεν είναι το διακύβευμα όμως. Πιστεύουμε πως υπάρχουν άνθρωποι που αισθάνονται αυτήν την πέρα για πέρα αληθινή, εκκωφαντική έκρηξη μέσα τους και τους καλούμε να διεκδικήσουν να της δώσουν τον χώρο που της αναλογεί για να εκφραστεί. Κανένα ανώτερο καθήκον δεν συνθέτει αυτό το νέο τοπίο που φωτίζεται μπροστά μας, πέρα από το εγωιστικό καθήκον που επιτάσσει η προσωπική βούληση. Πάνω σε αυτό οφείλουν να δομηθούν οι νέες σχέσεις αποκομμένες από πάσα κοινωνική φενάκη. Ο Μ.Δ παρά το αφαιρετικό του περιεχόμενο και την μερικότητα που συμπεριλαμβάνουν οι ποικίλες μεταστροφές του, αποδεικνύει περίτρανα πως αν δεν ανανήψουμε από τον προσωπικό μας λήθαργο, σηκώνοντας το μαχαίρι της άρνησης, την πένα της κριτικής και το σφυρί της αποδέσμευσης, σχεδιάζοντας, συνωμοτώντας και δημιουργώντας τις προοπτικές για την ολική ρήξη με το υπάρχον, θα είμαστε πάντα το εύκολο θύμα στα σαγόνια της καταστολής.

IV) Μια σύντομη, εισαγωγική αναφορά στο ζήτημα της οργάνωσης.

Εγωιστική ένωση, όχι απλά αφορμαλιστικός συντονισμός.

Συνοψίζοντας, πριν κλείσουμε οριστικά αυτόν τον ενδελεχή απολογισμό, θεωρούμε επίκαιρη μια ελάχιστη αναφορά στο ζήτημα της οργάνωσης, των λειτουργιών που αντιπροσωπεύουν και την υποκειμενική μας έποψη, εκμεταλλευόμενοι τις αντιθέσεις που αναδύθηκαν με αφορμή τον Μ.Δ. Όλες οι αφετηριακές, βουλησιαρχικές επιταγές και οι συνειδητές ή ασυνείδητες ροπές του ατόμου, ομοίως με κάθε συνεκτική, αυθεντική διαδικασία, διατυπώνονται σαφέστερα στον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά με τα πρόσωπα που έχει επιλέξει να διατηρήσει στο στενό του περιβάλλον, τιμώντας τους ισχυρούς μα συνάμα αόρατους δεσμούς που τους συνδέουν. Το ζήτημα της οργάνωσης δεν περιορίζεται σε ένα απλό σημαινόμενο στον διαλεκτικό πίνακα μιας ιδεολογίας, μα αποτελεί ζωντανό κομμάτι του εαυτού μας, το οποίο σε μεγάλο βαθμό επηρεάζει τις σκέψεις μας, τις αποφάσεις μας, την ψυχοσύνθεση μας, την θέλησή μας και στην τελική την όλη μας διάθεση αποτυπώνοντας ταυτόχρονα την συνέπεια μας μα και την αυθεντικότητα των ισχυρισμών μας. Ως εκ τούτου, είναι εξίσου μια συμπύκνωση της σύνθεσης επιθυμίας και πραγμάτωσής της. Ένα μέσο το οποίο αν απομακρυνθεί από ιδεολογικές μεταφράσεις, δύναται να στραφεί ενάντια στον ίδιο του τον καθορισμένο ρόλο ως άγημα και να μετατραπεί σε άξιο επιστέγασμα για την εδραίωση και το ξεδίπλωμα της εξεγερμένης επιθυμίας. Όταν η ομάδα ή η σύμπραξη θεμελιώνεται πάνω στους όρους μια ελεύθερης, εγωιστικής συμφωνίας, τότε ο μερικός ρόλος της οργάνωσης που την καθιστά ένα αναγκαίο κακό προς την επίτευξη της αυτοπραγμάτωσης μέσα από στιγμές χάους και άρνησης, καταργείται μετατρέποντας την ίδια σε μία ζωντανή και αυθεντική πραγματικότητα που ακυρώνει την εξουσία της σύμβασης και της αναγκαιότητας στο εδώ και τώρα. Ο τρόπος οργάνωσης και αλληλεπίδρασης των προσώπων ως συνέπεια αυτού οφείλει να προσπαθεί να είναι όσο πιο περιεκτικός γίνεται, στοχεύοντας κάθε δευτερόλεπτο του νεκρού επαναλαμβανόμενου χρόνου.

Μια τυφλή προσκόλληση στο θολό ιδεολόγημα της πολυμορφίας και ενός ακαθόριστου αφορμαλισμού σε καμία των περιπτώσεων δεν συμπλέει με τις επιδιώξεις μας και δεν μας καλύπτει. Όταν διατρανώνουμε τον πλήρη διαχωρισμό από τον αναρχισμό και την αυγή της εγωιστικής αναρχίας δεν αποσκοπούμε σε μια δήθεν μετεξέλιξη του κινήματος ασπαζόμενοι το κομμάτι της αντίθεσης στην διαλεκτική του πορεία. Όχι. Σπάμε κάθε δεσμό με τα φαντάσματα που αποτελούν την ουσία αυτού του διαφωτιστικού, ορθολογικού μορφώματος και εγκαινιάζουμε ένα ταξίδι στης πατρίδες των αισθήσεων, της ομορφιάς και τη ωμής δύναμης. Διεκδικούμε για το είναι μας την επανάκτηση του ζωτικού του χώρου με την παρόρμηση να του δώσουμε χώρο να ανασάνει. Η ανάνηψη αυτή όμως δεν συνοδεύεται από μία άκριτη αποδοχή του καθενός τις απόψεις, τις επιλογές και το τέλμα της κριτικής σκέψης. Ο εγωισμός δεν συσχετίζεται με την απαξίωση των προαναφερθέντων αρχέγονων αξιών που διεγείρουν τις αισθήσεις και κινούν την περιχαρακωμένη μας ζωή μα τις εξυμνεί και αποδέχεται την αθωότητα της πλάνης τους. Δεν αναζητούμε την αποδέσμευση του εαυτού μας για να τον εγκλωβίσουμε σε νέες αλλότριες υποθέσεις. Δεν παρουσιαζόμαστε ως υπερασπιστές των αδυνάτων και σωτήρες των αναξιοπαθούντων, μα σηματοδοτούμε την αρχή του τέλους τους. Το κενού περιεχομένου πρόταγμα μιας πολυμορφίας δομημένης πάνω στην σύνθεση των τάσεων λιμνάζει ακατάπαυστα στα βαλτόνερα μια μεταφυσικής αντίληψης οπού η σηψαιμική της φύση καταλήγει σε μια νοσηρή, ηθικιστική προσήλωση σε έναν άκρατο σχετικισμό ο οποίο απαξιώνει ακόμα και τις ζωώδεις ενστικτώδεις αρχές του εγωισμού και της ισχύος. Γνωρίζουμε βέβαια πως αυτή η εξαχρείωση του πνεύματος δεν είναι παρά αναπόφευκτη κατάληξη μιας αντιθετικής δυαδικής αντιπαράθεσης στον απόλυτο ορθολογισμό της εποχής. Ένα αντίπαλο δέος ολότελα ευεπίφορο, το οποίο παρασέρνει τους ζηλωτές του στην παραίτηση, την αδράνεια, τον ασκητισμό, την παρακμή, τον βερθερισμό και σε τελικό στάδιο, έναν μακάβριο χορό με τον θάνατο, αποδεχόμενοι πλέον την μακαριότητα και την ασημαντότητα των πάντων, αποκομμένοι από τις δυνάμεις της καταστροφής και της δημιουργίας, μαέστρων στην μελωδική σύνθεση της πορείας των ανθρώπινων παθών.

Η μηδενιστική αναρχία, οφείλει να υψώσει το σφυρί της κριτικής και να γκρεμίσει όλα τα τείχη που στέκονται εμπόδιο ανάμεσα στα πρόσωπα και στον χαοτικό χορό με την φωτιά της ύπαρξης. Δίχως εκπτώσεις και φειδωλές ικανοποιήσεις. Δίχως αφηρημένες συσπειρώσεις, ανίσχυρες μαζοποιήσεις και στομωμένες σχέσεις. Απομακρυσμένη από φτιασιδωμένες συμβάσεις και παρεκβατικές θεωρήσεις, εγκόλπια της ιδεολογίας της ήττας και σύμβολα παρακμής. Να τεθούν τα θεμέλια για μια νέα θεώρηση της ζωής, στην οποία κάθε διαχωρισμός θα εξαλείφεται και κάθε μερικότητα θα κατακεραυνώνεται. Όλες οι ηθικές αλυσίδες με τις κοινωνικές επιταγές που συνεπάγονται να πυρπολούνται ανελέητα από το αμείωτο σφρίγος του εξεγερμένου προσώπου. Κάθε θεαματική αποσπασματικότητα να θρυμματίζεται βίαια από την σαρκαστική διαύγεια του μηδενιστή καταστροφέα. Σίγουρα αυτά τα νέα αντιπολιτικά προτάγματα δεν φαντάζουν καθόλου προσφιλή στις περιορισμένες αντιλήψεις των κοινωνικών κοπαδιών. Είναι όμως θηράματα που οφείλουμε να αναζητήσουμε με πάθος και πραγματική προσήλωση αν επιθυμούμε να εντρυφήσουμε την ζωή φιλοξενώντας σε αυτήν άξιους συνδαιτυμόνες. Η αναρχική, μηδενιστική επίθεση στην κοινωνία και κάθε φάντασμα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κάποια μορφή πολυμορφίας όσον αφορά όμως τα μέσα, τις ιδιοσυγκρασίες και όχι το νόημα και τον στόχο, o οποίος παραμένει η αυτοπραγμάτωση που απεικονίζεται στον συνολικό πόλεμο του προσώπου με το υπάρχον και κάθε αλλότρια υπόθεση . Σε καμία των περιπτώσεων λοιπόν, δεν αποτελεί ένα φιλόξενο χωράφι για την υποδοχή σκέψεων και αντιλήψεων, όσο αντιθετικά κι αν εφάπτονται. Υπάρχουν σίγουρα αγώνες οι οποίοι παραμένουν κοινοί ως προς το αντικείμενο δίχως όμως αυτό να αποτελεί το απαύγασμα δικών μας τεθειμένων στοιχημάτων, ούτε βέβαια εξαλείφει την ανάγκη για μία μηδενιστικού χαρακτήρα εμβάθυνση στο ζήτημα της οργάνωσης και την μεταφορά τους στην πραγματικότητα. Μια περαιτέρω αναφορά όσον αφορά την οργάνωση πολύμορφων εγχειρημάτων θεωρούμε πως είναι περιττή και δεν άπτεται των επιθυμιών μας. Η ίδια η φύση τέτοιων πειραματισμών, όπως πολλάκις ισχυριστήκαμε είναι εξαιρετικά περιορισμένη και φειδωλή σε ότι έχει να κάνει με την ικανοποίηση που παράγει. Κανείς μηδενιστής ωστόσο δεν κλείνει την πόρτα αφοριστικά στην πολυμορφία, ενατενίζοντας τις ιδεατές μαύρες δομές που οραματίζεται, καθηλωμένος σε πολυθρόνες αυτοαναφορικότητας, μα επιχειρεί από την κάθε περίσταση να απαλλοτριώσει την μέγιστη απόλαυση, χρωματίζοντας την στον βαθμό του δυνατού με την δική του στοχοθεσία. Αυτή η άποψη όμως δεν συμπίπτει με την εγκατάλειψη οποιασδήποτε προσπάθειας για αναβάθμιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της μηδενιστικής οργάνωσης και επίθεσης, ούτε βέβαια με τον παραγκωνισμό της εμβρίθειας που συνεπάγεται η κατασκευή σταθερών δομών με ατομικιστικά χαρακτηριστικά. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας στο παρόν, εκμεταλλευόμενοι το κάθε δευτερόλεπτο, βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τον τρόπο που διαμορφώνουμε το μέλλον ανακαλύπτοντας και εξελίσσοντας τους εαυτούς μας. Σίγουρα η κατάθεση σκεπτικών γύρω από το ζήτημα μιας ρεαλιστικής οργάνωσης αναρχομηδενιστικών δομών, είναι εξαιρετικά επίκαιρη και θεμιτή πάνω στο μοτίβο της μετεξέλιξης και της διαμόρφωσης των δομών αυτών πάνω στις ιδιοσυγκρασίες που συγκεντρώνονται στο εσωτερικό. Δομές που δεν θα έχουν τον χαρακτήρα ενός άτεγκτου μονόλιθου μα θα αναδιαμορφώνουν συνεχώς το περιεχόμενο και την φύση τους αναλόγως τις επιθυμίες των προσώπων που τις πλαισιώνουν και τον τρόπο που αυτά τείνουν να αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους. Αποδεσμευμένοι από το βάρος της κοινωνικοπολιτικής αξιολόγησης και μετάφρασης την πάντων, βασική πηγή φασιστικοποιήσης και εκφυλισμού των σχέσεων, να οικοδομήσουμε ζωντανές δομές που θα αγκαλιάζουν την πορεία από την ανατολή ως την δύση τους, όπως καθετί όμορφο και φθαρτό.

Για την αέναη εξέγερση, την αναρχική επίθεση και την εγωιστική βούληση προς μια καταστροφή δίχως εγγυήσεις και προοπτική.

Σύμπραξη αναρχικών Memento Mori

“Όταν λέω αντι-πολιτισμός”

το βρήκαμε στο interarma

Όταν λέω αντι-πολιτισμός, χρησιμοποιώ μια έννοια με πολλές αρνητικές συνεκδοχές εντός του αναρχικού χώρου. Οι αντιδράσεις στην έννοια είναι συνήθως αντανακλαστικές, με τις ίδιες αντιρρήσεις να αναμασούνται συνέχεια. Ίσως οι αντίπαλοι της αντι-πολιτισμικής σκέψης της αντιτίθενται επειδή εκθέτει την ιεραρχική φύση των δικών τους ιδεών. Ίσως αυτοί οι αντίπαλοι δεν καταλαβαίνουν τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν. Όπως και να έχει, θα ήθελα να την ξεκαθαρίσω…

Όταν λέω αντι-πολιτισμός, δε μιλάω για τον πριμιτιβισμό. Υπάρχει μια γενικώς παραδεκτή διχοτόμηση η οποία θέτει τον “πολιτισμένο” και τον “πρωτόγονο” στα αντίθετα άκρα ενός φάσματος. Ενώ οι κοινωνιστές/συνδικαλιστές προσκολλώνται στο ένα άκρο, ο πριμιτιβισμός προσκολλείται στο άλλο. Οι αντι-πολιτισμικές ιδέες στοχεύουν στην καταστροφή αυτού του φάσματος. Δεν κοιτούν ούτε προς τα πίσω σε προηγούμενες κοινωνίες, ούτε προς τα μπροστά στην κίβδηλη άπειρη πορεία της προόδου. Όπως ο αναρχισμός δεν θα έπρεπε να τοποθετείται σε ένα φάσμα αριστεράς/δεξιάς, έτσι και ο αντι-πολιτισμός δεν πρέπει να τοποθετείται με το ζόρι στο αντίστοιχο “πολιτισμένος”/πρωτόγονος”. Ο πριμιτιβισμός είναι μια ακόμα ιδεολογία, ένας “-ισμός” που στοχεύει στην παροχή ενός σχεδίου για μια μελλοντική κοινωνία… Όπως κάνουν και οι κοινωνιστές από τη δική τους μεριά του φάσματος. Δε με ενδιαφέρουν τα σχέδια. Με ενδιαφέρει η διάλυση του ελέγχου.

Όταν λέω αντι-πολιτισμός, δεν υποστηρίζω τον μαζικό θάνατο, όπως λένε οι αντίπαλοί του. Οι δυσφημιστές του αντι-πολιτισμού σημειώνουν το γεγονός πως πολλοί θα πεθάνουν χωρίς τα “ωφέλη” της βιομηχανικής κοινωνίας. Παραπονιούνται για τους ανθρώπους με καρκίνο ή διαβήτη, οι οποίοι θα πεθάνουν χωρίς ιατρική τεχνολογία (χωρίς να αναρωτιούνται ταυτόχρονα πόσες από αυτές τις ασθένειες προκαλούνται από τον πολιτισμό). Παραπονιούνται για τους ανθρώπους που θα λιμοκτονήσουν αν δεν ψωνίσουν τρόφιμα από το μπακάλικο. Αυτοί οι τρόποι σκέψης δεν είναι μόνο εγωπαθείς και βασισμένοι στο προνόμιο, αλλά και αντιφατικοί ως προς την ελευθερία των ανθρώπων. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τυφλοί ως προς όποιον δεν είναι σαν αυτούς. Θα προτιμούσαν να βλέπουν τους ανθρώπους να παραμένουν υπάκουοι και ευχαριστημένοι εντός πολιτισμού, παρά να αντιμετωπίσουν τη σκληρή πραγματικότητα με τους δικούς τους όρους. Είναι τυφλοί ως προς τα εκατοντάδες εκατομμύρια εθισμένων, που βρίσκονται υποδουλωμένοι σε ουσίες που παράγει και διανέμει το βιομηχανικό σύστημα. Είναι τυφλοί ως προς εκείνους στον τρίτο κόσμο, οι οποίοι θα άφηναν τα εργαλεία τους, θα έβγαιναν από τα ορυχεία και θα επέστρεφαν στις ζωές τους, αν δεν ήταν κυριολεκτικά σκλάβοι. Ναι, χωρίς πολιτισμό άνθρωποι θα πέθαιναν… Εκείνοι οι άνθρωποι που ΔΕΝ πεθαίνουν τώρα. Εκείνοι που ωφελούνται από τοΝ θάνατο των άλλων. Εκείνοι που πεθαίνουν τώρα θα είναι ελεύθεροι να γυρίσουν στην ύπαρξή τους πριν την υποδούλωση ή ακόμα και να δημιουργήσουν νέους τρόπους ύπαρξης. Δε θα χρειάζεται πια να θυσιάζονται για τους αφέντες τους στον αναπτυγμένο κόσμο. Είναι ξεκάθαρο… Ο εγωισμός και ο φόβος των πρωτοκοσμικών είναι εκείνα που τους οδηγούν να αντιτίθενται στις αντι-πολιτισμικές ιδέες.

