Κείμενο του Γ.Ναξάκη που αξίζει να διαβαστεί από όλους.

Επί της ευκαιρίας του διαλόγου που άνοιξε θα πω κι εγώ δυο πράγματα για αυτό το πολυσυζητημένο θέμα της στάσης μας απέναντι στους δικαστικούς μηχανισμούς. Ένας διάλογος που είναι φανερό οτι γίνεται σε διαφορετικές γλώσσες, επιβεβαιώνοντας ένα αντιληψιακό χάσμα που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω απο ευγένειες και αργά ή γρήγορα κάνει την εμφάνιση του σ’έναν κόσμο αδιέξοδο που πασχίζουμε όλοι να βρούμε την επαναστατική έξοδο, καταλήγοντας όμως πάντα να πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Οπότε, μου δίνεται η κατάλληλη πάσα να παρέμβω προφανώς για να βάλω και το δικό μου λιθαράκι σ’αυτό το μπλέξιμο που δεν αντικατοπτρίζει τίποτα άλλο πέρα απ’το γενικότερο υπαρξιακό μας αδιέξοδο. Μ’αυτόν τον τρόπο θέλω να συμβάλλω και γω στη χαοτική διάσταση του ζητήματος, προκαλώντας τη συνέχεια του διαλόγου, εξελίσσοντας κι άλλο ακόμα τη σύγκρουση των αντιφάσεων μας, που καταλήγει να είναι πάντα το μοναδικό πράγμα που μας δίνει κίνητρα να προχωράμε παρακάτω στα πλαίσια της διαρκούς αντιεξουσιαστικής μάχης. Πρακτικά όμως δεν κάνω και γω τίποτα καινούργιο, κάνω και εγώ αυτό που κάνει κάθε μέσος άνθρωπος απο όποιο στρατόπεδο και αν προέρχεται, δηλαδή υπερασπίζομαι δημόσια το δημόσια θιγμένο κομμάτι απ’τη στάση ζωής που επέλεξα, αναδεικνύοντας παράλληλα οτι σ’αυτόν τον κόσμο “οδηγός” είναι η σύγκρουση και οχι η επικράτηση.

 

Καταρχάς, η “κόντρα” μιλάει για “υπεροχή των επαναστατικών απόψεων” και θεωρεί ότι έχει κάποιο “επαναστατικό καθήκον” και γι’αυτό πράττει όπως πράττει. Μιλάμε δηλαδή για χοντρές αντιφάσεις με την όποια ελευθεριακότητα εμπεριέχεται στα περισσότερα επαναστατικά σκεπτικά. Άντιφάσεις που πασχίζουν να αποδομηθούν αλλά προφανώς οι αγκυλωμένες αντιληπτικές δυνατότητες των φορέων τους δεν βοηθούν την αποδόμηση, αλλά, απεναντίας, τις παγιώνουν κάνοντας τις ιδεολογία, ένα είδος πυξίδας δηλαδή, υπο το φόβο ενός γενικότερου θεωρητικού και πρακτικού αποπροσανατολισμού προς μια νέα και άγνωστη κατεύθυνση ενδεχομένως και πιο επικίνδυνη.

 

Η ελευθερία για τη “κόντρα” ,  λοιπόν ,  φαίνεται πως ένα απ’τα καλύτερα πράγματα που έχει να κάνει είναι να ασφαλιστεί, παίρνοντας ανάσες ανακούφισης πίσω από νομικά αναχώματα για να μη υπάρχει νομολογία εις βάρος μας στο μέλλον. Τα όποια, θεωρητικά πάντα, “κεκτημένα” μας, αν δεν τα “τζογάρουμε” πως θα απεγκλωβιστούμε απ’την υπαρξιακή μετριότητα του προβλέψιμου μέλλοντος; Τα αναχώματα που ακριβώς μας βοηθούν; Για να νομίζουμε πως είμαστε πιο κοντά στην εκπλήρωση του στόχου μας, της επανάστασης; Αυτή η λογική βλέπει τον εχθρό σαν κάτι στατικό, σαν να υπάρχουν μόνο οι επαναστατικές δυνάμεις που κερδίζουν χώρο και τον πλησιάζουν καθε μέρα ώσπου μια μέρα γίνεται το μπαμ και έρχεται η μεγαλειώδης στιγμή της νίκης. Πίσω όμως απ’αυτή τη λογική, πέρα απ’την αδυναμία κατανόησης του συμπληρωματικού ρόλου και σχέση αλληλοεξάρτησης / αλληλοτροφοδότησης της επανάστασης με την εξουσία ,  φανερώνεται και ο κρυφός πόθος της “κόντρας” για διατήρηση των ισορροπιών μεταξύ ημών και του εχθρού αφού απ’τη μια η αλλαγή στάσης μας απέναντι στον εχθρό δημιουργεί νομολογία και απ’την άλλη η προαναφερόμενη θεωρία περί στατικού εχθρού φανερώνει το πως θα ήθελαν να είναι ο εχθρός, παραγνωρίζοντας  προφανέστατα ότι ο εχθρός μόνο στατικός δεν είναι αφού εξελίσσεται σε συνάρτηση με τις δικές μας κινήσεις. Μια επανάσταση που περιμένει να γίνει στο (αιώνιο) αύριο δεν μπορεί παρά να είναι σημάδι ανεπάρκειας των επαναστατών της. Η επανάσταση γίνεται τώρα που μιλάμε ή (για τους πιο απαισιόδοξους) δεν θα γίνει ποτέ.

 

Οταν πιστεύεις πως μέσα στα δικαστήρια κερδίζονται μάχες ή δικηγόρος είσαι ή άσχετος. Το δικαστικό σύστημα νικάει είτε αθωώνεσαι είτε όχι, είτε απολογείσαι είτε όχι, είτε δεν συμμετέχεις στη διαδικασία είτε τους τα χώνεις στα μούτρα, είτε οτιδήποτε. Το δικαστικό σύστημα δε νικιέται γιατί η ανθρώπινη αξία περι δικαιοσύνης (με τις δεκάδες ερμηνείες της) είναι απ’τα βασικότερα στοιχεία που καθορίζουν τη κατεύθυνση της ανθρώπινης εξέλιξης. Το δικαστικό σύστημα δεν είναι τίποτα άλλο απ’τη προέκταση του αισθήματος δικαίου που ξεκινάει απ’το άτομο και αναπτύσσεται διαρκώς μαζί με την ανάπτυξη του εγκλήματος που λέγεται πολιτισμός. Και οι συγκεκριμένοι της σημερινής δικαστικής εξουσίας να φύγουν απ’τη μέση δεν θα αργήσει καθόλου η μέρα που θα αντικατασταθούν απο άλλους. Εξάλλου, όλοι μας γινόμαστε δικαστές κάποιες στιγμές στη καθημερινότητα αν το καλοσκεφτούμε. Αυτή τη στιγμή πολλοί απ’αυτούς που διαβάζουν αυτό εδώ το κείμενο σίγουρα θα σκέφτονται με όρους δικαιοσύνης τα γραφόμενα (“την αδικεί τη “κόντρα” ο σύντροφος”, “έχει δίκιο ο τύπος”) και άλλοι θα εκφράζονται για τον συγγραφέα με εναλλακτικούς τρόπους ποινικής απόδοσης (“είναι για ξύλο μ’αυτά που γράφει”, “είναι για ψυχιατρείο ο τύπος”). Αυτά τα λέω για να καταδείξω πόσο βάθια ριζωμένη είναι η δικαστική αντίληψη μέσα μας. Το δικαστικο σύστημα το πολεμάς όμως γιατί εξουσιάζει (όπως όλοι μας εξουσιάζουμε και μας χρειάζεται πόλεμος), και ας ξέρεις οτι αυτός ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ. Απο κεί και πέρα ανάγεται στα γούστα του καθενός πως θα το κάνει.

 

Μέρος του πολέμου μου, λοιπόν, με την εξουσία, είναι και η απαξίωση της δικαστικής διαδικασίας. Προσπαθώντας να το ερμηνεύσω λίγο πιο καλά, θα έλεγα πως την απαξίωση την φέρνει η διαίσθηση και οχι κάποια προεπιλεγμένη πολιτική θεώρηση. Η πράξη της απαξίωσης έρχεται (αν έρθει) μια συγκεκριμένη στιγμή για τον καθένα και σίγουρα δεν είναι πρόταγμα παντός καιρού για τον καθένα. Σε πιο παλιά μου δικαστήρια εχω ευθυγραμμιστεί και με πλήρως νομική υπερασπιστική στάση αλλά και με πιο συνηθισμένη “αναρχική” στάση. Όταν όμως είσαι πλέον πασίγνωστος στις αρχές για τις πολεμικές σου προθέσεις και το μητρώο σου έχει παραφουσκώσει, όταν ξέρεις οτι οι μπάτσοι έχουν πάρα πολύ καλή πληροφόρηση γύρω απ’τις κινήσεις σου για ενα μεγάλο διάστημα, όταν καταλαβαίνεις οτι ήρθε αυτή η γαμημένη ώρα που ο εχθρός θα σε εκδικηθεί μανιασμένα χωρις κανένα προκάλυμμα, τότε μυρίζεσαι για τα καλά το δικονομικό αδιέξοδο και μόνο η σκέψη για οποιαδήποτε νομική απόπειρα υπεράσπισης σου φαίνεται γελοία. Παραείναι αντιφατικό να επικαλούμαι το νόμο την ίδια στιγμή που βρίσκομαι στη φυλακή γιατί εχθρεύομαι την ύπαρξη του. Το ότι πολλοί ακόμα θέλουν εκπροσώπηση απο δικηγόρο, δηλαδή θέλουν τη διαμεσολάβηση ενός προσώπου του νόμου, είναι κάτι που πρέπει να το κοιτάξουν μόνοι τους την ώρα που εξετάζουν τα αναρχικά χαρακτηριστικά τους. Και αν τους ταιριάζει, καλά κάνουν και κρατούν αυτή τη στάση. Οι δικηγόροι για μένα δεν είναι ουδέτεροι, έχουν εχθρικό ρόλο. Το πολύ πολύ να χρησιμεύσουν σαν ασπίδα τις πρώτες μέρες της σύλληψης για να γλυτώσεις βασανιστήρια απ’τους μπατσούς (γιατί οι μπάτσοι έχουν ακόμα το φόβο του δικηγόρου) ή για να γίνουν ο δίαυλος επικοινωνίας σου με τους σύντροφους έξω αν δεν μπορεί κανένας άλλος να σε πλησιάσει. Και για να μη φαίνομαι κατηγορηματικά απόλυτος ως προς το που φτάνει η χρήση των δικηγόρων, σίγουρα θα υπάρχουν και άλλες χρήσεις τους που δεν μού’ρχονται τώρα στο κεφάλι. Πρέπει πάντα να μη ξεχνάμε οτι η φυλακή δεν είναι το απόλυτο κακό και πως ούτε η ζωή έξω απ’τη φυλακή δεν ειναι και αυτή ένα άλλο είδος φυλακής, για να επιστρατεύουμε οτι μέσο υπάρχει για να βγούμε. Η φυλακή είναι ένα ακόμα πεδίο αγώνα και μόνο το μυαλό μας μπορεί να μας σκλαβώσει πραγματικά. Γυρνώνας τώρα πάλι πίσω στο κομμάτι της απαξίωσης, δημιουργείται μέσα σου κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας η επιθυμία να μη χαρίσεις στους δικαστές τη χαρά της υπαρξιακής επιβεβαίωσης με τη παρουσία σου στο χώρο τους. Ας μείνει άδεια η ειδική θέση για τον κατηγορούμενο που κιόλας είναι πάντα πιο χαμηλά απο την έδρα για να μη ξεχνάμε και το συμβολισμό.

 

Στο κομμάτι που αφορά τον αντίλογο τώρα, τις πολεμικές προθέσεις μας τις κάναμε δημόσια γνωστές μέσω ίντερνετ απ’τον πρώτο καιρό της αιχμαλωσίας μας, όπως αναφερθήκαμε και στη πρόθεση της άρνησης συνδιαλλαγής. Έχουμε καταλογίσει όσα ήταν να καταλογίσουμε στην εξουσία, που παρεπιπτώντος το δικαστικό σύστημα αποτελεί μόνο ένα μερικό τμήμα. Είναι πασιφανές οτι εσείς της <<κόντρας>> ή δεν διαβαζεται τα κείμενα αυτών που απέχουν απ’τη διαδικασία ή τα διαβάζετε και μας ειρωνεύεστε γιατί δυσκολεύομαι να πιστέψω οτι νομίζετε πως είμαστε τίποτα μαζόχες που ηδονιζόμαστε με τις μεγάλες ποινές που τρώμε. Το οτι το ίντερνετ υπάρχει χρόνια τώρα και καλύπτει τις ανάγκες μας για δημόσιες τοποθετήσεις δεν είναι κάτι που μπορείτε να κατανοήσετε; Αυτή τη στιγμή κιόλας μιλάμε μέσω του ίντερνετ. Χρειάζεται δηλαδή να έρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο για να τα πούμε; Αν στεκόμουν μπροστά σας και διάβαζα αυτό το κείμενο θα καταλαβαίνατε άλλα πράγματα απ’αυτά που γράφω εδώ; Το πολύ πολύ αν στεκόμουν απέναντι σας να το θεωρούσατε ένα δείγμα σεβασμού. Τους δικαστές και τους εισαγγελείς όμως δεν τους σεβόμαστε και ούτε αυτοί μας σέβονται, δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε. Αυτό που θέλουμε δεν είναι κατι λιγότερο απ’το μαζικό ξεκλήρισμα τους και λέγοντας αυτό πιστεύω οτι βοηθάω να καταλάβετε γιατί δεν θέλουμε να τους δώσουμε το παραμικρό ίχνος υπαρξιακής επιβεβαίωσης. Όταν βλέπουν τη παρουσία μας στη διαδικασία, χαίρονται με το δημοκρατικό επίτευμα τους που χωράει ακόμα και τις αντίθετες φωνές. Εσείς απο που και ως που θεωρείτε οτι εκτρέπεται η διαδικασία όταν κάποιος τοποθετείται επιθετικά εν μέσω δίκης ενω η έδρα συνεχίζει τη στάνταρ γραφειοκρατική διαδικασία σα να μη τρέχει τίποτα; Και να μετριαστούν τα χρόνια και να πέσει και καμιά κατηγορία, τι ακριβώς αλλάζει; Θα σταματήσουν να γίνονται δίκες ή δεν θα ξαναγίνει ποτέ δίωξη σε ανθρώπους που τα χώνουν στο σύστημα; ή μήπως για μια κατηγορία που πέφτει σε ένα δικαστήριο υπάρχει κάποιος κανονισμός που λέει οτι δε μπορούν να τη φορτώσουν στον επόμενο ή δε μπορεί να ξανακαταδικαστεί κανένας μετά απο μια “πετυχημένη” δίκη; Η απαξίωση της διαδικασίας είναι μια μικρή στιγμή αμφισβήτησης της ομαλής διεξαγωγής του δημοκρατικού πανηγυριού τους. Δεν είναι κακό να παίρνουν και λίγη περιφρόνηση που και που γιατί πολύ αξία συνεχίζουν να παίρνουν ακόμα.

 

Δεν μπορούμε όμως να παραμένουμε σε επίπεδο δικών, θέλει και όλο το περιεχομένο της δικαιοσύνης μια ηθική απαξίωση, μια άρνηση. Όπως θέλουμε και μεις να παρανομούμε, έτσι θέλουμε και αυτοί που έχουμε απέναντι μας να κάνουν το ίδιο. Θέλουμε αγριεμένες καταστάσεις και οχι ισορροπίες δυνάμεων που διαιωνίζουν τη πλήξη. Αν είμαι πολιτικός τους αντίπαλος είμαι και ποινικός τους αντίπαλος. Αν κάνω πολιτικό αγώνα δεν τον κάνω για να επικρατήσει ένας άλλος τρόπος διαχείρησης του υπάρχοντος, κάνω αγώνα ενάντια στη λογική της πολιτικής. Όπως επίσης παρανομώ οχι γιατί η επανάσταση περνάει και μέσα απο κάποια παράνομα κανάλια αλλά γιατί θέλω να αμφισβητώ έμπρακτα τη λογική του νόμου. Αν ακόμα φαντασιώνεστε μετα-επαναστατικές κοινωνίες φαντασιωθείτε και μένα απέναντι απ’τα λαικά δικαστήρια σας.

 

Το τι στάση έχει ο καθένας απέναντι στα δικαστήρια και όχι μόνο, είναι κάτι που πρέπει διαρκώς να μπαίνει στο πεδίο της κριτικής αλλιώς θα μείνουμε στάσιμοι στο εξελικτικό κομμάτι. Κάτι που φαίνεται να το καταλαβαίνετε πολύ καλά μέχρι ένα σημείο. Κανένας όμως δεν είναι υπεράνω κριτικής, ούτε εγώ, ούτε εσείς αλλά ούτε ο Ε.Α, ο Τσιγαρίδας και ο Κουφοντίνας τους οποίους αναφέρατε. Κριτική έτσι και αλλιώς γίνετε, συνειδητά και ασυνείδητα, απ’τη στιγμή που υπάρχουν τόσες διαφορετικές στάσεις. Τα κείμενα είναι απλώς ένα στάδιο της κριτικής. Αλλά και μέσα στα κείμενα δε πρέπει να ξεχνάμε οτι το ύφος και η επιλογή λέξεων είναι απλώς αναπαραστάσεις και ρυθμιστές έντασης. Η κριτική υπάρχει εκ των πραγμάτων. Η κριτική ανάλυση της “κόντρας” φαίνεται όμως πως έχει τετράγωνο σχήμα, αφού τα μέλη της δείχνουν προσκολλημένα μόνο στο ρομαντικό κομμάτι της ανάλυσης, βλέποντας το κακό κράτος απ’τη μια και τους καλούς επαναστάτες απ’την άλλη, δίνοντας “δίκιο” σε κάθε πρακτική (εκτός δικαστηρίου όμως) που στοχεύει το κράτος και το κεφάλαιο. Γι’αυτούς κάποιες πρακτικές είναι εξ’ορισμού αντάρτικες και οι πράξεις των επαναστατών μιλούν απο μόνες τους. Αν όμως οι πράξεις μιλούν απο μόνες τους τότε τι χρειάζεται ο αντίλογος στα δικαστήρια; Αυτη η “ιεροποίηση” του επαναστατικού χώρου αντανακλά φτωχό σκεπτικό και ενεργεί αρνητικά αφου διαχωρίζει και εξυψώνει το “πολιτικό” κομμάτι σε σχέση με τη γενικότερη στάση ζωής. Μια τυφλή πίστη και εμπιστοσύνη στην επαναστατική δύναμη βλέποντας τα όλα μέσα απο ένα ξερό πολιτικό πρίσμα. Μια αμετανόητα μονόπλευρη ερμηνεία των πραγμάτων πάντα στα όρια της πολιτικής σφαίρας και πάντα στο ρόλο της “αντιπολίτευσης”. Εκπλαγείκατε οταν σας αποκάλεσε ο Γιάννης “αυτόκλητους υπερασπιστές” για να δώσετε μια απάντηση που προδίδει μια σχεδόν θρησκευτική αντίληψη γύρω απ’τα επαναστατικά κίνητρα σας, κάτι που σας καταλόγισε ήδη νωρίτερα στο ίδιο κείμενο του ο Γιάννης αλλά δεν αντιληφθήκατε οτι μιλώντας για “καθήκον” και “ευθύνη” ξαναπέφτετε στη λούμπα της μεταφυσικής διάστασης και εκτείθεστε διπλά. Δεν απέχει λιγάκι ο ρόλος του δημοσιογράφου απ’αυτό που σας “έχρισε” μια αγνωστη δύναμη ως επαναστάτες; Πόσο επαναστατικό μπορεί να γίνει ένα ρεπορταζ; Το “θέαμα” δεν είναι και αυτό ενα κομμάτι του εξουσιαστικού κόσμου;