Αν δεν είναι εγωισμός και φόβος, τότε είναι ωμή ύβρις και πιθανώς ένας ρατσιμός σε άρνηση. Είναι ξιπασμένο το να λέει κανείς πως ένα γενικό κοινωνιστικό/συνδικαλιστικό πρόγραμμα θα γίνει αποδεκτό από εκείνους που δεν έχουν δει τίποτα άλλο από τη σόλα της μπότας της παραγωγής. Είναι ρατσιστικό το να υποστηρίζει κανείς το οποιοδήποτε παγκόσμιο βιομηχανικό σύστημα, όσο δημοκρατικό και αν είναι, όταν υπάρχουν άνθρωποι σε όλον τον κόσμο που δε θέλουν καμιά σχέση με τη βιομηχανία. Ο κοινωνιστής/συνδικαλιστής αγνοεί την αυτο-συντήρηση και τον ρατσισμό μέσα στα οποία είναι τυλιγμένη η αντίθεσή του στον αντι-πολιτισμό. Η αντίθεση στον αντι-πολιτισμό καταλήγει συνήθως σε κάτι του τύπου “Αντιτίθεμαι στις ιδέες του αντι-πολιτισμού, επειδή αν εφαρμόζονταν, θα βρισκόμουν σε κίνδυνο να πεθάνω”. Η αντίθεση υποστηρίζεται από καθαρό τρόμο. Φοβούνται να σκεφτούν πως θα ήταν ο κόσμος χωρίς την παγκόσμια ανωτερότητα της παραγωγής τους.

Ακούγοντας αυτό, ο κοινωνιστής/συνδικαλιστής θα πει: “Μα, ο καπιταλισμός δημιούργησε αυτό το σύστημα! Ο καπιταλισμός εκμεταλλεύεται τον τρίτο κόσμο. Με τα δικά μας σχέδια τα πράγματα θα είναι διαφορετικά!” Προς αυτούς έχω κάποιες ρωτήσεις… Και αν οι άνθρωποι δε θέλουν να δουλέψουν; Πώς περιμένουμε να λύσουν η παραγωγή και η τεχνολογία τα προβλήματα που δημιούργησαν; Σε ποιο σημείο γίνονται πράγματα όπως οι εξορύξεις και οι κατασκευές, ασφαλή και περιβαλλοντικά βιώσιμα; Όταν μπορέσουμε να κατασκευάσουμε ρομπότ και να αυτοματοποιήσουμε τη δουλειά ίσως; Πόση μη ασφαλή και περιβαλλοντικά επιζήμια παραγωγή πρέπει να υπάρξει, ώστε να γίνει η παραγωγή ασφαλής; Μπορεί ο πλανήτης να μας συντηρήσει μέχρι τότε; Δεν είναι ένα μεγάλο άλμα πίστης το να πιστεύουμε πως μπορεί; Δεν είναι αυτός ο τρόπος σκέψης παρόμοιος με μια χιλιαστική θρησκεία ή ακόμα και με τον ουτοπικό σοσιαλισμό, που οι οπαδοί του επιστημονικού σοσιαλισμού επικρίνουν; Ποια προσπάθεια αναδιοργάνωσης της παραγωγής, όταν πρέπει ξεκάθαρα να καταστραφεί;

Όταν λέω αντι-πολιτισμός, δε μιλάω για κάτι που εμπεριέχει την πίστη ή κάποιο μελλοντικό σχέδιο. Δε γνωρίζω ότι η παραγωγή στη σημερινή η κοντά στη σημερινή τεχνολογική κλίμακα μπορεί να συνεχίσει αόριστα. Δε γνωρίζω ότι η βιομηχανία θα βρεί λύσεις για την ατραπό στην οποία έχουμε μπει. Δεν ξέρω ότι η τεχνολογία, ακόμα και τόσο παλιά όσο τα πρωτόγονα εργαλεία, έκανε συνήθως ζημιά στον άνθρωπο και τον πλανήτη. Ξέρω πως οι άνθρωποι πάντα έβρισκαν τρόπο να επιβιώσουν στα μέσα της κατάρρευσης του πολιτισμού.

Όταν λέω αντι-πολιτισμός, δεν έχω ρόδινες αυταπάτες. Επικεντρώνομαι μονάχα στο απελπιστικό παρόν. Δεν κοιτάω προς ένα ψευδώς δοξασμένο παρελθόν. Δεν κοιτάω προς ένα φαντασιακό ουτοπικό μέλλον. Ζούμε στο σήμερα και σήμερα ο κόσμος καταρρέει εξαιτίας του πολιτισμού. Η αναπνοή του άμεσου εχθρού βρίσκεται στο σβέρκο μας και η κατάσταση χειροτερεύει κάθε μέρα… Και όμως, πολλοί άνθρωποι επιλέγουν να το αγνοούν ή προσπαθούν να το δαμάσουν. Ο πολιτισμός δε δαμάζεται ούτε ελέγχεται. Πρέπει να καταστραφεί. Οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα ιστορικά, κατάφερε μόνο να δυναμώσει την ανθεκτικότητα του συστήματος. Από τον Χριστιανισμό, μια σέχτα που κάποτε υποστήριζε μαχητικά την ίση μοιρασιά του πλούτου, στα σωματεία που κάποτε προσπάθησαν να πάρουν τον έλεγχο του πολιτισμού. Όποιες ιδέες δεν αντιτίθενται στον πολιτισμό καταλήγουν στη χειρότερη περίπτωση να ενδυναμώνουν το σύστημα και στην καλύτερη ένα απλό υποκατάστατο στη θέση του.

Όταν λέω αντι-πολιτισμός, προσφέρω ένα πραγματικά ελεύθερο και αντι-ιεραρχικό μονοπάτι αντίστασης. Προσφέρω στους ανθρώπους την ελευθερία να επιλέξουν πως να αντισταθούν με τους όρους που εκείνοι θεωρούν ταιριαστούς, χωρίς να πρέπει να είναι δεσμευμένοι σε κάποιο σχέδιο ή πρόγραμμα. Ο άμεσος στόχος είναι η καταστροφή του πολιτισμού και όλα τα άλλα θα αποφασιστούν από εκείνους που θα υπάρχουν μετά την επίτευξη του στόχου. Οι κόσμοι του μέλλοντος θα φτιαχτούν από εκείνους που θα ζήσουν σε αυτούς, όχι από τους επαναστάτες των καναπέδων του σήμερα.

Όταν λέω αντι-πολιτισμός, δεν είμαι απόλυτα αρνητικός. Η αντι-πολιτισμική σκέψη στοχεύει σε μια θετική σχέση με τη φύση και στο να δημιουργούν οι άνθρωποι τις δικές τους ζωές χωρίς το δεκανίκι του πολιτισμού. Ψάχνει έναν κόσμο όπου η ανθρωπότητα θα μπορεί όντως να ζήσει αντί να κρατιέται ζωντανή. Στις ρίζες του, ο αντι-πολιτισμός βλέπει προς το θετικό πυρήνα της ανθρωπότητας… Έναν πυρήνα που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε θάψει βαθιά μέσα μας και ξεχάσει ή που δεν ξέρουμε καν πως υπάρχει. Ένας πυρήνας που δείχνει πως είμαστε περισσότερο από ικανοί να ζήσουμε σε αυτόν τον πλανήτη χωρίς να τον καταστρέφουμε. Ενώ δεν κοιτάει πίσω σε κάποιο συγκεκριμένο μοντέλο, η αντι-πολιτισμική σκέψη  αναγνωρίζει ένα χαμένο κομμάτι της ανθρωπότητας και θέλει να το αποκαταστήσει, εξολοθρεύοντας τον καταπιεστή της.

Κείμενο του Γ.Ναξάκη που αξίζει να διαβαστεί από όλους.

Επί της ευκαιρίας του διαλόγου που άνοιξε θα πω κι εγώ δυο πράγματα για αυτό το πολυσυζητημένο θέμα της στάσης μας απέναντι στους δικαστικούς μηχανισμούς. Ένας διάλογος που είναι φανερό οτι γίνεται σε διαφορετικές γλώσσες, επιβεβαιώνοντας ένα αντιληψιακό χάσμα που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω απο ευγένειες και αργά ή γρήγορα κάνει την εμφάνιση του σ’έναν κόσμο αδιέξοδο που πασχίζουμε όλοι να βρούμε την επαναστατική έξοδο, καταλήγοντας όμως πάντα να πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Οπότε, μου δίνεται η κατάλληλη πάσα να παρέμβω προφανώς για να βάλω και το δικό μου λιθαράκι σ’αυτό το μπλέξιμο που δεν αντικατοπτρίζει τίποτα άλλο πέρα απ’το γενικότερο υπαρξιακό μας αδιέξοδο. Μ’αυτόν τον τρόπο θέλω να συμβάλλω και γω στη χαοτική διάσταση του ζητήματος, προκαλώντας τη συνέχεια του διαλόγου, εξελίσσοντας κι άλλο ακόμα τη σύγκρουση των αντιφάσεων μας, που καταλήγει να είναι πάντα το μοναδικό πράγμα που μας δίνει κίνητρα να προχωράμε παρακάτω στα πλαίσια της διαρκούς αντιεξουσιαστικής μάχης. Πρακτικά όμως δεν κάνω και γω τίποτα καινούργιο, κάνω και εγώ αυτό που κάνει κάθε μέσος άνθρωπος απο όποιο στρατόπεδο και αν προέρχεται, δηλαδή υπερασπίζομαι δημόσια το δημόσια θιγμένο κομμάτι απ’τη στάση ζωής που επέλεξα, αναδεικνύοντας παράλληλα οτι σ’αυτόν τον κόσμο “οδηγός” είναι η σύγκρουση και οχι η επικράτηση.

 

Καταρχάς, η “κόντρα” μιλάει για “υπεροχή των επαναστατικών απόψεων” και θεωρεί ότι έχει κάποιο “επαναστατικό καθήκον” και γι’αυτό πράττει όπως πράττει. Μιλάμε δηλαδή για χοντρές αντιφάσεις με την όποια ελευθεριακότητα εμπεριέχεται στα περισσότερα επαναστατικά σκεπτικά. Άντιφάσεις που πασχίζουν να αποδομηθούν αλλά προφανώς οι αγκυλωμένες αντιληπτικές δυνατότητες των φορέων τους δεν βοηθούν την αποδόμηση, αλλά, απεναντίας, τις παγιώνουν κάνοντας τις ιδεολογία, ένα είδος πυξίδας δηλαδή, υπο το φόβο ενός γενικότερου θεωρητικού και πρακτικού αποπροσανατολισμού προς μια νέα και άγνωστη κατεύθυνση ενδεχομένως και πιο επικίνδυνη.

 

Η ελευθερία για τη “κόντρα” ,  λοιπόν ,  φαίνεται πως ένα απ’τα καλύτερα πράγματα που έχει να κάνει είναι να ασφαλιστεί, παίρνοντας ανάσες ανακούφισης πίσω από νομικά αναχώματα για να μη υπάρχει νομολογία εις βάρος μας στο μέλλον. Τα όποια, θεωρητικά πάντα, “κεκτημένα” μας, αν δεν τα “τζογάρουμε” πως θα απεγκλωβιστούμε απ’την υπαρξιακή μετριότητα του προβλέψιμου μέλλοντος; Τα αναχώματα που ακριβώς μας βοηθούν; Για να νομίζουμε πως είμαστε πιο κοντά στην εκπλήρωση του στόχου μας, της επανάστασης; Αυτή η λογική βλέπει τον εχθρό σαν κάτι στατικό, σαν να υπάρχουν μόνο οι επαναστατικές δυνάμεις που κερδίζουν χώρο και τον πλησιάζουν καθε μέρα ώσπου μια μέρα γίνεται το μπαμ και έρχεται η μεγαλειώδης στιγμή της νίκης. Πίσω όμως απ’αυτή τη λογική, πέρα απ’την αδυναμία κατανόησης του συμπληρωματικού ρόλου και σχέση αλληλοεξάρτησης / αλληλοτροφοδότησης της επανάστασης με την εξουσία ,  φανερώνεται και ο κρυφός πόθος της “κόντρας” για διατήρηση των ισορροπιών μεταξύ ημών και του εχθρού αφού απ’τη μια η αλλαγή στάσης μας απέναντι στον εχθρό δημιουργεί νομολογία και απ’την άλλη η προαναφερόμενη θεωρία περί στατικού εχθρού φανερώνει το πως θα ήθελαν να είναι ο εχθρός, παραγνωρίζοντας  προφανέστατα ότι ο εχθρός μόνο στατικός δεν είναι αφού εξελίσσεται σε συνάρτηση με τις δικές μας κινήσεις. Μια επανάσταση που περιμένει να γίνει στο (αιώνιο) αύριο δεν μπορεί παρά να είναι σημάδι ανεπάρκειας των επαναστατών της. Η επανάσταση γίνεται τώρα που μιλάμε ή (για τους πιο απαισιόδοξους) δεν θα γίνει ποτέ.

 

Οταν πιστεύεις πως μέσα στα δικαστήρια κερδίζονται μάχες ή δικηγόρος είσαι ή άσχετος. Το δικαστικό σύστημα νικάει είτε αθωώνεσαι είτε όχι, είτε απολογείσαι είτε όχι, είτε δεν συμμετέχεις στη διαδικασία είτε τους τα χώνεις στα μούτρα, είτε οτιδήποτε. Το δικαστικό σύστημα δε νικιέται γιατί η ανθρώπινη αξία περι δικαιοσύνης (με τις δεκάδες ερμηνείες της) είναι απ’τα βασικότερα στοιχεία που καθορίζουν τη κατεύθυνση της ανθρώπινης εξέλιξης. Το δικαστικό σύστημα δεν είναι τίποτα άλλο απ’τη προέκταση του αισθήματος δικαίου που ξεκινάει απ’το άτομο και αναπτύσσεται διαρκώς μαζί με την ανάπτυξη του εγκλήματος που λέγεται πολιτισμός. Και οι συγκεκριμένοι της σημερινής δικαστικής εξουσίας να φύγουν απ’τη μέση δεν θα αργήσει καθόλου η μέρα που θα αντικατασταθούν απο άλλους. Εξάλλου, όλοι μας γινόμαστε δικαστές κάποιες στιγμές στη καθημερινότητα αν το καλοσκεφτούμε. Αυτή τη στιγμή πολλοί απ’αυτούς που διαβάζουν αυτό εδώ το κείμενο σίγουρα θα σκέφτονται με όρους δικαιοσύνης τα γραφόμενα (“την αδικεί τη “κόντρα” ο σύντροφος”, “έχει δίκιο ο τύπος”) και άλλοι θα εκφράζονται για τον συγγραφέα με εναλλακτικούς τρόπους ποινικής απόδοσης (“είναι για ξύλο μ’αυτά που γράφει”, “είναι για ψυχιατρείο ο τύπος”). Αυτά τα λέω για να καταδείξω πόσο βάθια ριζωμένη είναι η δικαστική αντίληψη μέσα μας. Το δικαστικο σύστημα το πολεμάς όμως γιατί εξουσιάζει (όπως όλοι μας εξουσιάζουμε και μας χρειάζεται πόλεμος), και ας ξέρεις οτι αυτός ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ. Απο κεί και πέρα ανάγεται στα γούστα του καθενός πως θα το κάνει.

 

Μέρος του πολέμου μου, λοιπόν, με την εξουσία, είναι και η απαξίωση της δικαστικής διαδικασίας. Προσπαθώντας να το ερμηνεύσω λίγο πιο καλά, θα έλεγα πως την απαξίωση την φέρνει η διαίσθηση και οχι κάποια προεπιλεγμένη πολιτική θεώρηση. Η πράξη της απαξίωσης έρχεται (αν έρθει) μια συγκεκριμένη στιγμή για τον καθένα και σίγουρα δεν είναι πρόταγμα παντός καιρού για τον καθένα. Σε πιο παλιά μου δικαστήρια εχω ευθυγραμμιστεί και με πλήρως νομική υπερασπιστική στάση αλλά και με πιο συνηθισμένη “αναρχική” στάση. Όταν όμως είσαι πλέον πασίγνωστος στις αρχές για τις πολεμικές σου προθέσεις και το μητρώο σου έχει παραφουσκώσει, όταν ξέρεις οτι οι μπάτσοι έχουν πάρα πολύ καλή πληροφόρηση γύρω απ’τις κινήσεις σου για ενα μεγάλο διάστημα, όταν καταλαβαίνεις οτι ήρθε αυτή η γαμημένη ώρα που ο εχθρός θα σε εκδικηθεί μανιασμένα χωρις κανένα προκάλυμμα, τότε μυρίζεσαι για τα καλά το δικονομικό αδιέξοδο και μόνο η σκέψη για οποιαδήποτε νομική απόπειρα υπεράσπισης σου φαίνεται γελοία. Παραείναι αντιφατικό να επικαλούμαι το νόμο την ίδια στιγμή που βρίσκομαι στη φυλακή γιατί εχθρεύομαι την ύπαρξη του. Το ότι πολλοί ακόμα θέλουν εκπροσώπηση απο δικηγόρο, δηλαδή θέλουν τη διαμεσολάβηση ενός προσώπου του νόμου, είναι κάτι που πρέπει να το κοιτάξουν μόνοι τους την ώρα που εξετάζουν τα αναρχικά χαρακτηριστικά τους. Και αν τους ταιριάζει, καλά κάνουν και κρατούν αυτή τη στάση. Οι δικηγόροι για μένα δεν είναι ουδέτεροι, έχουν εχθρικό ρόλο. Το πολύ πολύ να χρησιμεύσουν σαν ασπίδα τις πρώτες μέρες της σύλληψης για να γλυτώσεις βασανιστήρια απ’τους μπατσούς (γιατί οι μπάτσοι έχουν ακόμα το φόβο του δικηγόρου) ή για να γίνουν ο δίαυλος επικοινωνίας σου με τους σύντροφους έξω αν δεν μπορεί κανένας άλλος να σε πλησιάσει. Και για να μη φαίνομαι κατηγορηματικά απόλυτος ως προς το που φτάνει η χρήση των δικηγόρων, σίγουρα θα υπάρχουν και άλλες χρήσεις τους που δεν μού’ρχονται τώρα στο κεφάλι. Πρέπει πάντα να μη ξεχνάμε οτι η φυλακή δεν είναι το απόλυτο κακό και πως ούτε η ζωή έξω απ’τη φυλακή δεν ειναι και αυτή ένα άλλο είδος φυλακής, για να επιστρατεύουμε οτι μέσο υπάρχει για να βγούμε. Η φυλακή είναι ένα ακόμα πεδίο αγώνα και μόνο το μυαλό μας μπορεί να μας σκλαβώσει πραγματικά. Γυρνώνας τώρα πάλι πίσω στο κομμάτι της απαξίωσης, δημιουργείται μέσα σου κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας η επιθυμία να μη χαρίσεις στους δικαστές τη χαρά της υπαρξιακής επιβεβαίωσης με τη παρουσία σου στο χώρο τους. Ας μείνει άδεια η ειδική θέση για τον κατηγορούμενο που κιόλας είναι πάντα πιο χαμηλά απο την έδρα για να μη ξεχνάμε και το συμβολισμό.