 

Είναι πραγματικά φθηνό να καλύπτουμε τη θέση μας μιλώντας για επαναστατικό “καθήκον” και να βαφτίζουμε τα γούστα μας “κινηματική αλληλεγγύη”. Είναι τόσο αφηρημένη εννοια το κίνημα που τα χωράει ολα. Οταν ρίχνουμε το βάρος πάντα στο κακό αντίπαλο δέος, τότε είναι λογικό σιγά σιγά να “αγιοποιούμαστε” και να μπαίνουμε χωρίς να το καταλάβουμε στο πεδίο της μεταφυσικής. Έτσι αυτόματα μπαίνουμε στο χώρο των “καλών” αφού ξέρουμε ποιοί είναι οι “κακοί” που φταίνε για όλα. Αν όμως εγώ βρίσκομαι αυτή τη στιγμή σε μια τσιμεντένια σκατότρυπα του κράτους, ξέρω πρώτα απ’όλα πως αυτό είναι αποτέλεσμα των δικών μου επιλογών και των δικών μου λαθών. Πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Επιλογές αγώνα που ασχέτως αν τις διαπραγματεύτηκα ή οχι με κανένα, είναι πάνω απ’όλα και πρώτα απ’όλα δικές μου επιλογές. Και αν θα βγάλω πολλά χρόνια ακόμα εδώ μέσα, για αυτό δεν θα μπορούσε κανένας να ευθύνεται πιο πολύ απο μένα τον ίδιο. Και αν η μιζέρια με έχει κύριευσει και το καθημερινό μου χάλι διογκώνεται αυτό είναι αποτέλεσμα των δικών μου επιλογών και των επακόλουθων λαθών. Και αν μου την πέφτουν που και που οι εξουσίες της φυλακής δε φταιεί κανείς παρα μόνο εγω ο ίδιος και οι αποφάσεις μου. Και αν η απογοήτευση με έχει διαλύσει και ξενερώνω αφάνταστα με το υπερβολικό χαλάρωμα της ρηξιακής στάσης που έχουμε εδω μέσα, αυτό είναι το αντίκτυπο δικών μου επιλογών και λαθών. Και αν η πίκρα έχει κατακλύσει την ύπαρξη μου και η γκρίνια μονιμοποιήθηκε βλέποντας πως κανένα άτομο ούτε καν απ’τους κοντινούς συντρόφους της πάλαι ποτέ κοινής επιθετικής συνύπαρξης δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κίνηση για την υπόθεση εμένα και του Σαραφούδη, αυτό δεν μπορεί παρά να βαραίνει εμένα και τις επιλογές που κάνω. Μόνο εμείς οι ίδιοι ξέρουμε πως να βγούμε απ’τη σκλαβιά μας. Ας σβήσουμε και τα τελευταία ίχνη του παλιού κόσμου απο πάνω μας.

 

Γιάννης Ναξάκης, Φυλακές Κορυδαλλού, 5/8/14

Advertisements

Φα οαγιε οκοαμαδεχ

Εγβα τβαχ φτεκο γαχε κιε τηκεαμε τεγκεδεο

αφιαχ κε βγεο ζαζεμπε ταζωδταπεκ φη ειπω τευκαπεκ

κοε δεχε

πεγωκ αυζα εχπυβα πε τεριπυνα

πε μεκεδαυκκαφα βοζ μζακηκα

αντεφα ποτ τακαυζε πωτ σεω αυζα λαυβεζα τα

τβακεμε μπε τω σεω πω αζε ελ’χα μεπεζωπα βλυβλυκαζ

 

(I shall be free – Bob Dylan)

σελ. 37

Good morning voters ;)

Ο Χόφα ζει στο μεγάλο λιμάνι

Σχεδίασαν και πραγματοποίησαν οι κινέζοι την επέκταση των  ”εμπορικών” δραστηριοτήτων τους στο μεγάλο λιμάνι. Εκτός από τα νόμιμα εμπορεύματα που διακινούν (και που τα κέρδη είναι προκαθορισμένα και προυπολογισμένα )υπάρχει και το λαθρεμπόριο που αποτελεί το βασικό στόχο και σκοπό αυτής της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ξόδεψαν μερικά δισεκατομμύρια και άρχισαν να μαζεύουν κατευθείαν και νόμιμα και μαύρα κέρδη , στήνοντας ένα μονοπωλιακό μόρφωμα , απ’ αυτά που συνηθίζουν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Ντόπιοι ”κεφαλαιούχοι” και ”εφοπλιστές”  βρέθηκαν να χάνουν το έλεγχο του λαθρεμπορίου που είχαν συνηθίσει να έχουν στο μεγάλο λιμάνι και είδαν τα κέρδη τους να χάνονται. Ένας απ’ αυτούς όμως κατέστρωσε και έβαλε σε εφαρμογή ένα απλό αλλά πανέξυπνο σχέδιο. Αφού έχουν το απόλυτο έλεγχο οι κινέζοι επενδυτές , το μόνο που μένει είναι να αποκτήσει το έλεγχο της λειτουργίας του λιμανιού. Αυτό μπορεί να το καταφέρει αν ελέγξει τους εργαζόμενους στο λιμάνι και στήσει ένα πλήρως ελεγχόμενο από αυτόν εργατικό συνδικάτο που θα έχει το ρόλο του συνεταίρου στο λιμάνι .

Η πρώτη κίνηση που έκανε ήταν να βρει – φτιάξει μια συμμορία που να είναι σε θέση να επιβάλλει τη θέλησή του , χωρίς όμως αυτός να φαίνεται. ”Επενδύει” λοιπόν μερικά εκατομμύρια και αγοράζει την ποδοσφαιρική ομάδα θρύλο – σύμβολο του λιμανιού. Έτσι αποκτά λαικό έρεισμα και ρόλο αδιαμφισβήτητου αρχηγού των πολυάριθμων οπαδών καθώς και των οργανωμένων χουλιγκάνων.

Για να αποκτήσει και θεσμική – πολιτική δύναμη , ξοδεύει μερικά ακόμα εκατομμύρια και ανασταίνει μια ακροδεξιά φασιστική συμμορία. Εκμεταλλεύεται τη δυσαρέσκεια του λούμπεν πληθυσμού τους δίνει ”ιδεολογικό” διέξοδο στην απογοήτευση της φτώχειας και της μιζέριας τους και το κυριότερο ονοματίζει τους εχθρούς στο πρόσωπο των ξένων και κυρίως των αριστερών . Ειδικά οι αριστεροί αποτελούν γι΄αυτόν το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον έλεγχο του συνδικάτου που θέλει να στήσει στο λιμάνι. (ποιος δεν θυμάται την επίθεση των φασιστών μέσα στο λιμάνι σε συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ; ) .

Επειδή όμως οι φασίστες και τα τάγματα εφόδου παρασύρονται απ΄την αγριότητά τους και δεν μπορούν να συγκρατηθούν , πολλές φορές ασκούν μεγαλύτερη και φανερή βία απ΄αυτή που διατάχθηκαν.  Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την δολοφονία έλληνα αντιφασίστα και τον κίνδυνο το φασιστικό ”πολιτικό κόμμα” να κηρυχθεί παράνομο οπότε στην ουσία να του είναι άχρηστο.

Έτσι βάζει σε εφαρμογή το επόμενο σχέδιό του που δεν είναι άλλο από το να πάρει στον έλεγχό του ολόκληρη την πόλη του μεγάλου λιμανιού , βάζοντας δήμαρχο σε αυτό έναν υπάλληλό του .  Διαλέγει κάποιον αδίστακτο συνεργάτη του , που τον έχει χρησιμοποιήσει και στην ποδοσφαιρική ομάδα ( οπότε είναι αναγνωρίσιμος ) και που το όνομά του παραπέμπει ( λόγω οικογένειας )  στην κεντροαριστερά. Ρίχνει μερικά ακόμα εκατομμύρια και έχοντας ως συνεκτικό κρίκο της προσπάθειας του να πάρει το δήμο του μεγάλου λιμανιού , τους πολυπληθείς οπαδούς της ποδοσφαιρικής του ομάδας και κάνει περίπατο στις εκλογές αφού απέναντί του έχει έναν δεξιό υποψήφιο που κουβαλάει όλες τις αμαρτίες της μνημονιακής περιόδου και που δεν υποστηρίζεται ούτε καν από ολόκληρο το κόμμα του.

Απ΄ότι φαίνεται το σχέδιο λειτουργεί άψογα και πολύ σύντομα ο δήμος του μεγάλου λιμανιού θα είναι στα χέρια του. Έχοντας το δήμο μπορεί να διαπλακεί ευκολότερα και με τους κινέζους και με τις ντόπιες δικαστικές – αστυνομικές αρχές. Πολύ εύκολα λοιπόν θα στήσει και το συνδικάτο του στο μεγάλο λιμάνι και ο διορισμένος Χόφα θα αναλάβει να εκβιάζει τους κινέζους με απεργίες και σαμποτάζ και θα τους αναγκάσει να δεχτούν τους όρους του και να μοιραστούν τα κέρδη.