 

Στο κομμάτι που αφορά τον αντίλογο τώρα, τις πολεμικές προθέσεις μας τις κάναμε δημόσια γνωστές μέσω ίντερνετ απ’τον πρώτο καιρό της αιχμαλωσίας μας, όπως αναφερθήκαμε και στη πρόθεση της άρνησης συνδιαλλαγής. Έχουμε καταλογίσει όσα ήταν να καταλογίσουμε στην εξουσία, που παρεπιπτώντος το δικαστικό σύστημα αποτελεί μόνο ένα μερικό τμήμα. Είναι πασιφανές οτι εσείς της <<κόντρας>> ή δεν διαβαζεται τα κείμενα αυτών που απέχουν απ’τη διαδικασία ή τα διαβάζετε και μας ειρωνεύεστε γιατί δυσκολεύομαι να πιστέψω οτι νομίζετε πως είμαστε τίποτα μαζόχες που ηδονιζόμαστε με τις μεγάλες ποινές που τρώμε. Το οτι το ίντερνετ υπάρχει χρόνια τώρα και καλύπτει τις ανάγκες μας για δημόσιες τοποθετήσεις δεν είναι κάτι που μπορείτε να κατανοήσετε; Αυτή τη στιγμή κιόλας μιλάμε μέσω του ίντερνετ. Χρειάζεται δηλαδή να έρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο για να τα πούμε; Αν στεκόμουν μπροστά σας και διάβαζα αυτό το κείμενο θα καταλαβαίνατε άλλα πράγματα απ’αυτά που γράφω εδώ; Το πολύ πολύ αν στεκόμουν απέναντι σας να το θεωρούσατε ένα δείγμα σεβασμού. Τους δικαστές και τους εισαγγελείς όμως δεν τους σεβόμαστε και ούτε αυτοί μας σέβονται, δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε. Αυτό που θέλουμε δεν είναι κατι λιγότερο απ’το μαζικό ξεκλήρισμα τους και λέγοντας αυτό πιστεύω οτι βοηθάω να καταλάβετε γιατί δεν θέλουμε να τους δώσουμε το παραμικρό ίχνος υπαρξιακής επιβεβαίωσης. Όταν βλέπουν τη παρουσία μας στη διαδικασία, χαίρονται με το δημοκρατικό επίτευμα τους που χωράει ακόμα και τις αντίθετες φωνές. Εσείς απο που και ως που θεωρείτε οτι εκτρέπεται η διαδικασία όταν κάποιος τοποθετείται επιθετικά εν μέσω δίκης ενω η έδρα συνεχίζει τη στάνταρ γραφειοκρατική διαδικασία σα να μη τρέχει τίποτα; Και να μετριαστούν τα χρόνια και να πέσει και καμιά κατηγορία, τι ακριβώς αλλάζει; Θα σταματήσουν να γίνονται δίκες ή δεν θα ξαναγίνει ποτέ δίωξη σε ανθρώπους που τα χώνουν στο σύστημα; ή μήπως για μια κατηγορία που πέφτει σε ένα δικαστήριο υπάρχει κάποιος κανονισμός που λέει οτι δε μπορούν να τη φορτώσουν στον επόμενο ή δε μπορεί να ξανακαταδικαστεί κανένας μετά απο μια “πετυχημένη” δίκη; Η απαξίωση της διαδικασίας είναι μια μικρή στιγμή αμφισβήτησης της ομαλής διεξαγωγής του δημοκρατικού πανηγυριού τους. Δεν είναι κακό να παίρνουν και λίγη περιφρόνηση που και που γιατί πολύ αξία συνεχίζουν να παίρνουν ακόμα.

 

Δεν μπορούμε όμως να παραμένουμε σε επίπεδο δικών, θέλει και όλο το περιεχομένο της δικαιοσύνης μια ηθική απαξίωση, μια άρνηση. Όπως θέλουμε και μεις να παρανομούμε, έτσι θέλουμε και αυτοί που έχουμε απέναντι μας να κάνουν το ίδιο. Θέλουμε αγριεμένες καταστάσεις και οχι ισορροπίες δυνάμεων που διαιωνίζουν τη πλήξη. Αν είμαι πολιτικός τους αντίπαλος είμαι και ποινικός τους αντίπαλος. Αν κάνω πολιτικό αγώνα δεν τον κάνω για να επικρατήσει ένας άλλος τρόπος διαχείρησης του υπάρχοντος, κάνω αγώνα ενάντια στη λογική της πολιτικής. Όπως επίσης παρανομώ οχι γιατί η επανάσταση περνάει και μέσα απο κάποια παράνομα κανάλια αλλά γιατί θέλω να αμφισβητώ έμπρακτα τη λογική του νόμου. Αν ακόμα φαντασιώνεστε μετα-επαναστατικές κοινωνίες φαντασιωθείτε και μένα απέναντι απ’τα λαικά δικαστήρια σας.

 

Το τι στάση έχει ο καθένας απέναντι στα δικαστήρια και όχι μόνο, είναι κάτι που πρέπει διαρκώς να μπαίνει στο πεδίο της κριτικής αλλιώς θα μείνουμε στάσιμοι στο εξελικτικό κομμάτι. Κάτι που φαίνεται να το καταλαβαίνετε πολύ καλά μέχρι ένα σημείο. Κανένας όμως δεν είναι υπεράνω κριτικής, ούτε εγώ, ούτε εσείς αλλά ούτε ο Ε.Α, ο Τσιγαρίδας και ο Κουφοντίνας τους οποίους αναφέρατε. Κριτική έτσι και αλλιώς γίνετε, συνειδητά και ασυνείδητα, απ’τη στιγμή που υπάρχουν τόσες διαφορετικές στάσεις. Τα κείμενα είναι απλώς ένα στάδιο της κριτικής. Αλλά και μέσα στα κείμενα δε πρέπει να ξεχνάμε οτι το ύφος και η επιλογή λέξεων είναι απλώς αναπαραστάσεις και ρυθμιστές έντασης. Η κριτική υπάρχει εκ των πραγμάτων. Η κριτική ανάλυση της “κόντρας” φαίνεται όμως πως έχει τετράγωνο σχήμα, αφού τα μέλη της δείχνουν προσκολλημένα μόνο στο ρομαντικό κομμάτι της ανάλυσης, βλέποντας το κακό κράτος απ’τη μια και τους καλούς επαναστάτες απ’την άλλη, δίνοντας “δίκιο” σε κάθε πρακτική (εκτός δικαστηρίου όμως) που στοχεύει το κράτος και το κεφάλαιο. Γι’αυτούς κάποιες πρακτικές είναι εξ’ορισμού αντάρτικες και οι πράξεις των επαναστατών μιλούν απο μόνες τους. Αν όμως οι πράξεις μιλούν απο μόνες τους τότε τι χρειάζεται ο αντίλογος στα δικαστήρια; Αυτη η “ιεροποίηση” του επαναστατικού χώρου αντανακλά φτωχό σκεπτικό και ενεργεί αρνητικά αφου διαχωρίζει και εξυψώνει το “πολιτικό” κομμάτι σε σχέση με τη γενικότερη στάση ζωής. Μια τυφλή πίστη και εμπιστοσύνη στην επαναστατική δύναμη βλέποντας τα όλα μέσα απο ένα ξερό πολιτικό πρίσμα. Μια αμετανόητα μονόπλευρη ερμηνεία των πραγμάτων πάντα στα όρια της πολιτικής σφαίρας και πάντα στο ρόλο της “αντιπολίτευσης”. Εκπλαγείκατε οταν σας αποκάλεσε ο Γιάννης “αυτόκλητους υπερασπιστές” για να δώσετε μια απάντηση που προδίδει μια σχεδόν θρησκευτική αντίληψη γύρω απ’τα επαναστατικά κίνητρα σας, κάτι που σας καταλόγισε ήδη νωρίτερα στο ίδιο κείμενο του ο Γιάννης αλλά δεν αντιληφθήκατε οτι μιλώντας για “καθήκον” και “ευθύνη” ξαναπέφτετε στη λούμπα της μεταφυσικής διάστασης και εκτείθεστε διπλά. Δεν απέχει λιγάκι ο ρόλος του δημοσιογράφου απ’αυτό που σας “έχρισε” μια αγνωστη δύναμη ως επαναστάτες; Πόσο επαναστατικό μπορεί να γίνει ένα ρεπορταζ; Το “θέαμα” δεν είναι και αυτό ενα κομμάτι του εξουσιαστικού κόσμου;

 

Είναι πραγματικά φθηνό να καλύπτουμε τη θέση μας μιλώντας για επαναστατικό “καθήκον” και να βαφτίζουμε τα γούστα μας “κινηματική αλληλεγγύη”. Είναι τόσο αφηρημένη εννοια το κίνημα που τα χωράει ολα. Οταν ρίχνουμε το βάρος πάντα στο κακό αντίπαλο δέος, τότε είναι λογικό σιγά σιγά να “αγιοποιούμαστε” και να μπαίνουμε χωρίς να το καταλάβουμε στο πεδίο της μεταφυσικής. Έτσι αυτόματα μπαίνουμε στο χώρο των “καλών” αφού ξέρουμε ποιοί είναι οι “κακοί” που φταίνε για όλα. Αν όμως εγώ βρίσκομαι αυτή τη στιγμή σε μια τσιμεντένια σκατότρυπα του κράτους, ξέρω πρώτα απ’όλα πως αυτό είναι αποτέλεσμα των δικών μου επιλογών και των δικών μου λαθών. Πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Επιλογές αγώνα που ασχέτως αν τις διαπραγματεύτηκα ή οχι με κανένα, είναι πάνω απ’όλα και πρώτα απ’όλα δικές μου επιλογές. Και αν θα βγάλω πολλά χρόνια ακόμα εδώ μέσα, για αυτό δεν θα μπορούσε κανένας να ευθύνεται πιο πολύ απο μένα τον ίδιο. Και αν η μιζέρια με έχει κύριευσει και το καθημερινό μου χάλι διογκώνεται αυτό είναι αποτέλεσμα των δικών μου επιλογών και των επακόλουθων λαθών. Και αν μου την πέφτουν που και που οι εξουσίες της φυλακής δε φταιεί κανείς παρα μόνο εγω ο ίδιος και οι αποφάσεις μου. Και αν η απογοήτευση με έχει διαλύσει και ξενερώνω αφάνταστα με το υπερβολικό χαλάρωμα της ρηξιακής στάσης που έχουμε εδω μέσα, αυτό είναι το αντίκτυπο δικών μου επιλογών και λαθών. Και αν η πίκρα έχει κατακλύσει την ύπαρξη μου και η γκρίνια μονιμοποιήθηκε βλέποντας πως κανένα άτομο ούτε καν απ’τους κοντινούς συντρόφους της πάλαι ποτέ κοινής επιθετικής συνύπαρξης δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κίνηση για την υπόθεση εμένα και του Σαραφούδη, αυτό δεν μπορεί παρά να βαραίνει εμένα και τις επιλογές που κάνω. Μόνο εμείς οι ίδιοι ξέρουμε πως να βγούμε απ’τη σκλαβιά μας. Ας σβήσουμε και τα τελευταία ίχνη του παλιού κόσμου απο πάνω μας.

 

Γιάννης Ναξάκης, Φυλακές Κορυδαλλού, 5/8/14

Επιλεκτική αντίληψη

Το σκεπτικό αλλά και το συμπέρασμα του κειμένου που ακολουθεί  θεωρώ πως είναι το πλέον απαραίτητο στοιχείο που καλό θα ήταν να έχουν κατά νου όλοι όσοι εκφράζουν την ανάγκη για την δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας .

Αχ αυτή η άγνοια!!!!

Επιλεκτική αντίληψη, αυτή η μάστιγα ….

και για να την διαχειριστής πρέπει να έχεις γνώση τι σου συμβαίνει, απαραίτητη γνώση για να μην είσαι μια διαχειριζόμενη μάζα. Η αντίληψη είναι επιλεκτική διαδικασία – επιλεκτική αντίληψη – διότι οι άνθρωποι έχουν αυξημένη γνώση των ερεθισμάτων που τους ενδιαφέρουν ή ικανοποιούν τις προσωπικές τους ανάγκες. Άρα επιλέγουν αυτό που τους ταιριάζει. Από χιλιάδες μηνύματα, άρθρα, ειδήσεις, εικόνες, θα επιλέξεις τη λέξη, τη θεωρία, την πρόταση, την εικόνα και θα την ερμηνεύσεις με βάση το ποιος «είσαι», πως έχεις «χτιστεί», πως έχεις διαμορφωθεί ως προσωπικότητα και αυτοί που σε «γνωρίζουν» θα σου στείλουν το μήνυμα που θέλεις να ακούσεις και θα επιλέξεις, γιατί είσαι προβλέψιμος, έτσι σε έχουν «κατασκευάσει».

Οι έχοντες την γνώση και τα εργαλεία, στην ψυχολογία, στο Marketing, μπορούν να σε κατηγοριοποιήσουν (μέσα από μετρήσεις, έρευνα, ερωτηματολόγια κλπ) και να σου στείλουν το μήνυμα που από πριν ξέρουν ότι θα σε προσελκύσει.

Πως σώζεσαι από αυτό, μόνο με ΓΝΩΣΗ της κατάστασης σου και ΜΕΛΕΤΗ, όχι απλά διάβασμα, αλλά ΜΕΛΕΤΗ και έρευνα (κουραστικό για κάποιους αλλά μόνο έτσι αγαπητέ/τη δεν είσαι πρόβατο προς σφαγή). Μελέτη με διάθεση να τα ανακαλύψεις και να τα κτίσεις όλα από την αρχή, χωρίς κολλήματα, προκαταλήψεις, με διάθεση να μάθεις, να κρίνεις, έτσι αρχίζεις να ανακαλύπτεις από την αρχή, να αναπτύσσεις κριτική σκέψη, να αποβάλεις διαστρεβλώσεις κλπ κλπ.

Για να μην είσαι λοιπόν άλλη μια κατηγορία, πρέπει να γνωρίζεις τα βασικά!!!

Παράγοντες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν το άτομο:

– Πολιτιστικοί (Κουλτούρα, Υποκουλτούρα, Κοινωνική τάξη, Θρησκεία, Εθνικότητα κλπ)
– Κοινωνικοί (Ομάδες αναφορά-κόμματα-ομάδα ποδοσφαίρου κλπ, Οικογένεια, Ρόλοι και Κοινωνική θέση)
– Προσωπικοί (Ηλικία, Επάγγελμα, Οικονομική Κατάσταση, Τρόπος ζωής, Προσωπικότητα)
– Ψυχολογικοί (Υποκίνηση, Αντίληψη, Μάθηση, Πιστεύω και αξίες κλπ)

Έτσι έχεις κατασκευαστεί από το σύστημα, την κοινωνία που ζεις και έτσι είσαι προβλέψιμος και διαχειρίσιμος.

Ας ξεστραβωθούμε λοιπόν και ας αρχίσουμε να γκρεμίζουμε τις διαστρεβλώσεις και τις αλλοτριώσεις του συστήματος, να μην είσαι μετρήσιμος και προβλέψιμος, να μην ξέρουν τη μήνυμα να σου προβάλουν για να σε κατευθύνουν και να σε διαχειρίζονται. Γιατί η ελευθερία ξεκινάει από τη σκέψη και το μυαλό!!!

Απλά βασικά εργαλεία της ψυχολογίας και του Μάρκετινγκ (και Πολιτικού Μάρκετινγκ).

Σελήνη

Αναρχία σημαίνει ενάντια στην εξουσία, τον φασισμό και την πατριαρχ… oh, wait!

το είδα στο http://en-tropi.org/

Εκάτη & Frodoo γράφουν,
Προειδοποίηση για triggering σε σχέση με βιασμό/σεξουαλική κακοποίηση/έμφυλη βία/σεξισμό

 

Μια αφίσα για ένα φεστιβάλ οικονομικής στήριξης σε συλληφθέντες αντιφασίστες ανακινεί, μάλλον επίτηδες, θαμμένες ιστορίες στις μνήμες του αντιεξουσιαστικού/αναρχικού κινήματος στη Γαλλία. Ιστορίες που τραυμάτισαν τα άτομα που τις βίωσαν και που είχαν αντίκτυπο στις ζωές τους. Έθεσαν επίσης σε προβληματισμό τον κόσμο που τις έμαθε. Η αφίσα η ίδια, η επιλογή του καλλιτέχνη που τη δημιούργησε, αλλά και η αντίδραση στη μετέπειτα κριτική που έγινε, είναι ενδεικτικές των πατριαρχικών λογικών/λόγων/νοοτροπιών, αλλά και των πατριαρχικών τρόπων οργάνωσης, αναπαράστασης και απεικόνισης που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και μέσα στα αντιεξουσιαστικά/αναρχικά/αυτόνομα κινήματα. Και όχι μόνο στη Γαλλία.

Η αφίσα απεικόνιζε έναν άντρα και μια γυναίκα. Φαινομενικά, αυτό μοιάζει να είναι ίση εκπροσώπηση των φύλων, έτσι δεν είναι; Χμ, μόνο αν ακολουθήσουμε την καθεστωτική ρητορική ότι τα φύλα είναι δύο. Ρητορική η οποία δυστυχώς είναι κυρίαρχη στις κοινωνίες που ζούμε, ακόμα και εντός των α/α/α κινημάτων, τα οποία στην πλειοψηφία τους φαίνεται να αποδέχονται τη ρητορική περί διπολικότητας των φύλων χωρίς αμφισβήτηση και προβληματισμό.

Ένας άντρας και μια γυναίκα, λοιπόν. Οι δύο κυρίαρχες έμφυλες ταυτότητες. Καμία εκπροσώπηση των ανθρώπων που δεν χωρούν σε κάποιο από τα δύο κουτάκια, των ανθρώπων που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες ή ως άντρες και που διεκδικούν μια άλλη ή καμία έμφυλη ταυτότητα.

Τα δύο υποκείμενα που εκπροσωπούνται στην αφίσα φαίνεται να προσαρμόζονται αρκετά καλά στα υπάρχοντα έμφυλα στερεότυπα. Τα ρούχα και ο σωματότυπος της γυναίκας εστιάζουν στο φύλο της μέσα από την αναπαραγωγή κυρίαρχων προτύπων για το «γυναικείο σώμα» και το «γυναικείο ντύσιμο»: φοράει φούστα, τονίζονται τα στήθη της και είναι αρκετά πιο κοντή από τον άντρα. Παράλληλα, ο άντρας που απεικονίζεται στην αφίσα ακολουθεί επίσης το κυρίαρχο πρότυπο για το πως πρέπει να είναι ένας άντρας: φοράει παντελόνι, έχει απλό, άνετο ντύσιμο και είναι αρκετά πιο ψηλός από τη γυναίκα. Δεν θεωρούμε κανένα από τα εν λόγω χαρακτηριστικά των δύο υποκειμένων προβληματικά από μόνα τους, ούτε και σε συνδυασμό μεταξύ τους. Θεωρούμε όμως πως είναι προβληματική η απεικόνιση του κυρίαρχου διπολικού στερεοτύπου, μέσα από το οποίο αναπαράγονται δύσκαμπτες αντιλήψεις σε σχέση με τις έμφυλες ταυτότητες και τους έμφυλους ρόλους, χωρίς μάλιστα να αφήνεται χώρος για οποιεσδήποτε ταυτότητες ή εμπειρίες πέρα από αυτό το κυρίαρχο δίπολο. Μια τέτοια απεικόνιση είναι ιδιαίτερα προβληματική, λαμβάνοντας υπόψη ότι εκφράζεται στο συγκεκριμένο πλαίσιο των πατριαρχικών κοινωνιών στις οποίες ζούμε και δρούμε. Είναι ακόμα πιο προβληματική άμα λάβουμε υπόψη ποιος είναι ο δημιουργός της αφίσας, το ιστορικό του όσον αφορά την άσκηση έμφυλης βίας, αλλά και την αμετανόητη θέση του (θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε πιο κάτω).

kauto-mouni-molotof

Η αφίσα, πέρα από το ότι συντηρεί έμφυλους αποκλεισμούς εντός της δυιστικής αντίληψης των φύλων, αναπαράγει και τη λογική ότι η βία είναι το μόνο μέσο ενάντια στον φασισμό, αφού τα δύο υποκείμενα είναι εξοπλισμένα για μάχη, κάτι που δεν χρειάζεται για ένα φεστιβάλ μουσικής που σκοπό έχει να μαζέψει χρήματα για συλληφθέντες συντρόφους. Αναγνωρίζουμε πως συχνά οι περιστάσεις είναι τέτοιες όπου η χρήση βίας είναι αναπόφευκτη ή/και δικαιολογημένη. Τέτοιες απεικονίσεις όμως είναι συχνές στον α/α/α χώρο γενικά. Όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στην Κύπρο και αλλού. Επίσης εκτός από αχρείαστη, μια τέτοια προώθηση είναι συνυφασμένη με το πρότυπο μιας κυρίαρχης αρρενωπότητας, η οποία είναι αρκετά διαδεδομένη στον α/α/α και ιδιαίτερα στον αντιφασιστικό χώρο. Η βία και τα ένοπλα μέσα στις πατριαρχικές κοινωνίες που ζούμε είναι ιδιότητα και εργαλεία που εκφράζουν και εκφράζονται από αρρενωπές ταυτότητες: οι άντρες πάνε στον στρατό, οι άντρες εκπαιδεύονται σε πιο βίαιες και επιθετικές συμπεριφορές. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη αφίσα η γυναίκα που απεικονίζεται έχει επίσης όπλα μαζί της δεν αναιρεί, ούτε απειλεί αυτή την έκφραση κυρίαρχης αρρενωπότητας, αφού στις σύγχρονες πατριαρχικές κοινωνίες, οι γυναίκες μπορούν και υιοθετούν αρρενωπούς ρόλους. Οι ρόλοι αυτοί όμως θεωρούνται αντρικοί και στα άτομα που τους επιτελούν αποδίδονται αρρενωπές ιδιότητες («λεβεντιά», «παλικαριά» κλπ). Η συγκεκριμένη αφίσα, αλλά και γενικότερα τέτοιες απεικονίσεις, δεν απειλούν, ούτε ανατρέπουν, ούτε αποδομούν τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί αρρενωπότητας, αλλά μάλλον ταυτίζονται μαζί τους. Όπως φαίνεται, η αντιεξουσιαστική αντίληψη, στην προκειμένη περίπτωση, φτάνει μόνον ως εκεί, έχοντας τη ψευδαίσθηση πως επιτυγχάνεται έτσι μια ίση εκπροσώπηση των δύο (κυρίαρχων) φύλων. Αγνοώντας πως η απόδοση κυρίαρχων αρρενωπών ιδιοτήτων σε μια γυναίκα δεν ενδυναμώνει απαραίτητα τις γυναίκες, ούτε εγγυάται την ίση εκπροσώπησή τους, όπως και οι άντρες. Έτσι και αλλιώς, στην αφίσα, ο άντρας είναι εκείνος που κρατά τον αναμμένο πυρσό, προτάσσει το χέρι του και φαίνεται ενεργό υποκείμενο. Η γυναίκα, παρά τη φαινομενικά ίση εκπροσώπησή της με τον άντρα, διατηρεί μιαν αδρανή στάση σώματος (στέκεται απλά, με το ένα χέρι στη μέση και με το άλλο χέρι να στηρίζει το ρόπαλο στην πλάτη της) και η αυτενέργειά της είναι ανύπαρκτη.

Νομίζω ότι το φαντάστηκε το όλο πράγμα. Καλά, είναι απλά μια τρελή σκύλα. Κοίτα, γλυκιά μου.  Η ταξική πάλη είναι η πιο σημαντική..όλα τα υπόλοιπα απλώς μας διαιρούν. Δεν είναι τόσο άσχημα όσο τα λες πάντως. -Δεν είναι συντροφ@ μου-

Όπως είπαμε όμως και πιο πάνω, το πιο προβληματικό είναι η επιλογή του δημιουργού της εν λόγω αφίσας. Την ίδια ώρα που οι διοργανωτ@ του φεστιβάλ δεχόντουσαν έντονη κριτική από διάφορες οργανώσεις σε αρκετές σελίδες αντιπληροφόρησης και φόρουμ σε σχέση με τον σεξισμό της αφίσας, ένα άρθρο στο indymedia Παρισιού αποκαλύπτει ότι ο άντρας στον οποίο ανατέθηκε ο σχεδιασμός της αφίσας και ο οποίος συμμετέχει στον α/α/α χώρο, είναι γνωστό πως έχει βιάσει τουλάχιστον μία γυναίκα. Οι πρώτες αποκαλύψεις για τον βιασμό αυτόν έγιναν το 2010. Εδώ θεωρούμε σημαντικό να αναφέρουμε ότι οι διοργανωτ@ 2 μήνες μετά (!) την αποκάλυψη και μόλις 1 βδομάδα πριν το φεστιβάλ δήλωσαν απλά ότι δεν γνώριζαν ότι ο σχεδιαστής ήταν βιαστής και ότι «ο καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον φεμινισμό». Με αυτές τις δηλώσεις ουσιαστικά είπαν ότι η αφίσα για αυτ@ δεν έχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Τελικά, έβγαλαν μια νέα αφίσα και ανακοίνωσαν ότι το φεστιβάλ, που «είναι για καλό σκοπό», θα διεξαχθεί. Καμία ανάληψη πολιτικής ευθύνης για το λάθος που έκαναν και καμία απολογία για το ότι ανάθεσαν σε έναν βιαστή να σχεδιάσει ένα από τα σημαντικότερα μέσα προώθησης του φεστιβάλ.

Όπως είπαν, δεν ήξεραν ότι ο άντρας στον οποίο ανάθεσαν τον σχεδιασμό της αφίσας του φεστιβάλ είχε βιάσει τουλάχιστον μία γυναίκα. Το γεγονός και μόνο ότι δεν το ήξεραν, ενώ κείμενα της γυναίκας που μιλούσαν για την εμπειρία του βιασμού της από τον συγκεκριμένο άντρα είχαν κυκλοφορήσει καιρό μέσα στον α/α/α χώρο, είναι ενδεικτικό του πόσο σοβαρά παίρνουν οι ίδ@ τα έμφυλα ζητήματα ή του πόσο προβάλλονται τα έμφυλα ζητήματα μέσα στα α/α/α κινήματα. Ας δεχτούμε όμως ότι μπορεί να μην είναι ευθύνη τους που δεν το ήξεραν. Θα μπορούσαν να παρακολουθούν τα έμφυλα ζητήματα και πάλι να τύχαινε να μην το μάθαιναν, ίσως. Μεγαλύτερο θέμα είναι ότι ακόμη και αφότου το έμαθαν, αφότου τους ασκήθηκε κριτική, αντί να αναγνωρίσουν το λάθος τους και να δείξουν αλληλεγγύη στη συγκεκριμένη γυναίκα, αλλά και στους αγώνες ενάντια στην έμφυλη βία γενικότερα, η στάση τους ήταν μάλλον αμυντική, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τους εαυτούς τους, αλλά, κυρίως, προσπαθώντας να ακυρώσουν ή να μειώσουν την εμπειρία της συγκεκριμένης γυναίκας. Είπαν πως θα έπρεπε να επιβεβαιώσουν αν οι κατηγορίες που αφορούν τον εν λόγω άντρα για βιασμό ευσταθούν και κανόνισαν συνάντηση μαζί της για αυτό, βάζοντας τη γυναίκα αυτή σε μια θέση εξέτασης, αγνοώντας μάλιστα πως με αυτόν τον τρόπο, η ίδια έπρεπε να αναβιώσει μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία. Σε ποια μορφή αλληλεγγύης άραγε άτομα που μαρτυρούν ότι έχουν βιώσει βία και καταπίεση αναγκάζονται σε εξέταση για να γίνουν πιστευτά;

Λένε πως το φεστιβάλ είναι για καλό σκοπό αφήνοντας να εννοηθεί ότι… ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Παράλληλα, υποβιβάζουν τα θέματα του βιασμού, του σεξισμού και της έμφυλης βίας σε ζητήματα… προσωπικής αντίληψης (αν ο φεμινισμός ήταν θέμα προσωπικής αντίληψης, όπως είπαν, τότε και τα θέματά του θα ήταν επίσης… ζητήματα προσωπικής άποψης), αφαιρώντας την πολιτική του διάσταση και ακυρώνοντας τις εμπειρίες όχι μόνο της γυναίκας που κατήγγειλε τον βιασμό της από τον συγκεκριμένο άντρα, αλλά και κάθε ατόμου που βίωσε βιασμό/σεξουαλική παρενόχληση. Ακόμα, αναπαράγουν μια κυρίαρχη λογική ιεράρχησης των θεμάτων που προκύπτουν σε μιαν κοινωνία, σύμφωνα με την οποία κάποια ζητήματα (σε αυτήν την περίπτωση ο φασισμός) είναι πιο σημαντικά από άλλα (σε αυτήν την περίπτωση, η έμφυλη βία). Κατά την ίδια λογική, κάποιοι κινηματικοί αγώνες
(σε αυτήν την περίπτωση ο αντιφασισμός) είναι πιο σημαντικοί από άλλους (φεμινιστικοί αγώνες/αγώνες ενάντια στην έμφυλη βία).

Η συναίνεση είναι... εθελοντική, νηφάλια, ενθουσιώδης, λεκτική, μη-εξαναγκασμένη, συνεχόμενη, ενεργής, ειλικρινής. Απουσία συναίνεσης = Βιασμός

Το 2010 η γυναίκα που βιάστηκε από τον εν λόγω άντρα και η οποία είναι συντρόφισσα στον α/α/α χώρο δημοσίευσε 3 μισοτελειωμένα άρθρα με τον τίτλο «Πόσες φορές κάθε 4 χρόνια;» αναφερόμενη στις φορές που ανάβαλλε επί 4 χρόνια να μιλήσει ανοιχτά για τον βιασμό της. Αναβολές που οφείλονταν στο φόβο ότι, αν μιλούσε για αυτόν, οι συντροφ@ της θα την αντιμετώπιζαν, στην καλύτερη περίπτωση, ως μια «μικρή κοπελίτσα» που απογοητεύτηκε επειδή την άφησε ο γκόμενός της που είναι γνωστός στον κινηματικό χώρο, ειδικά στις καταλήψεις και στα φεστιβάλ και είναι τραγουδιστής ενός αναρχοπάνκ συγκροτήματος. Η γυναίκα αυτή αποφάσισε τελικά να μιλήσει για τον βιασμό που έζησε στα 18 της (το 2000) όταν, μετά από συναυλία του εν λόγω συγκροτήματος, πήγε στο σπίτι της μαζί με τον τραγουδιστή. Εκείνη κάποια στιγμή του είπε ότι δεν ήταν έτοιμη να έχει την πρώτη της σεξουαλική επαφή και ότι ήθελε να σταματήσουν. Εκείνος συνέχισε αγνοώντας την. Όταν την επόμενη μέρα ξύπνησαν και ενώ εκείνη ήθελε να συζητήσουν αυτά που είχαν γίνει, εκείνος της είπε ότι «έπρεπε να φύγει με το γκρουπ» και έφυγε [1]. Ακολούθησε μια περίοδος άγχους, με εξετάσεις για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα σύνδρομα υγείας και τεστ εγκυμοσύνης. Όλες αυτές τις διαδικασίες και το άγχος, η γυναίκα αυτή, όπως πολλά άλλα άτομα που έχουν βιώσει βιασμό/σεξουαλική παρενόχληση/άλλη μορφή έμφυλης βίας, τα πέρασε μόνη της, αφού δεν είχε το θάρρος να μιλήσει για τον βιασμό της. Η ίδια μιλά επίσης για τον φόβο που ένιωθε όταν σκεφτόταν τον βιασμό της. Το 2004 έκανε μια προσπάθεια να γράψει κάτι και να το δημοσιεύσει, αλλά τελικά το άφησε. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και το 2008, αλλά πάλι το άφησε. Το 2010, όταν έμαθε ότι ο άντρας που τη βίασε είχε προβλήματα και με την τότε συντρόφισσά του, την οποία πιθανόν βίασε επίσης, αποφάσισε και μίλησε. Πρώτα στις φίλες της και σε άτομα του αναρχοφεμινιστικού χώρου στον οποίο συμμετείχε και αργότερα δημοσίευσε τα κείμενά της στη σελίδα αντιπληροφόρησης infokiosques.net.

Τα παραπάνω δεν αφορούν, βέβαια, μόνο τα α/α/α κινήματα στη Γαλλία, αφού τέτοια περιστατικά συμβαίνουν – μάλλον – παντού. Η εξιστόρηση της γυναίκας αυτής δεν αποτελεί μόνο έκφραση των συναισθημάτων της, αλλά και κριτική στα α/α/α κινήματα και στις πατριαρχικές δομές που διατηρούνται εντός τους. Διαβάζοντας, λοιπόν, τα κείμενά της μπορεί κάποι@ να διακρίνει τους έντονους προβληματισμούς της γύρω από τη ζωή και τη λειτουργία των καταλήψεων, αλλά και τον τρόπο που ένα άτομο αντιμετωπίζεται μέσα σε αυτές, ανάλογα με το φύλο του. Τα συναισθήματα και η ανάλυση στην μαρτυρία της είναι απόψεις προερχόμενες από μια γυναίκα που βίωσε και βιώνει τον α/α/α χώρο συμμετέχοντας ενεργά σε αυτόν. Οι εμπειρίες της δεν είναι κάποια εξαίρεση, αλλά παρόμοιες εμπειρίες βίωσαν, βιώνουν και θα βιώσουν και άλλα άτομα μέσα στον α/α/α χώρο, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε όλ@ ότι ο αντισεξισμός και οι αγώνες ενάντια στις πατριαρχικές δομές πρέπει να είναι αναπόσπαστα μέρη των α/α/α κινημάτων και το ίδιο σημαντικά όπως όλοι οι υπόλοιποι αγώνες.

Η συντρόφισσα αναφέρει ότι σε μερικές α/α/α καταλήψεις/χώρους ένιωσε ότι μια γυναίκα, για να είναι ορατή και να μπορεί να έχει φωνή εντός τους, θα πρέπει να κάνει σεξ με κάποιον από τους άντρες που συμμετέχουν εκεί ή να είναι πολύ όμορφη (σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη περί «ομορφιάς»), προκειμένου να τη βλέπουν (αλλά χωρίς κατανάγκη να την ακούν ή να τη λαμβάνουν σοβαρά υπόψη). Η ίδια λέει ότι αντιλήφθηκε πολλές φορές να αλλάζει ο τρόπος που την αντιμετώπιζαν (και όχι μόνο εκείνη, αλλά και άλλες γυναίκες) τα υπόλοιπα άτομα μέσα σε μιαν α/α/α κατάληψη/χώρο αφότου είχε κάνει σεξ με κάποιον. Δηλαδή, ακόμα και μέσα σε α/α/α χώρους, μια γυναίκα αποκτά υπόσταση μόνο μέσα από τη σχέση της με έναν άντρα. Οι ίδιες οι γυναίκες, ως αυτόνομα και αυτενεργά πρόσωπα, φαίνεται να αντιμετωπίζονται από κάποι@ εντός του κινήματος σαν μη άξιες ιδιαίτερου σεβασμού, παρά μόνο εάν και εφόσον συσχετιστούν με κάποιον άντρα. Οι γυναίκες, μέσα στα α/α/α κινήματα, όπως και μέσα στην υπόλοιπη κοινωνία, συχνά χρειάζεται να αποδείξουν ότι αξίζουν σεβασμό. Για κάποι@, μια γυναίκα αξίζει σεβασμό όταν τη συστήσει ένας άντρας. Για κάποι@, μια γυναίκα έχει υπόσταση μέσα σε έναν χώρο, όταν είναι σεξουαλικά ενεργή (προσδίδοντάς της κάποια χρηστική αξία). Και για κάποι@, μια γυναίκα είναι ορατή μόνον όταν μπορεί να θεωρηθεί (με βάση τα ισχύοντα κοινωνικά στερεότυπα και πρότυπα) ότι είναι όμορφη (αισθητική αξία). Και όλα αυτά μέσα σε ένα κίνημα, το οποίο διεκδικεί κατά τα άλλα αυτονομία για όλ@. Για αυτόν τον λόγο, η συντρόφισσα ξεκαθαρίζει ότι στόχος της και αγώνας της είναι η δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία να μην χρειάζεται, ούτε η ίδια ούτε οποιαδήποτε γυναίκα, τις απόψεις των αντρών για την ύπαρξή της. Μια κοινωνία όπου όλα τα άτομα, ανεξαρτήτως φύλου, είναι σεβαστά. Ακόμα, τονίζει ότι δεν θέλει πλέον να πρέπει να αποδείξει ότι είναι wonderwoman για να τη σέβονται. Ούτε να ακολουθεί πρότυπα για το πώς πρέπει να είναι προκειμένου να τη σέβονται. Θέλει να μπορεί η ίδια, όπως και το οποιοδήποτε άτομο, να είναι ντροπαλό, ρομαντικό και ό,τι άλλο θέλει/του βγαίνει.