Αυτή είναι η επιχειρηματικότητα των αγορών και του νεοφιλελευθερισμού. Με μερικά εκατομμύρια γίνεσαι δισεκατομμυριούχος εξαπατώντας και εξαγοράζοντας τους πάντες και τα πάντα , χρησιμοποιώντας τις φοβίες  των ανθρώπων (φασισμός ) , την οπαδική νοοτροπία (ποδοσφαιρική ομάδα ) και κυρίως την δημοκρατία (εκλογές ).

Επιλεκτική αντίληψη

Το σκεπτικό αλλά και το συμπέρασμα του κειμένου που ακολουθεί  θεωρώ πως είναι το πλέον απαραίτητο στοιχείο που καλό θα ήταν να έχουν κατά νου όλοι όσοι εκφράζουν την ανάγκη για την δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας .

Αχ αυτή η άγνοια!!!!

Επιλεκτική αντίληψη, αυτή η μάστιγα ….

και για να την διαχειριστής πρέπει να έχεις γνώση τι σου συμβαίνει, απαραίτητη γνώση για να μην είσαι μια διαχειριζόμενη μάζα. Η αντίληψη είναι επιλεκτική διαδικασία – επιλεκτική αντίληψη – διότι οι άνθρωποι έχουν αυξημένη γνώση των ερεθισμάτων που τους ενδιαφέρουν ή ικανοποιούν τις προσωπικές τους ανάγκες. Άρα επιλέγουν αυτό που τους ταιριάζει. Από χιλιάδες μηνύματα, άρθρα, ειδήσεις, εικόνες, θα επιλέξεις τη λέξη, τη θεωρία, την πρόταση, την εικόνα και θα την ερμηνεύσεις με βάση το ποιος «είσαι», πως έχεις «χτιστεί», πως έχεις διαμορφωθεί ως προσωπικότητα και αυτοί που σε «γνωρίζουν» θα σου στείλουν το μήνυμα που θέλεις να ακούσεις και θα επιλέξεις, γιατί είσαι προβλέψιμος, έτσι σε έχουν «κατασκευάσει».

Οι έχοντες την γνώση και τα εργαλεία, στην ψυχολογία, στο Marketing, μπορούν να σε κατηγοριοποιήσουν (μέσα από μετρήσεις, έρευνα, ερωτηματολόγια κλπ) και να σου στείλουν το μήνυμα που από πριν ξέρουν ότι θα σε προσελκύσει.

Πως σώζεσαι από αυτό, μόνο με ΓΝΩΣΗ της κατάστασης σου και ΜΕΛΕΤΗ, όχι απλά διάβασμα, αλλά ΜΕΛΕΤΗ και έρευνα (κουραστικό για κάποιους αλλά μόνο έτσι αγαπητέ/τη δεν είσαι πρόβατο προς σφαγή). Μελέτη με διάθεση να τα ανακαλύψεις και να τα κτίσεις όλα από την αρχή, χωρίς κολλήματα, προκαταλήψεις, με διάθεση να μάθεις, να κρίνεις, έτσι αρχίζεις να ανακαλύπτεις από την αρχή, να αναπτύσσεις κριτική σκέψη, να αποβάλεις διαστρεβλώσεις κλπ κλπ.

Για να μην είσαι λοιπόν άλλη μια κατηγορία, πρέπει να γνωρίζεις τα βασικά!!!

Παράγοντες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν το άτομο:

– Πολιτιστικοί (Κουλτούρα, Υποκουλτούρα, Κοινωνική τάξη, Θρησκεία, Εθνικότητα κλπ)
– Κοινωνικοί (Ομάδες αναφορά-κόμματα-ομάδα ποδοσφαίρου κλπ, Οικογένεια, Ρόλοι και Κοινωνική θέση)
– Προσωπικοί (Ηλικία, Επάγγελμα, Οικονομική Κατάσταση, Τρόπος ζωής, Προσωπικότητα)
– Ψυχολογικοί (Υποκίνηση, Αντίληψη, Μάθηση, Πιστεύω και αξίες κλπ)

Έτσι έχεις κατασκευαστεί από το σύστημα, την κοινωνία που ζεις και έτσι είσαι προβλέψιμος και διαχειρίσιμος.

Ας ξεστραβωθούμε λοιπόν και ας αρχίσουμε να γκρεμίζουμε τις διαστρεβλώσεις και τις αλλοτριώσεις του συστήματος, να μην είσαι μετρήσιμος και προβλέψιμος, να μην ξέρουν τη μήνυμα να σου προβάλουν για να σε κατευθύνουν και να σε διαχειρίζονται. Γιατί η ελευθερία ξεκινάει από τη σκέψη και το μυαλό!!!

Απλά βασικά εργαλεία της ψυχολογίας και του Μάρκετινγκ (και Πολιτικού Μάρκετινγκ).

Σελήνη

“Παιδικές σκέψεις” – Massimo Passamani

από interarma 

 

Ναι, ξέρω, είμαστε όλοι ενάντια στα αξιώματα, στις εγγυήσεις και στις βεβαιότητες. Αλλά, μπορούμε στ’ αλήθεια να ζήσουμε χωρίς να μοιραζόμαστε αυτήν την κατάσταση εναντίωσής μας, χωρίς να εξαρτόμαστε από αυτό το μοίρασμα; Η αναζήτηση ταυτότητας δεν προσανατολίζεται πάντα προς τις μάζες, προς τα μεγάλα πλήθη ακολούθων. Ακόμα και μια μικρή ομάδα μπορεί να γίνει το ασφαλές μας καταφύγιο. Επίσης, η ίδια η άρνηση κάθε ομάδας, κάθε είδους συμμετοχής μπορεί να φτιάξει τη δικιά της αλαζονική, μοναχική ριζοσπαστικότητα, μέσω του παιχνιδιού της αναγνώρισης. Η πεισματάρα μοναχικότητά μου, τρέφεται από αυτό, στο οποίο εναντιώνεται· ακόμα -ή ίσως, πάνω από όλα- τρέφεται από την άσκηση κριτικής.

Το να φαίνεσαι πως εναντιώνεσαι σε κάτι ή κάποιον, που συγκεντρώνει τα υποτιθέμενα χαρακτηριστικά της εξουσίας -σε ένα χαρισματικό άτομο, μια αλήθεια που αποτελεί κοινό τόπο-, δεν είναι πάντα μια πράξη εξέγερσης. Μπορεί να προέρχεται, για παράδειγμα, από την επιθυμία να πάρεις ένα κομμάτι από το φως εκείνου στο/στον οποίο εναντιώνεσαι, γινόμενος ο αρνητής του. Σα να λες: Σας ικετεύω να προσέξετε ότι δεν έχω ηγέτες.

Πιστεύω πως η πραγματικότητα, κατά την οποία κάποιος δε χαίρει κάποιας εκτίμησης (κάτι που ας πούμε έχει αξία και μετράει) -ακόμα και με τη μορφή κάποιου είδους εχθρότητας- από μια ομάδα, παίζει περισσότερο ρόλο στην αποκήρυξη της εξέγερσης από την καταστολή. Και δεν υπάρχει καμιά παραίτηση, που να μην εκφυλίζεται σε αποστροφή, μεταβαλλόμενη γρήγορα σε καινούρια, γεμάτα χολή κοπάδια.

Δύο ή τρεις λέξεις, οι ίδιες, που επαναλαμβάνονται σε μια συνάντηση και να πώς μπαίνουν στη συζήτηση, που πάντα προκύπτει, ελπίζοντας πως θα αντικατασταθούν από άλλες -δύο, τρεις- λέξεις. Εντάξει, είναι όπως λέτε, ίσως το παρατραβάω. Αλλά, δε σας φαίνεται πως όλο αυτό ομογενοποιεί την ομάδα και σκληραίνει τη σκέψη; Ξεκινώντας από τον εαυτό μου, ό,τι λέγεται σε μένα μου φαίνεται πάντα τόσο ασαφές και καθησυχαστικό, που το να το ακούω να επαναλαμβάνεται συνεχώς ειλικρινά με ενοχλεί.

H εμβάθυνση των συντροφικών σχέσεων θα έπρεπε να σημαίνει την ανάδυση των διαφορών (αλλιώς, σε τι βασίζουμε τη συντροφικότητα;). Δεν αποφεύγει κάποιος την ομοιογένεια (το γεγονός πως κάποιοι αναρχικοί χρησιμοποιούν αυτήν τη λέξη με θετικό πρόσημο, κάνει το κεφάλι μου να γυρίζει) αρνούμενος τα συνέδρια, τις κάρτες μέλους και τις άλλες ωμά επίσημες σταθερές.

Οι μηχανισμοί -διστάζω να πω οι ρυθμοί, αλλά ίσως στην πραγματικότητα πρόκειται για ρυθμούς- οι ρυθμοί, λοιπόν, συμμετοχής και συμβιβασμού στρεσάρουν τη ζωή μας πέρα από κάθε όριο. Το να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, όπως το έθεσε ο Lessing, δεν είναι ποτέ το αποτέλεσμα.

Τι θα ήταν το πάθος για δημιουργία, αν δε μας οδηγούσε ποτέ στην καταστροφή; Τι θα ήταν, αν μας έκανε να αγκυροβολήσουμε στο ρόλο του καταστροφέα;

Ο Gottfried Benn έχει πει πως όποιος αγαπάει τα συντρίμμια αγαπάει και τα αγάλματα. Και όσον αφορά τα αγάλματα, ο Benn έγινε κατανοητός.