Τέτοια γεγονότα δεν περιορίζονται βέβαια σε καμία περίπτωση στη Γαλλία. Ας μην έχουμε αυταπάτες. Αυτά τα θέματα τα συναντάμε σε οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή υπάρχουν πατριαρχικές κοινωνίες και α/α/α κινήματα και η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση. Στην Κύπρο μάλιστα ίσως είναι ακόμα πιο δύσκολα τα πράματα, αφού δεν υπήρξαν ποτέ φεμινιστικές ή κουίαρ α/α/α ομάδες.

Συναντάμε, για παράδειγμα, πολλές φορές και εντός των α/α/α κινημάτων στην Κύπρο κριτικές για το πως ντύνεται ή εκφράζεται κάποι@, ότι «δεν ταιριάζει σε αναρχικ@». Λες και το να θέτεις τέτοια όρια στο κάθε άτομο δεν είναι στέρηση ελευθερίας. Λες και υπάρχει κάποιο αναρχόμετρο και μετράμε και κάποι@ είναι κάτω από το επιτρεπτό όριο ή ακόμη και εγχειρίδιο τρόπου έκφρασης και ντυσίματος και μπορεί κάποι@ να μην το τηρεί σωστά.

Την ίδια στιγμή που κρίνονται τα πιο πάνω, δεν ακούμε τσιμουδιά για τον σεξιστικό λόγο που κυριαρχεί στα συνθήματα ή/και σε κείμενα διάφορων α/α/α ομάδων. Ένας λόγος που χρησιμοποιεί το σεξ ως τιμωρητικό σε πάρα πολλά συνθήματα (π.χ. «θα σας γαμήσουμε») και εκφέρεται υποτιμητικά για τις γυναίκες (π.χ. «μπάτσοι μουνιά»). Ταυτόχρονα, τα παραπάνω συνθήματα, αφίσες, μιμς κλπ εκφράζουν άντρες. Σπάνια είναι ορατές οι γυναίκες και σχεδόν (;) ποτέ άλλα φύλα. Παράλληλα, επικρατεί μια αδιαφορία για τις προσπάθειες που γίνονται από διάφορες συλλογικότητες/ συντρoφ@ να αντικαταστήσουμε στα κείμενα και στην καθημερινότητα το κυρίαρχο αρσενικό γένος με άλλες καταλήξεις και αντωνυμίες που να μην περιθωριοποιούν, ούτε να διαγράφουν έμφυλες ταυτότητες. Προσπάθειες που αποσκοπούν στο να αποβληθεί ο σεξιστικός λόγος από τις ζωές μας, καθώς και στο να αναγνωριστούν οι υπάρξεις, οι φωνές και οι εμπειρίες των υπόλοιπων φύλων ή α-φύλων, συμπεριλαμβανομένων και όσων δεν εμπίπτουν στο δίπολο «άντρας-γυναίκα». Οι δικαιολογίες σε αυτές τις συζητήσεις είναι του τύπου «δεν φαίνεται από τη γλώσσα αν είμαστε σεξιστές ή όχι, άρα γιατί να το κάνουμε; Με το να αλλάξουμε τον τρόπο που γράφουμε/μιλούμε δεν θα σταματήσει να υπάρχει σεξισμός/πατριαρχία, έτσι κι αλλιώς». Παράλληλα βέβαια κάποι@ θα μπορούσε να ρωτήσει, «με το να βάζουμε αλφάδια σε πανό δεν δημιουργούμε κάποια αναρχική κοινωνία, ούτε σταματάμε την κοινωνική καταπίεση, άρα για ποιο λόγο τα βάζουμε;». Γιατί είμαστε τόσο πρόθυμ@, ως κινήματα, να αναπαράγουμε τον κυρίαρχο έμφυλο λόγο και νιώθουμε ότι πρέπει να τον υπερασπιστούμε; Η άλλη δικαιολογία είναι «μα η γλώσσα δεν είναι σεξιστική», αγνοώντας έτσι παντελώς ότι η γλώσσα διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες και βέβαια τις αντανακλά.

Ο φεμινισμός στον α/α/α χώρο, όπως και στην υπόλοιπη κοινωνία, είναι ταμπού. Όταν δηλώνεις φεμινίστρια, πολλ@ σε κοιτάνε περίεργα. Ακόμα πιο περίεργα όταν δηλώνεις φεμινιστής. Ως φεμινίστρια, ακούς άκυρα σχόλια του στυλ «μα είσαι φεμινίστρια και μαγειρεύεις;», «κάνε σεξ να σου περάσει», «προσπαθείτε να καταπιέσετε τους άντρες», «είστε ευνουχίστριες» κλπ. Ως φεμινιστής ακούς επίσης άκυρα σχόλια όπως «η κοπέλα σου σε κάνει ό,τι θέλει», «ευνουχίστηκες» κλπ. Οι υποθέσεις για τον σεξουαλικό προσανατολισμό των φεμινιστ@ είναι επίσης συχνές και συνήθως συνοδεύονται από ομοφοβικά σχόλια.

Ένα άλλο συχνό δείγμα των ριζωμένων πατριαρχικών δομών εντός των α/α/α κινημάτων είναι η μη αναγνώριση του αντρικού προνομίου. Για παράδειγμα, σε συνελεύσεις του χώρου συνηθίζεται να μιλούν μόνο ή συχνότερα οι άντρες, επειδή μιλούν πιο δυνατά κι έντονα. Αναγνωρίζουμε πως οι περισσότεροι δεν το κάνουν σκόπιμα συνήθως. Μέσα από την κοινωνικοποίησή τους στις πατριαρχικές κοινωνίες που ζούμε, οι άντρες έμαθαν να εκφράζονται έτσι. Μπορούν όμως και οι ίδιοι να καταβάλουν προσπάθεια να το αναγνωρίσουν και να δουλέψουν προκειμένου να το αλλάξουν και να αφήνουν χώρο έκφρασης για όλ@.

Επίσης, συχνά, κατά τον καθορισμό τόπου και χρόνου συνελεύσεων ή/και δράσεων δεν λαμβάνονται υπόψη ανάγκες που μπορεί να έχουν τα παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο αποκλείονται γυναίκες που είναι μητέρες, αφού συνήθως οι μητέρες έχουν τις πιο πολλές ευθύνες που αφορούν τη φροντίδα των παιδιών (ναι, αυτό συμβαίνει και με τα παιδιά του α/α/α χώρου…).

Η έμφυλη βία είναι ταμπού επίσης. Άμα εγείρονται τέτοια ζητήματα, συνήθως η απάντηση, ειδικά αν αφορά άντρα του χώρου, είναι ότι «είναι προσωπικά σας αυτά. Δεν μας αφορούν». Το προσωπικό είναι πολιτικό, όμως, όπως επανειλημμένα λέμε οι φεμινιστ@. Η έμφυλη βία είναι άσκηση εξουσίας και αυτό είναι ανάγκη να αναγνωρίζεται, ιδιαίτερα μέσα σε κινήματα τα οποία ασκούν κριτική στην εξουσία.

Ε, και άμα τα πράματα είναι τόσο δύσκολα για τις γυναίκες στο χώρο, που να μιλήσουμε για άτομα που αυτοπροσδιορίζονται έξω από δυιστικές αντιλήψεις περί έμφυλων ταυτοτήτων… Τα ίντερσεξ άτομα, τα άφυλα άτομα, τα τρανς άτομα, τα gender-queer άτομα, τα gender-bender άτομα, τα gender non-conforming άτομα, τα gender-neutral άτομα και όλα τα άτομα που δεν χωρούν στα κουτάκια «άντρας»/«γυναίκα» είναι βασικά ανύπαρκτα για τα και μέσα στα α/α/α κινήματα. Προφανώς, δεν νιώθουν άνετα ή/και ασφάλεια να υπάρξουν ή να εκφράσουν τις ταυτότητές τους μέσα σε αυτά. Και αυτό είναι ξεκάθαρα αποτυχία των α/α/α κινημάτων. Και είναι κάτι που ως αντιεξουσιαστ@, αναρχικ@ και αυτόνομ@ έχουμε ευθύνη να δουλέψουμε για να αλλάξει.

emfulo

Υπάρχουν πολλές νόρμες και στερεότυπα, ακόμα και εντός των α/α/α κινημάτων, που χρειάζεται να αποδομήσουμε προκειμένου να μπορούμε να κινηθούμε προς μια κοινωνία ελεύθερη, αυτόνομη, στη βάση της αλληλεγγύης και όπου το κάθε πρόσωπο θα σέβεται την ελευθερία και την αυτονομία τ@ άλλ@. Τα α/α/α κινήματα δεν είναι υπεράνω πάσης υποψίας όσον αφορά την άσκηση διακρίσεων και εξουσίας. Μέχρι σήμερα, τα ζητήματα έμφυλων ανισοτήτων είναι θαμμένα με δικαιολογίες όπως «δεν είναι της ώρας», «υπάρχουν πιο επείγοντα θέματα να λύσουμε», «είναι ξεπερασμένα, αφού τα πράματα είναι καλύτερα σε σχέση με παλιά», «είναι υπερβολές των φεμινιστριών που θέλουν να ευνουχίσουν τους άντρες» ή «οι φεμινιστικές διεκδικήσεις χωρίζουν και διασπούν το κίνημα». Δυστυχώς όμως η αλήθεια είναι ότι οι πατριαρχικές δομές είναι ορατές και βαθιά ριζωμένες ακόμα και μέσα στα α/α/α κινήματα και αυτό είναι κάτι που πρέπει να δουλέψουμε για να αλλάξει, χωρίς να βρίσκουμε δικαιολογίες, αν ο πραγματικός στόχος μας είναι να διεκδικήσουμε αυτονομία και ελευθερία για όλ@. Και αυτή η αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν αποβάλουμε πρώτα οι ίδι@ αυτά τα στοιχεία από πάνω μας. Όσ@ συνεχίζουν να κουβαλάνε μαζί τους αυτά τα στοιχεία και φανερώνουν είτε αδιαφορία, είτε μη θέληση για αλλαγή, πρέπει να μη νιώθουν άνετα να υπάρχουν και να δρουν μέσα στα α/α/α κινήματα. Τουλάχιστον όχι χωρίς να αλλάξουν και να δουλέψουν τ@ εαυτ@ τους, με τον ίδιον τρόπο που κάποι@ καπιταλιστ@ ή εθνικιστ@ ή ρατσιστ@ δε νιώθει άνετα να προσεγγίσει τα α/α/α κινήματα.

Στην περίπτωση του σχεδιαστή της αφίσας στη Γαλλία, ο οποίος έχει βιάσει μια τουλάχιστον γυναίκα, μια κατάληψη έκλεισε την πόρτα της και δεν του επέτρεψε να μπει μετά τη δημοσίευση των κειμένων με τη μαρτυρία της γυναίκας που βίασε. Πολλές συλλογικότητες που συνεργάζονταν για αφίσες ή και συναυλίες τον περιθωριοποίησαν και πλέον δεν του ζητούν τίποτε, δείχνοντας έτσι ότι τέτοιες συμπεριφορές και πατριαρχικές εξουσίες δεν έχουν καμία θέση στα α/α/α κινήματα.

Εμείς ας προσπαθούμε όπως μπορούμε προκειμένου σεξιστ@, τρανσφοβικ@, ομοφοβικ@, βιαστ@ να μη νιώθουν άνετα να δρουν και να υπάρχουν μέσα στα α/α/α κινήματα. Για τη δική μας ουτοπία, όπου σεξιστικές, τρανσφοβικές, ομοφοβικές, μισογυνιστικές συμπεριφορές, αντιλήψεις, νοοτροπίες και πρακτικές δεν θα χωρούν. Κατά τον ίδιο τρόπο που δεν χωρούν ρατσιστικές, εθνικιστικές και φασιστικές συμπεριφορές, αντιλήψεις, νοοτροπίες, πρακτικές. Μέχρι την κατάλυση κάθε εξουσιαστικής δομής, συμπεριλαμβανομένων και των πατριαρχικών δομών.

Η  επανάσταση θα είναι διαθεματική [2] αλλιώς δεν είναι η επανάστασή μου. Τέρμα στον μονοθεματικό ακτιβισμό. Υπάρχει μόνο ένα είδος αγώνα και αυτός είναι ο δικός μας, συλλογικός αγώνας.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Εντροπία και μετάφραση από scintilla.

[1] Δεν θεωρούμε ότι για να είναι πιστευτή η καταγγελία οποιουδήποτε ατόμου πρέπει να περιγράφονται λεπτομέρειες για το πως έγινε ο βιασμός. Ο μόνος λόγος που παραθέτουμε τέτοιες λεπτομέρειες είναι επειδή επικρατεί γενικά μια αντίληψη ότι ένας βιασμός για να αναγνωριστεί ως τέτοιος πρέπει να συμπεριλαμβάνει κάποια στοιχεία, όπως ξυλοδαρμός, επίθεση στον δρόμο από άγνωστο κλπ. Θεωρούμε πως είναι σημαντικό να σταματήσει να υπάρχει αυτή η αντίληψη και να γίνει κατανοητό ότι υφίσταται βιασμός όταν απουσιάζει η συναίνεση, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και από συντρόφους είτε είναι πολιτικοί σύντροφοι ή/και σεξουαλικοί/ερωτικοί.

[2] Η «διαθεματικότητα» είναι η κινηματική προσέγγιση κατά την οποία όλα τα στοιχεία (τάξη, φύλο, ταυτότητα φύλου, σεξουαλικός προσανατολισμός, μεταναστευτικό υπόβαθρο, εθνοτική καταγωγή, αναπηρία ή ικανότητα κοκ) λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση ενός θέματος που αφορά δομές καταπίεσης. Για παράδειγμα, μια μαύρη γυναίκα επιχειρηματολογεί ότι η καταπίεση που υφίσταται δεν μπορεί να κατανοηθεί ξεχωριστά. Δεν μπορεί, δηλαδή, η καταπίεση ότι είναι μαύρη άνθρωπος και η καταπίεση ότι είναι γυναίκα να προσεγγισθεί και να κατανοηθεί ανεξάρτητα, αλλά σε συνδυασμό.

[3] Το @ χρησιμοποιείται στη θέση έμφυλων καταλήξεων, όταν το υποκείμενο είναι γενικό, προκειμένου να μην αναπαράγουμε πατριαρχικές δομές στη γλώσσα, οι οποίες θέτουν ένα φύλο (ή στην «καλύτερη» περίπτωση δύο φύλα) και τα άτομα που το (τα) εκφράζουν στην κορυφή της έμφυλης πυραμίδας, αποσιωπώντας, περιθωριοποιώντας και αποκλείοντας άλλα (εκτός από τα κυρίαρχα, δηλαδή) φύλα, καθώς και τα άτομα που εκφράζονται στα φύλα αυτά.

Συνέχεια στο διάλογο ”Αναρχία ή Κομμουνισμός”

Πέρασε πολύς καιρός από τότε που ξεκίνησα τις παρατηρήσεις μου αλλά νομίζω πως παραμένω στο πνεύμα των σχολίων. Θέλησα να συμμετάσχω στη συζήτηση γιατί νομίζω πως μπορεί να είναι επικοδομιτική για πολύ κόσμο, οπότε έστω και αργά την παραθέτω. Αν θέλει ο/η διαχειριστής να το επικαιροποιήσει μπορεί να το βάλει και σαν κανονικό ποστ. Τα ορθογραφικά είναι αποτέλεσμα βλακείας (καθώς ταυτίζεται με τη βιασύνη). Stop

Ο όρος ρεαλισμός (real) έχει να κάνει με την πραγματικότητα  , όπως την αντιλαμβάνεται το σημερινό ισχύον σύστημα. Σε καμιά περίπτωση δε θα σκεφτώ ή δράσω ρεαλιστικά γιατί τότε πέφτω στην παγίδα , οι ολικές αλλαγές που επιθυμώ να επιφέρω , να μην είναι τίποτα άλλο παρά μια μικρή διόρθωση του ισχύοντος συστήματος.

Περιττό να σου πω πως θέλω και το ξεπέρασμα και την κατάργηση των τωρινών δομών , χωρίς όμως να δίνω το βάρος , που δίνεις εσύ , στο ”υπόλοιπο της κοινωνίας”.

Πάνω σε τούτη την παρατήρηση, πρέπει να δούμε λίγο το ιστορικό βάρος του Αναρχισμού (αν και δεν μ’ αρέσουν οι –ισμοί, εδώ θα πρέπει να γίνει διακριτή η διαφορά μεταξύ της Αναρχίας ως κατάστασης ζωής, απ’ τη μία, και του Αναρχισμού, απ’ την άλλη, ως ένα σύνολο ιδεών συμπυκνωμένο σε μια θεώρηση) στην παγκόσμια ιστορία και ίσως πως αυτό (το βάρος) μεταλλάσεται ανάλογα με την εκάστοτε ιστορική συγκυρία. Όταν πρωτοεμφανίστηκε ως ορισμός στα γραπτά του Προυντόν μπορεί να πει κανείς πως ήταν «προϊόν» της αστικής επανάστασης και των συνεπακόλουθων ανατάραξεων αυτής. Άλλωστε από την ίδια την εξέλιξη του Προυντόν μπορούμε να δούμε πως αυτός (ως άνθρωπος και όχι ως ιδεολογικό ρεύμα) ενσωματώθηκε και πάλι στην τότε καπιταλιστική πραγματικότητα. Συνεχίζοντας μπορούμε να δούμε πολλές από τις ιδέες του Αναρχισμού να προστίθενται στο λεξιλόγιο-όραμα των φιλελεύθερων του τέλους του 19ου αιώνα με τις αρχές του 20ου. Όταν κάποιες από τις ιδέες ενσωματόνωνταν στις αστικές δημοκρατίες οι αναρχικοί της εκάστοτε ιστορικής περιόδου είχαν το «καθήκον» να αποστασιωποιηθούν από τα αστικά καθεστώτα˙ άλλες φορές το έκαναν και άλλες όχι (υπό το βάρος διώξεων, προτεραιοτήτων κλπ). Στα 60’s εμφανίζονται και οι νεο-φιλελέδες, σε ένα κρίσιμο ιστορικό περιβάλλον (ΕΣΣΔ, ψυχρός πόλεμος) σε δυτικά (Κεϋνσιανά ως επί το πλείστον) καθεστώτα. Συρρίκνωση του Κράτους λένε αυτοί, αυτορύθμιση της αγοράς, σε καπιταλιστικά πάντα πλαίσια καθότι ο ανταγωνισμός είναι καλός κατ’ αυτούς. Οι Αναρχικοί είπαν ποτέ τέτοια πράγματα; Ξεκάθαρα όχι. Μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει που οι αστοί έπαιρναν διαστρεβλώνοντας τις ιδέες τους και τις μεταχειρίζονταν ως ήθελαν; Νομίζω πως όχι.