Ίσως είναι το άγχος για το μέλλον, που μετατρέπει τα άτομα σε μαριονέτες μιας ομάδας. Η σκέψη για τη ζωή θέλει μια σταθερή βάση. Η υπακοή και ο υπολογισμός ζουν υπό το κέλευσμα ενός αιώνιου αύριο.

Δε μας δίνουν, όμως, οι ιδέες -ως συμπυκνώσεις της γλώσσας- την αίσθηση του χρόνου;

Η περίσκεψη γεννιέται μόνο όταν η επιθυμία χλωμιάζει. Το να ζεις τη στιγμή, την αμεσότητα της ύπαρξης στο έπακρο, σημαίνει πως δεν έχεις μέλλον, δεν έχεις χρόνο, δεν έχεις ιδέες;

Αν αξίζει στο όλον να καταρρεύσει (είναι δυνατόν;), τότε παραμένει μόνο το «γιατί με ικανοποιεί, γι’ αυτό».

Τόσα πολλά ακροβατικά για να ανακαλυφθεί αυτό, που τα παιδιά ήξεραν από πάντα.

Η έννοια της αμοιβαιότητας -σε καμιά περίπτωση ένα ηθικό καλό, σε καμιά περίπτωση ένα καθήκον- είναι ίσως, στην πραγματικότητα, μια σχέση μεταξύ παιδιών.

Από το Cane Nero

Μετάφραση: Le Misanthrope

Περισσότερα κείμενα του Massimo Passamani στη μπροσούρα “More, much more” (στα αγγλικά)

Αναρχία σημαίνει ενάντια στην εξουσία, τον φασισμό και την πατριαρχ… oh, wait!

το είδα στο http://en-tropi.org/

Εκάτη & Frodoo γράφουν,
Προειδοποίηση για triggering σε σχέση με βιασμό/σεξουαλική κακοποίηση/έμφυλη βία/σεξισμό

 

Μια αφίσα για ένα φεστιβάλ οικονομικής στήριξης σε συλληφθέντες αντιφασίστες ανακινεί, μάλλον επίτηδες, θαμμένες ιστορίες στις μνήμες του αντιεξουσιαστικού/αναρχικού κινήματος στη Γαλλία. Ιστορίες που τραυμάτισαν τα άτομα που τις βίωσαν και που είχαν αντίκτυπο στις ζωές τους. Έθεσαν επίσης σε προβληματισμό τον κόσμο που τις έμαθε. Η αφίσα η ίδια, η επιλογή του καλλιτέχνη που τη δημιούργησε, αλλά και η αντίδραση στη μετέπειτα κριτική που έγινε, είναι ενδεικτικές των πατριαρχικών λογικών/λόγων/νοοτροπιών, αλλά και των πατριαρχικών τρόπων οργάνωσης, αναπαράστασης και απεικόνισης που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και μέσα στα αντιεξουσιαστικά/αναρχικά/αυτόνομα κινήματα. Και όχι μόνο στη Γαλλία.

Η αφίσα απεικόνιζε έναν άντρα και μια γυναίκα. Φαινομενικά, αυτό μοιάζει να είναι ίση εκπροσώπηση των φύλων, έτσι δεν είναι; Χμ, μόνο αν ακολουθήσουμε την καθεστωτική ρητορική ότι τα φύλα είναι δύο. Ρητορική η οποία δυστυχώς είναι κυρίαρχη στις κοινωνίες που ζούμε, ακόμα και εντός των α/α/α κινημάτων, τα οποία στην πλειοψηφία τους φαίνεται να αποδέχονται τη ρητορική περί διπολικότητας των φύλων χωρίς αμφισβήτηση και προβληματισμό.

Ένας άντρας και μια γυναίκα, λοιπόν. Οι δύο κυρίαρχες έμφυλες ταυτότητες. Καμία εκπροσώπηση των ανθρώπων που δεν χωρούν σε κάποιο από τα δύο κουτάκια, των ανθρώπων που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες ή ως άντρες και που διεκδικούν μια άλλη ή καμία έμφυλη ταυτότητα.

Τα δύο υποκείμενα που εκπροσωπούνται στην αφίσα φαίνεται να προσαρμόζονται αρκετά καλά στα υπάρχοντα έμφυλα στερεότυπα. Τα ρούχα και ο σωματότυπος της γυναίκας εστιάζουν στο φύλο της μέσα από την αναπαραγωγή κυρίαρχων προτύπων για το «γυναικείο σώμα» και το «γυναικείο ντύσιμο»: φοράει φούστα, τονίζονται τα στήθη της και είναι αρκετά πιο κοντή από τον άντρα. Παράλληλα, ο άντρας που απεικονίζεται στην αφίσα ακολουθεί επίσης το κυρίαρχο πρότυπο για το πως πρέπει να είναι ένας άντρας: φοράει παντελόνι, έχει απλό, άνετο ντύσιμο και είναι αρκετά πιο ψηλός από τη γυναίκα. Δεν θεωρούμε κανένα από τα εν λόγω χαρακτηριστικά των δύο υποκειμένων προβληματικά από μόνα τους, ούτε και σε συνδυασμό μεταξύ τους. Θεωρούμε όμως πως είναι προβληματική η απεικόνιση του κυρίαρχου διπολικού στερεοτύπου, μέσα από το οποίο αναπαράγονται δύσκαμπτες αντιλήψεις σε σχέση με τις έμφυλες ταυτότητες και τους έμφυλους ρόλους, χωρίς μάλιστα να αφήνεται χώρος για οποιεσδήποτε ταυτότητες ή εμπειρίες πέρα από αυτό το κυρίαρχο δίπολο. Μια τέτοια απεικόνιση είναι ιδιαίτερα προβληματική, λαμβάνοντας υπόψη ότι εκφράζεται στο συγκεκριμένο πλαίσιο των πατριαρχικών κοινωνιών στις οποίες ζούμε και δρούμε. Είναι ακόμα πιο προβληματική άμα λάβουμε υπόψη ποιος είναι ο δημιουργός της αφίσας, το ιστορικό του όσον αφορά την άσκηση έμφυλης βίας, αλλά και την αμετανόητη θέση του (θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε πιο κάτω).

kauto-mouni-molotof

Η αφίσα, πέρα από το ότι συντηρεί έμφυλους αποκλεισμούς εντός της δυιστικής αντίληψης των φύλων, αναπαράγει και τη λογική ότι η βία είναι το μόνο μέσο ενάντια στον φασισμό, αφού τα δύο υποκείμενα είναι εξοπλισμένα για μάχη, κάτι που δεν χρειάζεται για ένα φεστιβάλ μουσικής που σκοπό έχει να μαζέψει χρήματα για συλληφθέντες συντρόφους. Αναγνωρίζουμε πως συχνά οι περιστάσεις είναι τέτοιες όπου η χρήση βίας είναι αναπόφευκτη ή/και δικαιολογημένη. Τέτοιες απεικονίσεις όμως είναι συχνές στον α/α/α χώρο γενικά. Όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στην Κύπρο και αλλού. Επίσης εκτός από αχρείαστη, μια τέτοια προώθηση είναι συνυφασμένη με το πρότυπο μιας κυρίαρχης αρρενωπότητας, η οποία είναι αρκετά διαδεδομένη στον α/α/α και ιδιαίτερα στον αντιφασιστικό χώρο. Η βία και τα ένοπλα μέσα στις πατριαρχικές κοινωνίες που ζούμε είναι ιδιότητα και εργαλεία που εκφράζουν και εκφράζονται από αρρενωπές ταυτότητες: οι άντρες πάνε στον στρατό, οι άντρες εκπαιδεύονται σε πιο βίαιες και επιθετικές συμπεριφορές. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη αφίσα η γυναίκα που απεικονίζεται έχει επίσης όπλα μαζί της δεν αναιρεί, ούτε απειλεί αυτή την έκφραση κυρίαρχης αρρενωπότητας, αφού στις σύγχρονες πατριαρχικές κοινωνίες, οι γυναίκες μπορούν και υιοθετούν αρρενωπούς ρόλους. Οι ρόλοι αυτοί όμως θεωρούνται αντρικοί και στα άτομα που τους επιτελούν αποδίδονται αρρενωπές ιδιότητες («λεβεντιά», «παλικαριά» κλπ). Η συγκεκριμένη αφίσα, αλλά και γενικότερα τέτοιες απεικονίσεις, δεν απειλούν, ούτε ανατρέπουν, ούτε αποδομούν τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί αρρενωπότητας, αλλά μάλλον ταυτίζονται μαζί τους. Όπως φαίνεται, η αντιεξουσιαστική αντίληψη, στην προκειμένη περίπτωση, φτάνει μόνον ως εκεί, έχοντας τη ψευδαίσθηση πως επιτυγχάνεται έτσι μια ίση εκπροσώπηση των δύο (κυρίαρχων) φύλων. Αγνοώντας πως η απόδοση κυρίαρχων αρρενωπών ιδιοτήτων σε μια γυναίκα δεν ενδυναμώνει απαραίτητα τις γυναίκες, ούτε εγγυάται την ίση εκπροσώπησή τους, όπως και οι άντρες. Έτσι και αλλιώς, στην αφίσα, ο άντρας είναι εκείνος που κρατά τον αναμμένο πυρσό, προτάσσει το χέρι του και φαίνεται ενεργό υποκείμενο. Η γυναίκα, παρά τη φαινομενικά ίση εκπροσώπησή της με τον άντρα, διατηρεί μιαν αδρανή στάση σώματος (στέκεται απλά, με το ένα χέρι στη μέση και με το άλλο χέρι να στηρίζει το ρόπαλο στην πλάτη της) και η αυτενέργειά της είναι ανύπαρκτη.