Πρέπει, ωστόσο, να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί. Όταν παίρνουν διαστρεβλωμένα τις ιδέες μας οι αστοί εμείς πρέπει να τις υποστηρίζουμε και να τις εξελίσσουμε ενάντια σ’ αυτούς, στην πράξη. Η θεμελειώδης αρχή που μας παρέδωσε ο Μπακούνιν νομίζω πως πρέπει να τη φυλαξουμε πάση θυσία. ΑΡΝΗΣΗ. Καμιά συνδιαλλαγή με τους γδάρτες της ζωής μας. Αυτή η άρνηση είχε να κάνει με τη διαλεκτική πάνω στα ζητήματα του τρέχοντος συστήματος. (Όχι στη διαλεκτική εντός του επαναστατικού κινήματος.) Υπερασπιζόμαστε τις ιδέες και την ύπαρξή μας, αρνούμενοι να συνδιαλλαγούμε με κάθε μορφή εξουσίας (πολιτικής, οικονομικής κλπ). Πλατιάζω…

Τελευταίο σημείο που με προβλημάτισε είναι η αυτοδιαχείρηση εντός καπιταλισμού και Κράτους. Μπορεί να υπάρξει; Ναι, μπορεί. Μπορεί να ωφελήσει στην επαναστατική διαδικασία; Κατά τη γνώμη μου όχι. Μετά από τις μελέτες που έκανα (με αφορμή τη ΒΙΟΜΕ) πάνω στο ζήτημα, δεν βλέπω πως η αυτοδιαχείρηση μπορεί να οδηγήσει προς την επανάσταση (εκτός από τα σοβιέτ τα οποία είδαμε πως εξελίχθηκαν). Εντός της αφομοιωσής τους τα αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα δυστυχώς δίνουν χέρι βοήθειας στον καπιταλισμό, διαχρονικά. Ενσωματώνουν αρνήσεις που θα ήταν πραγματικά επικίνδυνες για το σύστημα. Βάζω τη σκέψη μου, ως τροφή για σκέψη…

Επιστρέφω και πάλι στο ρεαλισμό θα παραθέσω απόσπασμα ενός κομμουνιστή: ciaoant1

Η υπεράσπιση του παρελθόντος και η δικαίωση των περασμένων γενεών, αλλά και το μέλλον ανήκει στις συνειδητές εκείνες δυνάμεις που κόντρα στις πιθανότητες και τους συσχετισμούς(αυτούς που υπάρχουν στα μυαλά της γερασμένης αριστεράς, όχι τους πραγματικούς), κόντρα στο φόβο και στο “ρεαλισμό” θα τολμήσουν να κινηθούν αποφασιστικά και να μαχηθούν, με το όραμα τους να υπερβαίνει τις συμπληγάδες τις αστικής δημοκρατίας και του φασισμού και να συνηγορεί τελικά για όλη την ανθρωπότητα

https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1471218

 

 

Πρώτο μάθημα ζωής για κάθε αναρχικό θα έπρεπε να είναι το ότι δεν είμαστε παρά μια τρίχα απ’ τ’ αρχίδια του σύμπαντος και άρα δε δικαιούμαστε ούτε σ’αυτό , ούτε σ’ οποιοδήποτε σύστημα να θέλουμε να παίξουμε κομβικό ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων. Μπορούμε να καθορίζουμε ατομικά (και μέχρι ενός σημείου ) τις ζωές μας  , αλλά αποτελεί ύβρη η εμμονή μας να οικονομήσουμε (να θέσουμε όρους – νόμους) στο περιβάλλον και στο σύμπαν που ζούμε.

Απλά θα πω μόνο ένα εδώ. Ας αναρωτηθούμε αν υπάρχει άλλο επαναστατικό, αντικαπιταλιστικό κίνημα που να δίνει βάση στη σχέση ανθρώπου-φύσης-σύμπαντος. Είμαστε οι ινδιάνοι (με την έννοια των ιθαγενών λαών που πίστευαν πως είναι απλά μια ύπαρξη στην απεραντοσύνη του σύμπαντος) του 21ου αιώνα, αλλά δεν το έχουμε καταλάβει.

Θα βάλω και μια παράθεση από http://rabidproletarians.espivblogs.net/archives/242 :

«Αλλά πρέπει να έχουμε κάποια εξουσία, στην τελική», είπε ένας αμερικάνος φίλος μας. Ουσιαστικά πρέπει, και την έχουμε˙ είναι η αναπόφευκτη εξουσία των φυσικών νόμων, που εκφράζονται ως τέτοιοι στον υλικό και κοινωνικό κόσμο. Μπορεί να τους καταλαβαίνουμε ή να μην τους καταλαβαίνουμε αυτούς τους νόμους, αλλά πρέπει να υπακούμε σ’ αυτούς σαν να είναι μέρος της ύπαρξής μας˙ είμαστε οι απόλυτοι σκλάβοι αυτών των νόμων, αλλά σε μια τέτοια σκλαβιά δεν υπάρχει ταπείνωση. Η σκλαβιά όπως νοείται σήμερα, σημαίνει έναν εξωτερικό αφέντη, ένα νομοθέτη εκτός αυτών τους οποίους ελέγχει˙ ενώ οι φυσικοί νόμοι δεν είναι έξω από εμάς- είναι μέσα μας˙ ζούμε, σκεφτόμαστε, κινούμαστε μόνο μέσω αυτών των νόμων˙ είναι επομένως ευεργέτες και όχι εχθροί μας.

Είναι οι νόμοι του ανθρώπου, οι νόμοι στα νομικά μας βιβλία, σε συμφωνία με τους νόμους της Φύσης; Κανένας, νομίζουμε, δεν μπορεί να έχει την τόλμη να επιβεβαιώσει πως είναι.

Είναι επειδή οι νόμοι που ορίζονται για μας δεν είναι σε συμφωνία με τους νόμους της Φύσης και η ανθρωπότητα υποφέρει από τόσες πολλές αρρώστιες. Είναι παράλογο να μιλάμε για ανθρώπινη ευτυχία εφόσον οι άνθρωποι δεν είναι ελεύθεροι.

 

Στην έβδομη παράγραφο (ξέρω ότι σίγουρα είναι λεκτικό λάθος της στιγμής ) χαλάστηκα ιδιαίτερα γιατί θεωρείς την γνώμη σου ταπεινή, Οι ταπεινές γνώμες είναι γνώμες καθοδηγούμενες και δεν ταιριάζει καμιά ταπεινοφροσύνη  , ούτε καν της ευγένειας  , σε κάποιον που βλέπει τη σαπίλα των ιδεολογημάτων του συστήματος και έρχεται να προτείνει κάτι ανατρεπτικό.

Για μένα πολύ καλά λέει ο mavri lista πως η γνώμη του είναι ταπεινή. Και η δική μου και όλων των ανθρώπων οι γνώμες είναι ταπεινές. Κανείς μας δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Αυτοί που το ισχυρίζονται κατέχουν θέσεις εξουσίας και αυτοί που τους αποδέχονται, δέχονται πως υπάρχουν κάποιοι άλλοι που κατέχουν την αλήθεια που αυτοί δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν. Ελπίζω να γίνομαι κατανοητός. Πιο πάνω αναφέρθηκες/αναφερθήκαμε στην ταπεινότητά μας εντός των φυσικών σχέσεων. Με αυτή σου την τοποθέτηση αρνείσαι την προηγούμενη θέση σου. Δεν θα σταθώ σ’ αυτό, ο άνθρωπος είναι γεμάτος αντιφάσεις…

Εκεί που θέλω να σταθώ είναι στη στάση του mavri lista. Μόνο και μόνο από τον τρόπο που απαντά δίνει την εντύπωση ενός «ταπεινού» (που δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια) ανθρώπου. Το εξηγώ με τα δικά του λόγια: Συνήθως ο λόγος μου είναι επιβλητικός και δέν θέλω ορισμένοι να τον εκλαμβάνουν ώς τέτοιον.

Αυτό είναι που εκτιμάω πάντα στους αναρχικούς. Το μεγαλείο της «ταπεινότητάς» τους. Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο πως άνθρωποι σαν τον Ρεκλύ, το Μαλατέστα, τον Καφιέρο και τόσους μεγάλους επαναστάτες σε στιγμές παροξυσμού των εκμεταλλευόμενων παρέμεναν ένα με αυτούς χωρίς ποτέ να σηκώνουν το δάχτυλο με το πνεύμα της (εξουσιαστικής) καθοδήγησης. Πάντα ταπεινοί και πάντα στον αγώνα, αυτό ήταν το μεγαλείο τους.

Στην όγδοη και τελευταία παράγραφο της απάντησης μιλάς για τη ”σημαντική παράμετρο” της άγνοιας του κόσμου για το τι είναι αναρχία.

Εδώ βρίσκω και τη μεγαλύτερη διαφορά μας.

Πιστεύω ότι όλοι (ακόμα και ο σκλάβος 50 γενεών ) έχει μέσα του (παρά την προπαγάνδα του συστήματος) τη φλόγα και τη δίψα για αγνή και άδολη ελευθερία. Η αναρχία δεν είναι για μένα θεωρία αλλά τρόπος και αντίληψη ζωής.

Για το ότι δεν είναι θεωρία σε παραπέμπω πιο πάνω συμφωνώντας, αλλά και θέτοντας το ζήτημα της διάκρισης του Αναρχισμού από την Αναρχία.

Υπάρχει ένα ντοκιμαντέρ του BBC που λέγεται «Ο αιώνας του εαυτού». Εξαιρετικό θα έλεγα. Τέλος πάντων, το ντοκιμαντέρ δείχνει πως ο άνθρωπος μέσα στον 20ο αιώνα έχει εξατομικευτεί και υποταχτεί (υπόγεια) σε όλες τις διδαχές του συστήματος. Βασικός «πρωταγωνιστής» αυτού του ντοκιμαντέρ ήταν ένας ανηψιός του Φρόυντ. Ο άνθρωπος (χωρίς γενικότητες), η πλειοψηφία των ανθρώπων, έχει φτάσει σε μία τέτοια αποκοπή από τις φυσικές του ρίζες μέσω μεθόδων που κατα μία έννοια φαίνονται αλλοπρόσαλες, απ’ την άλλη είναι τόσο καλά κατασκευασμένες που ούτε το παίρνουμε χαμπάρι πως αλλοτριωνόμαστε.

Κι εγώ δεν βλέπω αυτή που αναφέρεις ως «τη φλόγα και τη δίψα για αγνή και άδολη ελευθερία». Τη βλέπω σε πολύ λίγους ανθρώπους δυστυχώς. Αυτά υπάρχουν όμως σε κάθε άνθρωπο. Το πως και το πότε θα εκδηλωθούν δεν μπορεί ποτέ να προβλεφθεί. Στο μεθοδολογικό σχήμα του Φρόυντ (αμφισβητώ τις διδαχές του, όπως όλων των «αυθεντιών», αλλά μ’ αρέσει η μέθοδος αναλυσής του) υπάρχουν πάντα υπόγεια αυτά τα ένστικτα (φλόγα για ελευθερία κλπ) και εμφανίζονται σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες. Το πότε όμως παραμένει άλυτο ζήτημα. Καθώς άλλες φορές σε ίδιες καταστάσεις κάποιος πχ εξεγείρεται και σε άλλες (χρονικά) ίδιες καταστάσεις δεν κάνει το ίδιο.

Υ.Γ.4 Οι αναρχικοί δεν είναι αριστεροί γιατί και σημειολογικά οι όροι αριστερός – κεντρώος – δεξιός έχουν να κάνουν με τη θέση που κάθονταν οι ”αντιπρόσωποι του λαού” στη βουλή της γαλλικής ”δημοκρατίας”. Ποτέ οι καθαροί αναρχικοί δεν πήραν θέση αντιπροσώπου , γιατί απλούστατα δεν ζήτησαν την ψήφο συνανθρώπων τους για να τους εκπροσωπήσουν.

Η CNT είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Όχι μόνο γιατί μπήκαν στη βουλή, αλλά επειδή ως συνδικαλιστική οργάνωση εκπροσωπούσαν εκατομύρια εργαζομένων. Είχαν αυθεντικά ελευθεριακά στοιχεία, αλλά και έναν συγκεντρωτισμό πάνω στην εκπροσώπηση. Αυτό πρέπει να είναι ένα παράδειγμα που πρέπει πάντα να θυμόμαστε για να μην πέσουμε στο ίδιο λάθος.

Και τώρα κάποια πράγματα πάνω στην απάντηση του mavri lista.

σύμφωνα με την άποψη αυτή είναι καλύτερα να μείνουν

όπως έχουν τα πράγματα απο το να επιφέρουμε κάποιο πλήγμα

έστω και μικρό στο σύστημα.

Γνωρίζω πως αυτό δέν φτάνει.Αλλά κάτι είναι και αυτό.Και

φυσικά δέν αποτελεί μιά μικρή διόρθωση,αλλά ένα βήμα προς

την κατεύθυνση που επιζητούμε,με σκοπό να υπάρξουνε και άλλα

μέχρι τον τελικό στόχο.

Το ζήτημα είναι να έχουμε τη διαύγεια να βλέπουμε ποια είναι πλήγματα και ποια είναι τα τσιρότα για το υπάρχον σύστημα. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από το ελλαδιστάν. Ο Επαναστατικός Αγώνας (θα μιλήσω για τη συγκεκριμένη οργάνωση) πιάστηκε και έπαυσε τη δράση του (σχετικά) λίγο πριν ξεκινήσουν οι διαδικασίες εισόδου του ελλαδιστάν στο ΔΝΤ, ΕΚΤ κλπων κερδοσκόπων. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως οι ενέργειες αποσταθεροποίησης που πραγματοποίησε ο Ε.Α δεν θα είχαν (στη συγκεκριμένη χρονική συγκηρία) την ανάλογη προσοχή από τους κερδοσκόπους οι οποίοι αυτό που θέλουν να διασφαλίσουν είναι τα κέρδη τους; Εγώ είμαι σχεδόν σίγουρος πως δύσκολα με οργανώσεις τύπου Ε.Α εκεί πέρα έξω, πολλά θα ήταν διαφορετικά. Χωρίς καμιά θεοποίηση του ένοπλου αν θέλουμε να κάνουμε σοβαρή κριτική πρέπει να κοιτάμε και αυτά. Απόσπασμα και πάλι:

«Αυτό ήταν, εξάλλου, που φοβόταν και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ από τον Επαναστατικό Αγώνα αφού, σύμφωνα με δηλώσεις κυβερνητικού στελέχους, η οργάνωση με τη δράση της «θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα τα οικονομικά μέτρα». Γι’ αυτό οι συλλήψεις μας, που έγιναν λίγες μέρες πριν τα ηνία της εξουσίας στην Ελλάδα αναλάβουν εξ ολοκλήρου το Δ.Ν.Τ., η Ε.Ε. και η Ε.Κ.Τ., χαρακτηρίστηκαν από την ελληνική κυβέρνηση καθώς και από ευρωπαϊκούς και αμερικανικούς πολιτικούς παράγοντες ως μεγάλη επιτυχία.»
-απόσπασμα κειμένου των φυλακισμένων μελών του Επαναστατικού Αγώνα.-

 

Δέν είπα να δεχθούμε de facto την μαρξιστική ανάλυση,αλλά να αποδεχθούμε την ύπαρξη αυτής και να συζητήσουμε πάνω σε αυτήν και όχι μόνο.Συμφωνώ πως δέν πρέπει να δεχθούμε τίποτε άκριτα.

Η Μαρξιστική ανάλυση έχει δύο σκέλη: κριτική στην πολιτική οικονομία και το οργανωτικό αυριανό μοντέλο (προλεταριακής?) εξουσίας. Τι θα κρατούσε (φυσιολογικά) ένας αναρχικός? Μόνο την κριτική στην πολιτική οικονομία, λογικά. Εμένα με έχουν βοηθήσει οι μαρξιστικές αναλύσεις στο να καταλάβω ορισμένα πράγματα για τους χειρισμούς της οικονομίας από του καπιταλιστές ή και τις σχέσεις μεταξύ εργατών και αφεντικών. Από κει και πέρα κρατάω πάρα πολύ λίγα από τον μαρξισμό καθότι είμαστε 150 χρόνια μετά απ’ αυτούς. Οι αριστεροί εξακολουθούν να δέχονται άκριτα εκείνα τα εργαλεία των 150 χρόνων πριν… Για το σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό μοντέλο δεν θα πω τίποτα. Η Αναρχική κριτική επάνω σε όλες τις όψεις του Κομμουνισμού πιστευώ πως είναι πάντα καίρια και αναγκαία.

 

Η αλήθεια είναι πως θεωρώ τον κομμουνισμό ένα κοντινό βήμα στην παρούσα χρονική στιγμή,όχι για την επανάσταση την οποία εγώ θα επιθυμούσα ή τον τελικό προορισμό της αλλά για ένα στάδιο στο οποίο θα μπορούσε η κοινωνία υπο ορισμένες προυποθέσεις εκτός του να σταθεί στα πόδια της,να μπορέσει να κοιτάξει και παραπέρα.Εν ολίγοις να ξεπεράσει την αντίληψή της για πολλά πράγματα τα οποία θεωρεί νομοτελειακά.Το ίδιο πιστεύω και για την αναρχία.Με τη διαφορά όμως πως είναι δυσκολότερο στο να φτάσει ο σημερινός αλλοτριωμένος άνθρωπος κατευθείαν στην αναρχική θεώρηση.

 

Εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί ο κομμουνισμός είναι πιο κοντά από την Αναρχία, αλλά το αντιπαρέρχομαι. Η κοινωνική επανάσταση είναι και πρέπει να είναι το όχημαπου θα μας φτάσει στην Αναρχική κοινωνία. Εξηγούμαι: Ο όρος επανάσταση έχει πολλές έννοιες. Το θέμα είναι πως για να έχει πραγματικό αποτέλεσμα αυτή πρέπει να αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων από τους ίδιους τους ανθρώπους. Μια επανάσταση (οποιουδήποτε είδους) το πετυχαίνει αυτό. Το θέμα είναι να είναι αυτή ανθρώπινη και με ελεύθερη βούληση και όχι με ετεροκαθορισμό. Δηλαδή, το προλεταριάτο της Τσαρικής Ρωσίας «υποτάχτηκε» στην επανάσταση με κανόνες που του τους όριζαν άλλοι (Κόμμα), το αποτέλεσμα είναι αυτό που αποκαλείται η «αντεπανάσταση» της Σοβιετικής Ένωσης. Η «αντεπανάσταση» όμως ήταν εγγενής, από τη στιγμή που ο κάθε άνθρωπος άφηνε την τύχη του στα χέρια μιας πεφωτισμένης ελίτ, αντί να καθορίσει ο ίδιος σε συνεργασία και συνάρτηση με τους τριγύρω του τις συνθήκες που αυτός, ως Εγώ, θέλει να ζήσει. Το Κόμμα δεν χρειάστηκε να πιέσει και πολύ. Οι άνθρωποι (το προλεταριάτο εν προκειμένω) αφήσανε σε μία κάστα ειδικών να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους. Όταν πήγαν να ξαναπάρουν την κατάσταση στα χέρια τους (Κροστάνδη π.χ) ήταν πλέον αργά. Και ήταν οι αναρχικοί ο καθοριστικός παράγοντας και γι’ αυτή την εξέγερση, οι οποίοι είχαν όμως κάνει (και αυτοί) πίσω όταν κατελήφθησαν τα ανάκτορα, θεωρώντας πως οι προβλέψεις του Μπακούνιν δεν θα βγουν αληθινές.

Αυτό που θέλω να πω είναι πως η επανάσταση είναι μια διαρκής μεταβολή που ξεκινάει με μία αιώνια εξέγερση ενάντια στον εαυτό μας. Τι σημαίνει αυτό; Πως κάθε άνθρωπος πρώτα επαναστατεί ενάντια στην ίδια του την ύπαρξη εντός της ταξικής κοινωνίας. Αυτό είναι το πρώτο βήμα, η νέα αντίληψη, η κατοχή συνείδησης. Σιγά σιγά μετουσιώνεται σε πράξη (κάθε είδους) ώστε να βοηθήσει στην αφύπνηση και άλλων συνειδήσεων. Με τη σειρά τους αυτοι θα πρέπει κάνουν το ίδιο. Όταν ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού θα έχει γίνει αυτός ο νέος φορέας αξιών (έκανα ένα λογικό άλμα για συντομία, πιστεύω καταλαβαίνετε) σε ηθικό και διανοητικό επίπεδο τότε θα είναι έτοιμοι, ως συλλογική δύναμη, να καταστρέψουν κάθε πτυχή της υπάρχουσας κοινωνίας. Ακόμα και αυτοί που δεν νοιώθουν «συγγένεια» με αυτές τις αντιλήψεις και ανήκουν (χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει) στη βάση της κοινωνικής-ταξικής πυραμίδας θα συνεργαστούν όταν δουν πως αυτές οι σχέσεις που έχουμε εμείς αναπτύξει λειτουργούν στην πράξη (δες τα χωριά της Ισπανίας το 36’, όπου πολλοί που ήταν επιφυλακτικοί στην κοινωνικοποίηση και τη συνεργασία των χωραφιών τους «αναγκάστηκαν» να προσχωρίσουν στις κολλεκτίβες καθώς έβλεπαν πως δούλευαν καλύτερα). Όταν συνεχίζουν να υπάρχουν εξουσιαστικές τάσεις εντός των αναρχικών κοινοτήτων τότε δεν είμαστε φορείς νέων αξιών, αλλά αναπαράγουμε με «ριζοσπαστικό» τρόπο την αλλοτριωμένη (καπιταλιστική) μας φύση. Τα γράφω πολύ απλά για να γίνω κατανοητός. Όπου δεν γίνομαι, θα απαντήσω.

Διαφωνώ με την παραπάνω διαπίστωση του «Mavri Lista”, αφού αναπαράγει τη «θεωρία των σταδίων» στην οποία ούτε πιστεύω και η ιστορία μας έδειξε πως οδηγεί σε λάθος μονοπάτια. Θα σταθώ όμως στη λέξη «κομμουνισμός». Χωρίς να είμαι ιδιαιτέρως καταρτισμένος στα γλωσσολογικά θα προσπαθήσω να κάνω μία όσο το δυνατόν καλύτερη προσέγγιση του όρου. Το «κομμουνισμός» βγαίνει απ’ το “common”, δηλαδή το «κοινό» (όχι αυτό που παρακολουθεί, αλλά τα «κοινά» σημειά, υλικά κλπ). Σ’ αυτό ως αναρχικός μπορώ να είμαι αντίθετος; Όχι δεν μπορώ. Οπότε τη λέξη (ως τέτοια και μόνο) την επικροτώ. Κάτω από τα σχήματα που έχουν παρατεθεί από κάθε τάση του κομμουνισμού (εκτός του ελευθεριακού που καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι εννοεί*) εγώ είμαι, αν όχι αντίθετος, σίγουρα πολύ μακριά. Η έννοια όμως ως τέτοια είναι συγγενείς με την αναρχία. Και θα βάλω κάτι άλλο ως προβληματισμό εδώ. Σε τι θα διέφερε η Αναρχία από τον Κομμουνισμό έτσι όπως έχουν πρωτοδιατυπωθεί ή στην πρώτη τους «απόδοση» για να το πω καλύτερα; Απλά ο «κομμουνισμός» αφήνει ανοιχτό παραθυράκι στην εξουσία. Ενώ η «αναρχία» αφήνει ανοιχτά παράθυρα στα οικονομικά μοντέλα. ΩΣ ΕΝΝΟΙΕΣ. Στην πραγματικότητα (και στις αρχικές τους διατυπώσεις) όμως δεν γίνεται σαφές πως ταυτίζονται (αν όχι τέλεια, σε πολύ μεγάλο βαθμό); Και για να το κλείνω, εγώ ως, πολέμιος του κομμουνισμού σε επίπεδο ηθικών αντιλήψεων, δεν μπορώ να πω πως σαν μοντέλο ζωής (χωρίς τον καρκίνο που λέγεται εξουσία) θα απείχε πολύ από το αναρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Εκείνο που είναι γιαμένα τομή κάθετη, είναι η ανάπτυξη των βιομηχανικών δυνάμεων (ο Μαρξ νόμιζε πως αυτό θα απελευθέρωνε τις ανθρώπινες δυνάμεις και έχει γίνει το αντίθετο) που δεν πιστεύω πως μπορεί να πραγματώσει την Αναρχία, καθότι στην ολότητα της η Αναρχία είναι η αρμονική συνύπαρξη όλων των έμβιων και άψυχων όντων του πλανήτη (και του σύμπαντος). Αρμονία και βιομηχανοποιημένη κοινωνία ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΟΥΝ. Μ’ αυτά και μ’ αυτά έφτασα στην άλλη παρατήρηση του “mavri lista” η οποία είναι: “Στην πέμπτη παράγραφο μιλάς για βαθύ νόημα της μαρξιστικής θεωρίας και για το δίλλημα που ΔΕΝ έχεις για την υπεροχή της απέναντι στο ”όνειρο” της αναρχικής κοινωνίας.”

Απο πού προκύπτει αυτό το συμπέρασμα;Το πήρες λάθος.Eξηγούμαι:Εγώ τουλάχιστον δηλώνω ανάξιος να εξηγήσω το πολυσέλιδο π.χ.Κομμουνιστικό Μανιφέστο και δέν θα μπώ στον κόπο να το κάνω τη στιγμή που αυτό που κατα τη γνώμη μου χρειάζεται τώρα είναι να αντιδράσουμε δίχως να μείνουμε στο “βαθύ” νόημα του κομμουνισμού ή να πώ πως αφού δέν μπορούμε να φτάσουμε σήμερα,αύριο στην αναρχία να συνεχίσουμε να αλληλοτρωγόμαστε για το δίκαιο των ιδεών την στιγμή που δεχόμαστε ανηλεή πόλεμο.

Δεν το έκανα (γίνεται νομίζω κατανοητό) ως μια «πάλη ιδεών», αλλά ως διασαφήνιση ορισμένων θέσεων, για να είμαστε πιο ξεκάθαροι.

Τελευταίο απόσπασμα για σκέψη από τον Mavri Lista: Το πρόταγμα το δικό μου είναι συγκεκριμένο.Μπορεί και το δικό σου.Αλλά ο στόχος θα πρέπει να συνδιαμορφωθεί απο όλες τις δυνάμεις που ετεροκαθορίζονται και που συμμετέχουν ισότιμα στην επαναστατική διαδικασία.

Εδώ είναι που ζορίζουν πολύ τα πράγματα. Αυτά πρέπει να κοιτάξουμε.

Proletarian Rage

Μια απάντηση στο: ”Αναρχία ή Κομμουνισμός;”

Με αφορμή το κείμενο που αναρτήθηκε στο http://mavrhlista.wordpress.com με τίτλο :

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ;

ξεκινήσαμε ένα διάλογο μέσα από τα σχόλια , τα οποία μπορείτε να δείτε παρακάτω. Η απάντησή μου αφορά τη δεύτερη απάντηση που μου δόθηκε από το blog  και σε καμιά περίπτωση το κυρίως άρθρο.

Σκοπός και επιδίωξή μου είναι να συνεχιστεί ο διάλογος έτσι ώστε να μπορέσουμε με επιχειρήματα , όχι να καταδείξουμε την ανωτερότητα της μιας ή της άλλης θεώρησης των πραγμάτων , αλλά για να έρθουμε πιο κοντά.

Δεν είναι προσωπική επίθεση εναντίον των απόψεων αλλά συμβολή στο διάλογο.

metaretriever2 Λέει:
03/05/2013 στις 19:45

η οργάνωση γεννά αρχηγούς,οπότε χαιρετήστε την αναρχία κ μιλήστε για κάτι εντελώς άλλο.

Απάντηση
  • ANΩΝΥΜΟς & ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ Λέει:
    03/05/2013 στις 23:42

    Δέν νομίζω πως αυτό που λέτε είναι απόλυτο.Άλλωστε κατα την άποψή μου πιστεύω πως σε κάθε κινηματικό χώρο ή έστω οργάνωση θα υπάρχουν και κάποια πρόσωπα τα οποία θα ξεχωρίζουν ώς προσωπικότητες ή ώς προς την προσφορά τους.
    Αυτό δέν είναι απαραίτητα αρνητικό,με την προυπόθεση να αναγνωρίζεται εξίσου ισάξια η προσωπικότητα και η προσφορά των υπόλοιπων ισότιμων μελών του οποιουδήποτε χώρου ή κινήματος.

    Απάντηση
    • metaretriever2 Λέει:
      04/05/2013 στις 16:59

      Απορώ αν θα υπάρξει κάποιος που δε θα καταχραστεί τη θέση που θα του δοθεί θεσμικά.Θεωρώ ότι το νόημα της αναρχίας είναι το ξεπέρασμα των οργανωτικών δομών,που έχουμε γνωρίσει και η αντικατάστασή τους με τον λόγο(με κάθε του έννοια),χωρίς θεσμοποιήσεις και συνεννοήσεις εκ των προτέρων.Πιστεύω ότι όλα πρέπει να ξαναγραφούν από την αρχή σε σβησμένο πίνακα και όχι να χρησιμοποιήσουμε κατάλοιπα της φεουδαρχικής-καπιταλιστικής-νεοφιλελεύθερης εμπειρίας μας ως ανθρωπότητα(και ο κομμουνισμός είναι ένα από αυτά).Γι’αυτό με ψιλοχαλάει ο όρος αναρχοκομμουνισμός,χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχω φίλους και γνωστούς που τον θεωρούν ως ΤΗ λύση.

    • ANΩΝΥΜΟς & ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ Λέει:
      04/05/2013 στις 17:42

      Θα ήταν ευχής έργο άν μπορούσαμε να διαγράψουμε μονομιάς όλες εκείνες τις βάσεις που στηρίχθηκε ο άνθρωπος και να αναδημιουργήσουμε την κοινωνία μας απο την αρχή με διαφορετικούς όρους.
      Σίγουρα τότε θα μας ήταν πολύ εύκολο να οργανωθούμε διαφορετικά.
      Κατα την γνώμη μου ο κομμουνισμός έρχεται να αμβλύνει την σχέση του ανθρώπου με την ύλη και την διαχείρισή της.Ξεκινώντας απο αυτό το σημείο θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές.Καθώς ό,τι αφορά εμάς,τον οποιοδήποτε δηλαδή που θέλει το ξεπέρασμα ή την κατάργηση των τωρινών δομών της κοινωνίας θα πρέπει να έχουμε κατα νού και το υπόλοιπο της κοινωνίας και εκεί ακριβώς στόχευε και στοχεύει η όλη θεωρία του κομμουνισμού.Εξ’ου και η ας πούμε “θεοποίηση”του προλεταριάτου.
      Ασχέτως άν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με την μαρξιστική θεώρηση του κομμουνισμού,θα πρέπει να αποδεχθούμε την ανάλυσή του ώς προς το ζήτημα της διαχείρισης των μέσων παραγωγής,ή το ζήτημα της οργάνωσης για ένα ενιαίο μέτωπο που θα μπορέσει να αντισταθεί σε όλο αυτό που βιώνουμε απο τότε που γεννηθήκαμε.
      Εγώ προσωπικά,δέν θεωρώ καμμία λύση ώς την απόλυτη λύση.Όμως πιστεύω πως θα πρέπει να ξεκινήσουμε απο ένα σταθερό σημείο και ύστερα άν το ζητούμενο είναι να ξεπεραστεί και αυτό,να το ξεπεράσουμε.ΆΝ μπορούμε.
      Το να καθίσω να αναλύσω το βαθύ νόημα της Μαρξιστικής θεωρίας ή αντίστοιχα να ονειρεύομαι την αναρχική κοινωνία όπως θα την ήθελα εγώ και μερικές εκατοντάδες ακόμη,νομίζω πως δέν οδηγεί πουθενά.
      Αντιθέτως πιστεύω,πως πλέον έχουμε μάθει απο τα λάθη του παρελθόντος,όχι σαν κομμουνιστές ή αναρχικοί(που είμαστε),αλλά ώς άνθρωποι αποφασισμένοι και στρατευμένοι στο να γκρεμίσουμε αυτό τον κόσμο και στα ερείπιά του να χτίσουμε έναν άλλον.
      Κατα την ταπεινή μου γνώμη πάντα,μπορούμε να ξεκινήσουμε απο τον κομμουνισμό και να πορευτούμε προς την αναρχία,αποδομώντας σιγά σιγά όλες τις κοινωνικές και πολιτικές αυταπάτες στις οποίες έχουμε βαλτώσει.
      Άς μήν ξεχνάμε πως ο περισσότερος κόσμος δέν έχει ιδέα για τί πράγμα μιλάμε και μάλλον δέν πολυενδιαφέρεται.Είναι μιά σημαντική παράμετρος αυτή.Οπότε ας ξεκινήσουμε εμείς και στην πορεία το συνδιαμορφώνουμε.Απο το σημείο μηδέν που είμαστε τώρα,δέν μπορούμε να βρεθούμε στο 8 ή στο 10.
      Το θέμα όμως είναι να ξεκινήσουμε.Και γι’αυτό απαιτείται αυτο-οργάνωση απο τα κάτω και ενότητα ανάμεσα στις δυνάμεις εκείνες που θα δράσουν ανελέητα και χωρίς σκοπιμότητες.Τώρα άν αυτό θα λέγεται αναρχία,κομμουνισμός ή λαϊκό πραξικόπημα ουδόλως προσωπικά με απασχολεί.Ξέρουμε πολύ καλά τί πρέπει να κάνουμε και ξέρουμε πως έχουμε δίκιο.

Με αφορμή το κείμενο του ΑΝΩΝΥΜΟς κ ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ ”Τι είναι αναρχικός κομμουνισμός;” έγραψα ένα σχόλιο και ανοίξαμε ένα διάλογο (στα σχόλια)  με τον διαχειριστή του blog.

Από την αρχή της δεύτερης απάντησης οι ΑΝΩΝΥΜΟΣ κ ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ δηλώνουν την επιφύλαξή τους (με τη φράση ”θα ήταν ευχής έργο…”) στη δυνατότητα που έχουμε να αλλάξουμε τα πάντα. Θεωρώ ότι η αβεβαιότητα , στην ιδεολογία και το σκοπό μας , καθιστά τη θέση μας αδύναμη και προβληματική ως προς την πραγματοποίησή της.

Μ’ άλλα λόγια , δεν μπορεί να αποτελεί η προοπτική της δημιουργίας μιας νέας κοινωνίας προιόν ευχολογίου και αμφιβολιών , το εν και κατά πόσο θα μπορούσαμε να διαγράψουμε τις καταβολές της προηγούμενης κατάστασης.

Στη δεύτερη παράγραφο (”κατά τη γνώμη μου…”) μιλά για άμβλυνση της σχέσης του ανθρώπου με την ύλη και τη διαχείρισή της .

Όποιος αισθάνεται αναρχικός αυτό το θέμα το έχει λύσει. Η σχέση και η διαχείριση της ύλης είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να μπει σε καλούπια και δόγματα αλλά είναι καθορισμένη από την ύπαρξη του ανθρώπου. Ως υλικός ο άνθρωπος μπορεί να διαχειριστεί και την υπόσταση και το περιβάλλον και τη σχέση του με τον κόσμο με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από ότι φαντάζονται οι φιλόσοφοι και οι καθοδηγητές του ανθρώπινου μυαλού  τόσα χρόνια. Το ένστικτο  μπορεί να μας οδηγήσει σε πολύ πιο σίγουρους δρόμους απ’ ότι οι ”λογικές ” ή ” λογικοφανείς” θεωρίες. Η σχέση μας με την ύλη είναι καθορισμένη ”εκ φύσεως”.