Νομίζω ότι το φαντάστηκε το όλο πράγμα. Καλά, είναι απλά μια τρελή σκύλα. Κοίτα, γλυκιά μου.  Η ταξική πάλη είναι η πιο σημαντική..όλα τα υπόλοιπα απλώς μας διαιρούν. Δεν είναι τόσο άσχημα όσο τα λες πάντως. -Δεν είναι συντροφ@ μου-

Όπως είπαμε όμως και πιο πάνω, το πιο προβληματικό είναι η επιλογή του δημιουργού της εν λόγω αφίσας. Την ίδια ώρα που οι διοργανωτ@ του φεστιβάλ δεχόντουσαν έντονη κριτική από διάφορες οργανώσεις σε αρκετές σελίδες αντιπληροφόρησης και φόρουμ σε σχέση με τον σεξισμό της αφίσας, ένα άρθρο στο indymedia Παρισιού αποκαλύπτει ότι ο άντρας στον οποίο ανατέθηκε ο σχεδιασμός της αφίσας και ο οποίος συμμετέχει στον α/α/α χώρο, είναι γνωστό πως έχει βιάσει τουλάχιστον μία γυναίκα. Οι πρώτες αποκαλύψεις για τον βιασμό αυτόν έγιναν το 2010. Εδώ θεωρούμε σημαντικό να αναφέρουμε ότι οι διοργανωτ@ 2 μήνες μετά (!) την αποκάλυψη και μόλις 1 βδομάδα πριν το φεστιβάλ δήλωσαν απλά ότι δεν γνώριζαν ότι ο σχεδιαστής ήταν βιαστής και ότι «ο καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον φεμινισμό». Με αυτές τις δηλώσεις ουσιαστικά είπαν ότι η αφίσα για αυτ@ δεν έχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Τελικά, έβγαλαν μια νέα αφίσα και ανακοίνωσαν ότι το φεστιβάλ, που «είναι για καλό σκοπό», θα διεξαχθεί. Καμία ανάληψη πολιτικής ευθύνης για το λάθος που έκαναν και καμία απολογία για το ότι ανάθεσαν σε έναν βιαστή να σχεδιάσει ένα από τα σημαντικότερα μέσα προώθησης του φεστιβάλ.

Όπως είπαν, δεν ήξεραν ότι ο άντρας στον οποίο ανάθεσαν τον σχεδιασμό της αφίσας του φεστιβάλ είχε βιάσει τουλάχιστον μία γυναίκα. Το γεγονός και μόνο ότι δεν το ήξεραν, ενώ κείμενα της γυναίκας που μιλούσαν για την εμπειρία του βιασμού της από τον συγκεκριμένο άντρα είχαν κυκλοφορήσει καιρό μέσα στον α/α/α χώρο, είναι ενδεικτικό του πόσο σοβαρά παίρνουν οι ίδ@ τα έμφυλα ζητήματα ή του πόσο προβάλλονται τα έμφυλα ζητήματα μέσα στα α/α/α κινήματα. Ας δεχτούμε όμως ότι μπορεί να μην είναι ευθύνη τους που δεν το ήξεραν. Θα μπορούσαν να παρακολουθούν τα έμφυλα ζητήματα και πάλι να τύχαινε να μην το μάθαιναν, ίσως. Μεγαλύτερο θέμα είναι ότι ακόμη και αφότου το έμαθαν, αφότου τους ασκήθηκε κριτική, αντί να αναγνωρίσουν το λάθος τους και να δείξουν αλληλεγγύη στη συγκεκριμένη γυναίκα, αλλά και στους αγώνες ενάντια στην έμφυλη βία γενικότερα, η στάση τους ήταν μάλλον αμυντική, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τους εαυτούς τους, αλλά, κυρίως, προσπαθώντας να ακυρώσουν ή να μειώσουν την εμπειρία της συγκεκριμένης γυναίκας. Είπαν πως θα έπρεπε να επιβεβαιώσουν αν οι κατηγορίες που αφορούν τον εν λόγω άντρα για βιασμό ευσταθούν και κανόνισαν συνάντηση μαζί της για αυτό, βάζοντας τη γυναίκα αυτή σε μια θέση εξέτασης, αγνοώντας μάλιστα πως με αυτόν τον τρόπο, η ίδια έπρεπε να αναβιώσει μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία. Σε ποια μορφή αλληλεγγύης άραγε άτομα που μαρτυρούν ότι έχουν βιώσει βία και καταπίεση αναγκάζονται σε εξέταση για να γίνουν πιστευτά;

Λένε πως το φεστιβάλ είναι για καλό σκοπό αφήνοντας να εννοηθεί ότι… ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Παράλληλα, υποβιβάζουν τα θέματα του βιασμού, του σεξισμού και της έμφυλης βίας σε ζητήματα… προσωπικής αντίληψης (αν ο φεμινισμός ήταν θέμα προσωπικής αντίληψης, όπως είπαν, τότε και τα θέματά του θα ήταν επίσης… ζητήματα προσωπικής άποψης), αφαιρώντας την πολιτική του διάσταση και ακυρώνοντας τις εμπειρίες όχι μόνο της γυναίκας που κατήγγειλε τον βιασμό της από τον συγκεκριμένο άντρα, αλλά και κάθε ατόμου που βίωσε βιασμό/σεξουαλική παρενόχληση. Ακόμα, αναπαράγουν μια κυρίαρχη λογική ιεράρχησης των θεμάτων που προκύπτουν σε μιαν κοινωνία, σύμφωνα με την οποία κάποια ζητήματα (σε αυτήν την περίπτωση ο φασισμός) είναι πιο σημαντικά από άλλα (σε αυτήν την περίπτωση, η έμφυλη βία). Κατά την ίδια λογική, κάποιοι κινηματικοί αγώνες
(σε αυτήν την περίπτωση ο αντιφασισμός) είναι πιο σημαντικοί από άλλους (φεμινιστικοί αγώνες/αγώνες ενάντια στην έμφυλη βία).

Η συναίνεση είναι... εθελοντική, νηφάλια, ενθουσιώδης, λεκτική, μη-εξαναγκασμένη, συνεχόμενη, ενεργής, ειλικρινής. Απουσία συναίνεσης = Βιασμός

Το 2010 η γυναίκα που βιάστηκε από τον εν λόγω άντρα και η οποία είναι συντρόφισσα στον α/α/α χώρο δημοσίευσε 3 μισοτελειωμένα άρθρα με τον τίτλο «Πόσες φορές κάθε 4 χρόνια;» αναφερόμενη στις φορές που ανάβαλλε επί 4 χρόνια να μιλήσει ανοιχτά για τον βιασμό της. Αναβολές που οφείλονταν στο φόβο ότι, αν μιλούσε για αυτόν, οι συντροφ@ της θα την αντιμετώπιζαν, στην καλύτερη περίπτωση, ως μια «μικρή κοπελίτσα» που απογοητεύτηκε επειδή την άφησε ο γκόμενός της που είναι γνωστός στον κινηματικό χώρο, ειδικά στις καταλήψεις και στα φεστιβάλ και είναι τραγουδιστής ενός αναρχοπάνκ συγκροτήματος. Η γυναίκα αυτή αποφάσισε τελικά να μιλήσει για τον βιασμό που έζησε στα 18 της (το 2000) όταν, μετά από συναυλία του εν λόγω συγκροτήματος, πήγε στο σπίτι της μαζί με τον τραγουδιστή. Εκείνη κάποια στιγμή του είπε ότι δεν ήταν έτοιμη να έχει την πρώτη της σεξουαλική επαφή και ότι ήθελε να σταματήσουν. Εκείνος συνέχισε αγνοώντας την. Όταν την επόμενη μέρα ξύπνησαν και ενώ εκείνη ήθελε να συζητήσουν αυτά που είχαν γίνει, εκείνος της είπε ότι «έπρεπε να φύγει με το γκρουπ» και έφυγε [1]. Ακολούθησε μια περίοδος άγχους, με εξετάσεις για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα σύνδρομα υγείας και τεστ εγκυμοσύνης. Όλες αυτές τις διαδικασίες και το άγχος, η γυναίκα αυτή, όπως πολλά άλλα άτομα που έχουν βιώσει βιασμό/σεξουαλική παρενόχληση/άλλη μορφή έμφυλης βίας, τα πέρασε μόνη της, αφού δεν είχε το θάρρος να μιλήσει για τον βιασμό της. Η ίδια μιλά επίσης για τον φόβο που ένιωθε όταν σκεφτόταν τον βιασμό της. Το 2004 έκανε μια προσπάθεια να γράψει κάτι και να το δημοσιεύσει, αλλά τελικά το άφησε. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και το 2008, αλλά πάλι το άφησε. Το 2010, όταν έμαθε ότι ο άντρας που τη βίασε είχε προβλήματα και με την τότε συντρόφισσά του, την οποία πιθανόν βίασε επίσης, αποφάσισε και μίλησε. Πρώτα στις φίλες της και σε άτομα του αναρχοφεμινιστικού χώρου στον οποίο συμμετείχε και αργότερα δημοσίευσε τα κείμενά της στη σελίδα αντιπληροφόρησης infokiosques.net.