Η φράση ”θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές”  μου δημιουργεί έναν ισχυρό ενδοιασμό και η απάντησή μου είναι ότι , αν είναι να είμαστε ρεαλιστές , τότε ας μείνουμε στο υπάρχον σύστημα ( τόσο κυνικά ).

Ο όρος ρεαλισμός (real) έχει να κάνει με την πραγματικότητα  , όπως την αντιλαμβάνεται το σημερινό ισχύον σύστημα. Σε καμιά περίπτωση δε θα σκεφτώ ή δράσω ρεαλιστικά γιατί τότε πέφτω στην παγίδα , οι ολικές αλλαγές που επιθυμώ να επιφέρω , να μην είναι τίποτα άλλο παρά μια μικρή διόρθωση του ισχύοντος συστήματος.

Περιττό να σου πω πως θέλω και το ξεπέρασμα και την κατάργηση των τωρινών δομών , χωρίς όμως να δίνω το βάρος , που δίνεις εσύ , στο ”υπόλοιπο της κοινωνίας”.

Το σύστημα έχει κατορθώσει πολύ εύκολα να δημιουργήσει στους ανθρώπους την εντύπωση πως τα πράγματα πάντα έτσι ήταν και ποτέ δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν μ’ άλλον τρόπο. Η πλειοψηφία το δέχτηκε αυτό άκριτα και εξ ορισμού με αποτέλεσμα να μην μπορώ να τη θεωρώ σύμμαχό μου στην προσπάθειά για αλλαγή του κόσμου. Εμείς δηλαδή , είμαστε ακριβώς αντίθετα από τον όρο ”θεοποίηση του προλεταριάτου”.

Σε καμιά περίπτωση δε θα φανταζόμουν ένα νέο κόσμο που να αντικαθιστούσε τα fanum και τις προκαταλήψεις του παλιού κόσμου με καινούρια. Ούτε θεοποιήσεις , ούτε δικτατορίες , ούτε και δημοκρατίες. Αταξικός κόσμος , χωρίς καθόλου ”αξίες” ,  ”παραδόσεις” και  ”θεσμούς” όπως τους γνωρίσαμε και μας επιβλήθηκαν ως τώρα. Η θέση μας είναι ότι πρέπει να καταλάβουμε τη μηδαμινότητα και το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης και να μην δημιουργούμε μεγαλοιδεατισμό ή μονομανίες στο ”πλήθος”. Αν αντικαταστήσουμε τον όρο άνθρωπος με τον όρο προλετάριος , τότε θα οδηγηθούμε σ’ ένα άλλο δομημένο σύστημα , αντίστοιχο του καπιταλισμού , με νόμους , όρους και ιδεολογία που θα δημιουργήσουν την , εκ των πραγμάτων , μετά-υποδούλωση του ανθρώπου.

Και δεν είναι καθόλου ”ας πούμε ”θεοποίηση” του προλεταριάτου” αλλά είναι καθαρά η ΘΕΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ , ως ύψιστη οικονομική και κοινωνική κατάσταση.

Είναι ανάγκη να καταλάβουμε ότι τα προτάγματα αναρχίας και κομμουνισμού είναι εντελώς διαφορετικά .

Δεν μπορείς να λέγεσαι αναρχικός όταν κουβεντιάζεις για την μετά-κοινωνία με οικονομικούς και τεχνοκρατικούς όρους.

Η όλη σύγχυση πάνω στο θέμα έχει τη ρίζα της , πιστεύω , στο ότι υπάρχουν πολλοί ”σύντροφοι” που θεωρούν την ύπαρξή τους κάτι το ιδιαίτερο και την ανθρώπινη φυλή ως κυρίαρχη και σπουδαία.

Πρώτο μάθημα ζωής για κάθε αναρχικό θα έπρεπε να είναι το ότι δεν είμαστε παρά μια τρίχα απ’ τ’ αρχίδια του σύμπαντος και άρα δε δικαιούμαστε ούτε σ’αυτό , ούτε σ’ οποιοδήποτε σύστημα να θέλουμε να παίξουμε κομβικό ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων. Μπορούμε να καθορίζουμε ατομικά (και μέχρι ενός σημείου ) τις ζωές μας  , αλλά αποτελεί ύβρη η εμμονή μας να οικονομήσουμε (να θέσουμε όρους – νόμους) στο περιβάλλον και στο σύμπαν που ζούμε.

Στην τρίτη παράγραφο υπάρχει ένα τεράστιο λογικό άλμα . Από που κι ως που προκύπτει ότι  ”θα πρέπει να αποδεχτούμε…”;;;

Αν με ένα αστήριχτο ”πρέπει” φτάσουμε στο σημείο να αποδεχτούμε τη μαρξιστική ανάλυση για το ζήτημα της διαχείρισης των μέσων παραγωγής και οργάνωσης , τότε υποβιβάζουμε την αναρχία σε επίπεδο χαμηλότερο , ακόμα και αυτών των κομμουνιστών.

Για να θεωρεί κάποιος τον εαυτό του κομουνιστή θα πρέπει ν διαβάσει -αποδεχτεί την κομμουνιστική οικονομική θεωρία και την κοινωνιολογία.

Υποβιβάζουμε τη σκέψη και την ιδεολογία της αναρχίας , όταν  λέμε ότι αποδεχόμαστε de facto την κομμουνιστική θεώρηση , όταν αποτελεί ακόμα και για τους ίδιους τους κομμουνιστές προιόν ψαξίματος και ανάλυσης.

Εξάλλου , πολλά έχουν γραφεί ή ειπωθεί για τον τρόπο που θα μπορούσε να λειτουργήσει η αναρχική κοινωνία και θα ήταν προσβλητικό για όλους μας να δεχτούμε άκριτα ένα κομμουνιστικό δάνειο.

Στην τέταρτη παράγραφο διαπιστώνω έναν συντηρητισμό και μια φοβία προς το  ”άγνωστο” , που θεωρώ ότι δεν μπορούν να αγγίξουν έναν αναρχικό.

Συντηρητισμό θεωρώ την άποψη να το παίξουμε εκ του ασφαλούς και να ξεκινήσουμε από την πεπατημένη , δηλαδή από ένα σταθερό σημείο.

Φοβία προς το ”άγνωστο” θεωρώ την άποψη του να ξεκολλήσουμε ή όχι από το πρώτο βήμα που θα κάνουμε και αφού πρώτα ξανασυζητήσουμε το αν χρειάζεται ή όχι .

Τέλος αυτό το ” ΑΝ μπορούμε …” το θεωρώ εκ των προτέρων ηττοπάθεια και αμφιβολία για το αν η αναρχία είναι ο τελικός στόχος – προορισμός ή όχι.

Το ”όμως πιστεύω…” ακυρώνει την πρώτη πρόταση της παραγράφου που αναφέρει ότι δεν θεωρείς καμιά λύση ως μοναδική λύση. Και έρχεσαι με τη δεύτερη πρόταση που ξεκινά με το περιβόητο ”όμως” και δείχνεις τον μοναδικό σίγουρο τρόπο που πιστεύεις ότι θα φτάσουμε στην αναρχία και αυτός ο τρόπος είναι να δεχτούμε ως μόνη λύση τον κομμουνισμό και ύστερα ”αν είναι το ζητούμενο…” να τον ξεπεράσουμε και τέλος βάζεις ακόμα μια προυπόθεση – απαγόρευση με το ” ΑΝ μπορούμε” .

Επειδή ο κομμουνισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια οικονομική θεωρία που υποτίθεται ότι έρχεται να ρυθμίσει το έλλειμμα ισότητας μεταξύ των ανθρώπινων υπάρξεων σε πληροφορώ σύντροφε ότι και αυτό σύστημα είναι και μάλιστα πολύ σκληρό, ισάξιο του καπιταλισμού.

Δεν παλεύω για αλλαγή τρόπου διαχείρισης και αντικατάσταση των άδικων κοινωνικών δομών , αλλά για ανατροπή όλων των ”δεδομένων” που δημιουργήθηκαν από άπληστους , εγωπαθείς χαρακτήρες , που θεώρησαν τον εαυτό τους κυρίαρχο του σύμπαντος και απέθαντους εκμεταλλευτές της ανθρώπινης δυστυχίας .

Στην πέμπτη παράγραφο μιλάς για βαθύ νόημα της μαρξιστικής θεωρίας και για το δίλλημα που ΔΕΝ έχεις για την υπεροχή της απέναντι στο ”όνειρο” της αναρχικής κοινωνίας.

Αυτό μου φανερώνει ότι πιστεύεις στο βαθύ νόημα της μαρξιστικής θεωρίας ενώ τη αναρχική θεώρηση των πραγμάτων τη θεωρείς ένα μακρινό – άπιαστο όνειρο και δεν πολύ- πιστεύεις ότι είναι πραγματοποιήσιμη.

Και μου βγαίνει αβίαστα το ερώτημα : Τι σε κάνει να χρησιμοποιείς τον όρο αναρχικός μετά από αυτό που λες ότι είναι βαθύ και απόλυτο ;

Και το σπουδαιότερο είναι ότι περιορίζεις το αναρχικό ρεύμα σε μερικές εκατοντάδες άτομα.

Αυτό μου δείχνει ότι επιζητάς πλήθος και όχι ποιότητα. Επειδή μπορεί να είμαστε λίγοι και οι κομμουνιστές απείρως περισσότεροι δεν σημαίνει ότι δεν έχει αξία ή διέξοδο ο αγώνας μας.

Το ‘‘δεν οδηγεί πουθενά..’‘ αρκεί από μόνο του να σε κάνει να αφαιρέσεις το αναρχικός πριν το κομμουνιστής και να προσδιορίζεσαι με αυτό που πιστεύεις οτι θα σε οδηγήσει σε έναν καλύτερο κόσμο.

Στην έκτη παράγραφο πέφτεις στη λούμπα της αστικής σκέψης που έχει θεοποιήσει το περιβόητο ”η ιστορία διδάσκει”. Σε πληροφορώ ότι ποτέ η ιστορία δεν δίδαξε γιατί απλούστατα αυτό που εμείς γνωρίζουμε ως ιστορικό συμβάν δεν είναι τίποτα άλλο παρά η οπτική ματιά του συστήματος όπως αυτή μεταφέρεται ως προπαγάνδα. Εξάλλου δεν είναι δυνατόν να διδάσκει τίποτα , κανένα ιστορικό ”γεγονός” γιατί οι συνθήκες και οι άνθρωποι διαφέρουν αν όχι από λεπτό σε λεπτό , σίγουρα από αιώνα σε αιώνα.

Στην έβδομη παράγραφο (ξέρω ότι σίγουρα είναι λεκτικό λάθος της στιγμής ) χαλάστηκα ιδιαίτερα γιατί θεωρείς την γνώμη σου ταπεινή, Οι ταπεινές γνώμες είναι γνώμες καθοδηγούμενες και δεν ταιριάζει καμιά ταπεινοφροσύνη  , ούτε καν της ευγένειας  , σε κάποιον που βλέπει τη σαπίλα των ιδεολογημάτων του συστήματος και έρχεται να προτείνει κάτι ανατρεπτικό.

Στην ουσία όμως της παραγράφου μιλάς για σταδιακή πορεία προς την αναρχία μέσω του κομμουνισμού.  Το σέβομαι αλλά δεν το δέχομαι σε καμιά περίπτωση.

Δεν μπορώ να δεχτώ ότι θα πρέπει να αντικαταστήσουμε ”σιγά-σιγά όλες τις κοινωνικές και πολιτικές αυταπάτες”. Η αναρχία πρεσβεύει την άμεση και βίαιη ρήξη και ανατροπή του ”πολιτισμού” , όπως τον δημιούργησαν και τον επέβαλαν άρρωστα μυαλά.

Δεν μπορώ να δεχτώ να αντικαταστήσουμε ένα σύστημα , με ένα άλλο σύστημα που θα μετριάζει τις αδικίες του παρελθόντος και θα θεωρεί την εργασία π.χ. ως εξαγνισμό της δημιουργικότητας των ανθρώπων.

Στην όγδοη και τελευταία παράγραφο της απάντησης μιλάς για τη ”σημαντική παράμετρο” της άγνοιας του κόσμου για το τι είναι αναρχία.

Εδώ βρίσκω και τη μεγαλύτερη διαφορά μας.

Πιστεύω ότι όλοι (ακόμα και ο σκλάβος 50 γενεών ) έχει μέσα του (παρά την προπαγάνδα του συστήματος) τη φλόγα και τη δίψα για αγνή και άδολη ελευθερία. Η αναρχία δεν είναι για μένα θεωρία αλλά τρόπος και αντίληψη ζωής. Δεν χρειάζεται να κλειδωθούμε σε βιβλιοθήκες ή σε αίθουσες διαλόγου για να εντρυφήσουμε στη σκέψη των θεωρητικών της αναρχίας (γι’ αυτό δεν αναφέρω μέχρι στιγμής κανέναν τους ), αλλά να αφήσουμε τους εαυτούς μας ελεύθερους να καταλάβουν ότι :

– καμιά ιδιαίτερη αξία δεν έχει η ύπαρξή μας και ότι δεν είμαστε κάτι σπουδαιότερο  από οποιοδήποτε ζώο ή πέτρα.

– ερχόμαστε στη ζωή για να περάσουμε καλά και

– η ελευθερία που ευαγγελιζόμαστε δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο για να κατακτήσουμε την προσωπική ευτυχία.

Αντίθετα εσύ μου μιλάς για στάδια απελευθέρωσης , για οργάνωση και αυτοοργάνωση. Βλέπω , για το πρώτο , τον άμεσο και βαθύ επηρεασμό σου από τη μαρξιστική θεώρηση που θεωρεί το σοσιαλισμό ως ενδιάμεση στάση προς τον κομμουνισμό.

Καταλαβαίνω ότι είσαι της άποψης για βήμα – βήμα πορεία , αλλά δεν μπορώ να καταλάβω ούτε και να εμπιστευτώ καμιά απ’ τις ενδιάμεσες στάσεις – θεωρίες.

Όσο για το δεύτερο , δηλαδή ”αν λέγεται αναρχία , κομμουνισμός ή λαικό πραξικόπημα” εδώ έχω σοβαρότατες αντιρρήσεις. Δεν μπορούμε να λέμε ότι το πρόταγμα μας είναι συγκεκριμένο αλλά ο στόχος μας νεφελώδης .

Ξέρω που θέλω να πάω και οφείλω να χαράξω το δρόμο μου για να φτάσω εκεί.

Πολύ φοβάμαι ότι δεν έχουμε ξεκαθαρίσει εντελώς μέσα μας που ακριβώς θέλουμε να πάμε και πατάμε σε δυο διαφορετικές βάρκες.

Εγώ βλέπω προς τα που βαδίζουν οι καταπιεστές , οι συστημικοί , οι έμποροι ελπίδων , οι εκμεταλλευτές και οι παραδομένοι και πάω προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.

Μαζί με εμάς υπάρχουν και άλλοι πολλοί που αντιστέκονται και παλεύουν .

Θεωρώ ότι πρέπει πολύ σύντομα να καθίσουμε νηφάλιοι για να κουβεντιάσουμε έτσι ώστε να ακουστούν όλες οι απόψεις και οι θεωρήσεις που έχει ο καθένας από εμάς και να ακολουθήσει ο καθένας το δρόμο του προς την κατεύθυνση που θεωρεί ότι θα μας ελευθερώσει.

Μεθοδεύσεις , ύπουλα παιχνίδια , απόπειρες ποδηγέτησης και κόλπα του παλιού συστήματος θα πρέπει να αποκλειστούν καθώς και οτιδήποτε έχει σχέση με τον συστημικό τρόπο σκέψης.

Πάντα θα θεωρώ σύντροφό μου αυτόν που βρίσκεται στους δρόμους πλάι μου και πολεμάει αυτό που μας καταπιέζει.

Δεν τραβάω κανένα ζόρι να συγκρουστώ με άτομα που θεωρούν ότι ο χώρος τους ανήκει. Δεν διστάζω να κάτσω δίπλα σε οποιονδήποτε είναι ανοιχτός σε διάλογο επιχειρημάτων.

Θεωρώ ότι μπορώ  να χρησιμοποιήσω ότι μέσο μου παρέχει το σύστημα για να μπορέσω να το ανατρέψω.

Θα σε δω στους δρόμους , ελπίζω από την ίδια πλευρά , γιατί αν επικρατήσει σοσιαλισμός – κομμουνισμός , τους αναρχικούς θα εξολοθρεύσουν πρώτα επειδή για όλα τα συστήματα είμαστε η συνείδηση  των ανθρώπων.

Υ.Γ.1 Ο Κροπότκιν είχε πει ότι όλοι οι αναρχικοί είναι κομμουνιστές , ενώ όλοι οι κομμουνιστές δεν είναι αναρχικοί. Εγώ συμπληρώνω ότι ακριβώς αυτοί οι κομμουνιστές που δεν είναι αναρχικοί θα καταλάβουν την εξουσία και θα έχουμε τη διαιώνιση του συστήματος τους.

Υ.Γ.2 Έχω μετρήσει πάνω από 50 προσδιορισμούς μετά τον ορισμό κάποιου ως αναρχικό και δεν με στεναχωρεί καθόλου το θέμα του να εκφράζεται κανείς όπως θέλει. Αυτό που έχω να πω όμως είναι ότι θα ήταν καλό να ζυγίζουμε τις θέσεις μας και να προσδιοριζόμαστε στη  βάση αυτού που πιστεύουμε-εμπιστευόμαστε περισσότερο.

Ούτε ετεροπροσδιορισμός , ούτε αυτοπροσδιορισμός . Εκεί που μας λέει – οδηγεί το μέσα μας.

Υ.Γ.3 Η παθογένεια των ιδεολογιών είναι η οργάνωση , που ξεκινά ως αυτοοργάνωση και στο τέλος καταντά γραφειοκρατία και απόλυτα κάθετη οργάνωση.

Υ.Γ.4 Οι αναρχικοί δεν είναι αριστεροί γιατί και σημειολογικά οι όροι αριστερός – κεντρώος – δεξιός έχουν να κάνουν με τη θέση που κάθονταν οι ”αντιπρόσωποι του λαού” στη βουλή της γαλλικής ”δημοκρατίας”. Ποτέ οι καθαροί αναρχικοί δεν πήραν θέση αντιπροσώπου , γιατί απλούστατα δεν ζήτησαν την ψήφο συνανθρώπων τους για να τους εκπροσωπήσουν.

Συλλογικότητα : ” Ήττα ”