Τα παραπάνω δεν αφορούν, βέβαια, μόνο τα α/α/α κινήματα στη Γαλλία, αφού τέτοια περιστατικά συμβαίνουν – μάλλον – παντού. Η εξιστόρηση της γυναίκας αυτής δεν αποτελεί μόνο έκφραση των συναισθημάτων της, αλλά και κριτική στα α/α/α κινήματα και στις πατριαρχικές δομές που διατηρούνται εντός τους. Διαβάζοντας, λοιπόν, τα κείμενά της μπορεί κάποι@ να διακρίνει τους έντονους προβληματισμούς της γύρω από τη ζωή και τη λειτουργία των καταλήψεων, αλλά και τον τρόπο που ένα άτομο αντιμετωπίζεται μέσα σε αυτές, ανάλογα με το φύλο του. Τα συναισθήματα και η ανάλυση στην μαρτυρία της είναι απόψεις προερχόμενες από μια γυναίκα που βίωσε και βιώνει τον α/α/α χώρο συμμετέχοντας ενεργά σε αυτόν. Οι εμπειρίες της δεν είναι κάποια εξαίρεση, αλλά παρόμοιες εμπειρίες βίωσαν, βιώνουν και θα βιώσουν και άλλα άτομα μέσα στον α/α/α χώρο, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε όλ@ ότι ο αντισεξισμός και οι αγώνες ενάντια στις πατριαρχικές δομές πρέπει να είναι αναπόσπαστα μέρη των α/α/α κινημάτων και το ίδιο σημαντικά όπως όλοι οι υπόλοιποι αγώνες.

Η συντρόφισσα αναφέρει ότι σε μερικές α/α/α καταλήψεις/χώρους ένιωσε ότι μια γυναίκα, για να είναι ορατή και να μπορεί να έχει φωνή εντός τους, θα πρέπει να κάνει σεξ με κάποιον από τους άντρες που συμμετέχουν εκεί ή να είναι πολύ όμορφη (σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη περί «ομορφιάς»), προκειμένου να τη βλέπουν (αλλά χωρίς κατανάγκη να την ακούν ή να τη λαμβάνουν σοβαρά υπόψη). Η ίδια λέει ότι αντιλήφθηκε πολλές φορές να αλλάζει ο τρόπος που την αντιμετώπιζαν (και όχι μόνο εκείνη, αλλά και άλλες γυναίκες) τα υπόλοιπα άτομα μέσα σε μιαν α/α/α κατάληψη/χώρο αφότου είχε κάνει σεξ με κάποιον. Δηλαδή, ακόμα και μέσα σε α/α/α χώρους, μια γυναίκα αποκτά υπόσταση μόνο μέσα από τη σχέση της με έναν άντρα. Οι ίδιες οι γυναίκες, ως αυτόνομα και αυτενεργά πρόσωπα, φαίνεται να αντιμετωπίζονται από κάποι@ εντός του κινήματος σαν μη άξιες ιδιαίτερου σεβασμού, παρά μόνο εάν και εφόσον συσχετιστούν με κάποιον άντρα. Οι γυναίκες, μέσα στα α/α/α κινήματα, όπως και μέσα στην υπόλοιπη κοινωνία, συχνά χρειάζεται να αποδείξουν ότι αξίζουν σεβασμό. Για κάποι@, μια γυναίκα αξίζει σεβασμό όταν τη συστήσει ένας άντρας. Για κάποι@, μια γυναίκα έχει υπόσταση μέσα σε έναν χώρο, όταν είναι σεξουαλικά ενεργή (προσδίδοντάς της κάποια χρηστική αξία). Και για κάποι@, μια γυναίκα είναι ορατή μόνον όταν μπορεί να θεωρηθεί (με βάση τα ισχύοντα κοινωνικά στερεότυπα και πρότυπα) ότι είναι όμορφη (αισθητική αξία). Και όλα αυτά μέσα σε ένα κίνημα, το οποίο διεκδικεί κατά τα άλλα αυτονομία για όλ@. Για αυτόν τον λόγο, η συντρόφισσα ξεκαθαρίζει ότι στόχος της και αγώνας της είναι η δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία να μην χρειάζεται, ούτε η ίδια ούτε οποιαδήποτε γυναίκα, τις απόψεις των αντρών για την ύπαρξή της. Μια κοινωνία όπου όλα τα άτομα, ανεξαρτήτως φύλου, είναι σεβαστά. Ακόμα, τονίζει ότι δεν θέλει πλέον να πρέπει να αποδείξει ότι είναι wonderwoman για να τη σέβονται. Ούτε να ακολουθεί πρότυπα για το πώς πρέπει να είναι προκειμένου να τη σέβονται. Θέλει να μπορεί η ίδια, όπως και το οποιοδήποτε άτομο, να είναι ντροπαλό, ρομαντικό και ό,τι άλλο θέλει/του βγαίνει.

Τέτοια γεγονότα δεν περιορίζονται βέβαια σε καμία περίπτωση στη Γαλλία. Ας μην έχουμε αυταπάτες. Αυτά τα θέματα τα συναντάμε σε οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή υπάρχουν πατριαρχικές κοινωνίες και α/α/α κινήματα και η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση. Στην Κύπρο μάλιστα ίσως είναι ακόμα πιο δύσκολα τα πράματα, αφού δεν υπήρξαν ποτέ φεμινιστικές ή κουίαρ α/α/α ομάδες.

Συναντάμε, για παράδειγμα, πολλές φορές και εντός των α/α/α κινημάτων στην Κύπρο κριτικές για το πως ντύνεται ή εκφράζεται κάποι@, ότι «δεν ταιριάζει σε αναρχικ@». Λες και το να θέτεις τέτοια όρια στο κάθε άτομο δεν είναι στέρηση ελευθερίας. Λες και υπάρχει κάποιο αναρχόμετρο και μετράμε και κάποι@ είναι κάτω από το επιτρεπτό όριο ή ακόμη και εγχειρίδιο τρόπου έκφρασης και ντυσίματος και μπορεί κάποι@ να μην το τηρεί σωστά.

Την ίδια στιγμή που κρίνονται τα πιο πάνω, δεν ακούμε τσιμουδιά για τον σεξιστικό λόγο που κυριαρχεί στα συνθήματα ή/και σε κείμενα διάφορων α/α/α ομάδων. Ένας λόγος που χρησιμοποιεί το σεξ ως τιμωρητικό σε πάρα πολλά συνθήματα (π.χ. «θα σας γαμήσουμε») και εκφέρεται υποτιμητικά για τις γυναίκες (π.χ. «μπάτσοι μουνιά»). Ταυτόχρονα, τα παραπάνω συνθήματα, αφίσες, μιμς κλπ εκφράζουν άντρες. Σπάνια είναι ορατές οι γυναίκες και σχεδόν (;) ποτέ άλλα φύλα. Παράλληλα, επικρατεί μια αδιαφορία για τις προσπάθειες που γίνονται από διάφορες συλλογικότητες/ συντρoφ@ να αντικαταστήσουμε στα κείμενα και στην καθημερινότητα το κυρίαρχο αρσενικό γένος με άλλες καταλήξεις και αντωνυμίες που να μην περιθωριοποιούν, ούτε να διαγράφουν έμφυλες ταυτότητες. Προσπάθειες που αποσκοπούν στο να αποβληθεί ο σεξιστικός λόγος από τις ζωές μας, καθώς και στο να αναγνωριστούν οι υπάρξεις, οι φωνές και οι εμπειρίες των υπόλοιπων φύλων ή α-φύλων, συμπεριλαμβανομένων και όσων δεν εμπίπτουν στο δίπολο «άντρας-γυναίκα». Οι δικαιολογίες σε αυτές τις συζητήσεις είναι του τύπου «δεν φαίνεται από τη γλώσσα αν είμαστε σεξιστές ή όχι, άρα γιατί να το κάνουμε; Με το να αλλάξουμε τον τρόπο που γράφουμε/μιλούμε δεν θα σταματήσει να υπάρχει σεξισμός/πατριαρχία, έτσι κι αλλιώς». Παράλληλα βέβαια κάποι@ θα μπορούσε να ρωτήσει, «με το να βάζουμε αλφάδια σε πανό δεν δημιουργούμε κάποια αναρχική κοινωνία, ούτε σταματάμε την κοινωνική καταπίεση, άρα για ποιο λόγο τα βάζουμε;». Γιατί είμαστε τόσο πρόθυμ@, ως κινήματα, να αναπαράγουμε τον κυρίαρχο έμφυλο λόγο και νιώθουμε ότι πρέπει να τον υπερασπιστούμε; Η άλλη δικαιολογία είναι «μα η γλώσσα δεν είναι σεξιστική», αγνοώντας έτσι παντελώς ότι η γλώσσα διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες και βέβαια τις αντανακλά.

Ο φεμινισμός στον α/α/α χώρο, όπως και στην υπόλοιπη κοινωνία, είναι ταμπού. Όταν δηλώνεις φεμινίστρια, πολλ@ σε κοιτάνε περίεργα. Ακόμα πιο περίεργα όταν δηλώνεις φεμινιστής. Ως φεμινίστρια, ακούς άκυρα σχόλια του στυλ «μα είσαι φεμινίστρια και μαγειρεύεις;», «κάνε σεξ να σου περάσει», «προσπαθείτε να καταπιέσετε τους άντρες», «είστε ευνουχίστριες» κλπ. Ως φεμινιστής ακούς επίσης άκυρα σχόλια όπως «η κοπέλα σου σε κάνει ό,τι θέλει», «ευνουχίστηκες» κλπ. Οι υποθέσεις για τον σεξουαλικό προσανατολισμό των φεμινιστ@ είναι επίσης συχνές και συνήθως συνοδεύονται από ομοφοβικά σχόλια.

Ένα άλλο συχνό δείγμα των ριζωμένων πατριαρχικών δομών εντός των α/α/α κινημάτων είναι η μη αναγνώριση του αντρικού προνομίου. Για παράδειγμα, σε συνελεύσεις του χώρου συνηθίζεται να μιλούν μόνο ή συχνότερα οι άντρες, επειδή μιλούν πιο δυνατά κι έντονα. Αναγνωρίζουμε πως οι περισσότεροι δεν το κάνουν σκόπιμα συνήθως. Μέσα από την κοινωνικοποίησή τους στις πατριαρχικές κοινωνίες που ζούμε, οι άντρες έμαθαν να εκφράζονται έτσι. Μπορούν όμως και οι ίδιοι να καταβάλουν προσπάθεια να το αναγνωρίσουν και να δουλέψουν προκειμένου να το αλλάξουν και να αφήνουν χώρο έκφρασης για όλ@.

Επίσης, συχνά, κατά τον καθορισμό τόπου και χρόνου συνελεύσεων ή/και δράσεων δεν λαμβάνονται υπόψη ανάγκες που μπορεί να έχουν τα παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο αποκλείονται γυναίκες που είναι μητέρες, αφού συνήθως οι μητέρες έχουν τις πιο πολλές ευθύνες που αφορούν τη φροντίδα των παιδιών (ναι, αυτό συμβαίνει και με τα παιδιά του α/α/α χώρου…).

Η έμφυλη βία είναι ταμπού επίσης. Άμα εγείρονται τέτοια ζητήματα, συνήθως η απάντηση, ειδικά αν αφορά άντρα του χώρου, είναι ότι «είναι προσωπικά σας αυτά. Δεν μας αφορούν». Το προσωπικό είναι πολιτικό, όμως, όπως επανειλημμένα λέμε οι φεμινιστ@. Η έμφυλη βία είναι άσκηση εξουσίας και αυτό είναι ανάγκη να αναγνωρίζεται, ιδιαίτερα μέσα σε κινήματα τα οποία ασκούν κριτική στην εξουσία.

Ε, και άμα τα πράματα είναι τόσο δύσκολα για τις γυναίκες στο χώρο, που να μιλήσουμε για άτομα που αυτοπροσδιορίζονται έξω από δυιστικές αντιλήψεις περί έμφυλων ταυτοτήτων… Τα ίντερσεξ άτομα, τα άφυλα άτομα, τα τρανς άτομα, τα gender-queer άτομα, τα gender-bender άτομα, τα gender non-conforming άτομα, τα gender-neutral άτομα και όλα τα άτομα που δεν χωρούν στα κουτάκια «άντρας»/«γυναίκα» είναι βασικά ανύπαρκτα για τα και μέσα στα α/α/α κινήματα. Προφανώς, δεν νιώθουν άνετα ή/και ασφάλεια να υπάρξουν ή να εκφράσουν τις ταυτότητές τους μέσα σε αυτά. Και αυτό είναι ξεκάθαρα αποτυχία των α/α/α κινημάτων. Και είναι κάτι που ως αντιεξουσιαστ@, αναρχικ@ και αυτόνομ@ έχουμε ευθύνη να δουλέψουμε για να αλλάξει.

emfulo

Υπάρχουν πολλές νόρμες και στερεότυπα, ακόμα και εντός των α/α/α κινημάτων, που χρειάζεται να αποδομήσουμε προκειμένου να μπορούμε να κινηθούμε προς μια κοινωνία ελεύθερη, αυτόνομη, στη βάση της αλληλεγγύης και όπου το κάθε πρόσωπο θα σέβεται την ελευθερία και την αυτονομία τ@ άλλ@. Τα α/α/α κινήματα δεν είναι υπεράνω πάσης υποψίας όσον αφορά την άσκηση διακρίσεων και εξουσίας. Μέχρι σήμερα, τα ζητήματα έμφυλων ανισοτήτων είναι θαμμένα με δικαιολογίες όπως «δεν είναι της ώρας», «υπάρχουν πιο επείγοντα θέματα να λύσουμε», «είναι ξεπερασμένα, αφού τα πράματα είναι καλύτερα σε σχέση με παλιά», «είναι υπερβολές των φεμινιστριών που θέλουν να ευνουχίσουν τους άντρες» ή «οι φεμινιστικές διεκδικήσεις χωρίζουν και διασπούν το κίνημα». Δυστυχώς όμως η αλήθεια είναι ότι οι πατριαρχικές δομές είναι ορατές και βαθιά ριζωμένες ακόμα και μέσα στα α/α/α κινήματα και αυτό είναι κάτι που πρέπει να δουλέψουμε για να αλλάξει, χωρίς να βρίσκουμε δικαιολογίες, αν ο πραγματικός στόχος μας είναι να διεκδικήσουμε αυτονομία και ελευθερία για όλ@. Και αυτή η αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν αποβάλουμε πρώτα οι ίδι@ αυτά τα στοιχεία από πάνω μας. Όσ@ συνεχίζουν να κουβαλάνε μαζί τους αυτά τα στοιχεία και φανερώνουν είτε αδιαφορία, είτε μη θέληση για αλλαγή, πρέπει να μη νιώθουν άνετα να υπάρχουν και να δρουν μέσα στα α/α/α κινήματα. Τουλάχιστον όχι χωρίς να αλλάξουν και να δουλέψουν τ@ εαυτ@ τους, με τον ίδιον τρόπο που κάποι@ καπιταλιστ@ ή εθνικιστ@ ή ρατσιστ@ δε νιώθει άνετα να προσεγγίσει τα α/α/α κινήματα.

Στην περίπτωση του σχεδιαστή της αφίσας στη Γαλλία, ο οποίος έχει βιάσει μια τουλάχιστον γυναίκα, μια κατάληψη έκλεισε την πόρτα της και δεν του επέτρεψε να μπει μετά τη δημοσίευση των κειμένων με τη μαρτυρία της γυναίκας που βίασε. Πολλές συλλογικότητες που συνεργάζονταν για αφίσες ή και συναυλίες τον περιθωριοποίησαν και πλέον δεν του ζητούν τίποτε, δείχνοντας έτσι ότι τέτοιες συμπεριφορές και πατριαρχικές εξουσίες δεν έχουν καμία θέση στα α/α/α κινήματα.

Εμείς ας προσπαθούμε όπως μπορούμε προκειμένου σεξιστ@, τρανσφοβικ@, ομοφοβικ@, βιαστ@ να μη νιώθουν άνετα να δρουν και να υπάρχουν μέσα στα α/α/α κινήματα. Για τη δική μας ουτοπία, όπου σεξιστικές, τρανσφοβικές, ομοφοβικές, μισογυνιστικές συμπεριφορές, αντιλήψεις, νοοτροπίες και πρακτικές δεν θα χωρούν. Κατά τον ίδιο τρόπο που δεν χωρούν ρατσιστικές, εθνικιστικές και φασιστικές συμπεριφορές, αντιλήψεις, νοοτροπίες, πρακτικές. Μέχρι την κατάλυση κάθε εξουσιαστικής δομής, συμπεριλαμβανομένων και των πατριαρχικών δομών.

Η  επανάσταση θα είναι διαθεματική [2] αλλιώς δεν είναι η επανάστασή μου. Τέρμα στον μονοθεματικό ακτιβισμό. Υπάρχει μόνο ένα είδος αγώνα και αυτός είναι ο δικός μας, συλλογικός αγώνας.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Εντροπία και μετάφραση από scintilla.

[1] Δεν θεωρούμε ότι για να είναι πιστευτή η καταγγελία οποιουδήποτε ατόμου πρέπει να περιγράφονται λεπτομέρειες για το πως έγινε ο βιασμός. Ο μόνος λόγος που παραθέτουμε τέτοιες λεπτομέρειες είναι επειδή επικρατεί γενικά μια αντίληψη ότι ένας βιασμός για να αναγνωριστεί ως τέτοιος πρέπει να συμπεριλαμβάνει κάποια στοιχεία, όπως ξυλοδαρμός, επίθεση στον δρόμο από άγνωστο κλπ. Θεωρούμε πως είναι σημαντικό να σταματήσει να υπάρχει αυτή η αντίληψη και να γίνει κατανοητό ότι υφίσταται βιασμός όταν απουσιάζει η συναίνεση, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και από συντρόφους είτε είναι πολιτικοί σύντροφοι ή/και σεξουαλικοί/ερωτικοί.

[2] Η «διαθεματικότητα» είναι η κινηματική προσέγγιση κατά την οποία όλα τα στοιχεία (τάξη, φύλο, ταυτότητα φύλου, σεξουαλικός προσανατολισμός, μεταναστευτικό υπόβαθρο, εθνοτική καταγωγή, αναπηρία ή ικανότητα κοκ) λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση ενός θέματος που αφορά δομές καταπίεσης. Για παράδειγμα, μια μαύρη γυναίκα επιχειρηματολογεί ότι η καταπίεση που υφίσταται δεν μπορεί να κατανοηθεί ξεχωριστά. Δεν μπορεί, δηλαδή, η καταπίεση ότι είναι μαύρη άνθρωπος και η καταπίεση ότι είναι γυναίκα να προσεγγισθεί και να κατανοηθεί ανεξάρτητα, αλλά σε συνδυασμό.

[3] Το @ χρησιμοποιείται στη θέση έμφυλων καταλήξεων, όταν το υποκείμενο είναι γενικό, προκειμένου να μην αναπαράγουμε πατριαρχικές δομές στη γλώσσα, οι οποίες θέτουν ένα φύλο (ή στην «καλύτερη» περίπτωση δύο φύλα) και τα άτομα που το (τα) εκφράζουν στην κορυφή της έμφυλης πυραμίδας, αποσιωπώντας, περιθωριοποιώντας και αποκλείοντας άλλα (εκτός από τα κυρίαρχα, δηλαδή) φύλα, καθώς και τα άτομα που εκφράζονται στα φύλα αυτά.