Σύμπραξη αναρχικών Memento Mori: Με αφορμή τον Μαύρο Δεκέμβρη #BlackD15

Με αφορμή τον Μαύρο Δεκέμβρη.

Ο απολογισμός. Η κριτική και η αυτοκριτική. Η καταγραφή και η ανάλυση των περιστάσεων μέσα από μια κυνική ματιά σε κίνητρα, προθέσεις, ανταποκρίσεις και πεπραγμένα θεωρούμε πως αποτελούν στοιχεία υψίστης σημασίας τόσο για τη ριζοσπαστικοποίηση της αναρχικής θεώρησης και δράσης όσο και για το ολοκληρωτικό ξεπέρασμα αγκυλώσεων και παθογενειών που μας καταδικάζουν σε μια στείρα ανακύκλωση του εαυτού μας σε αυτοματοποιημένες αντιδράσεις, ορθώνοντας τείχη ανάμεσα στις επιθυμίες μας και στον δρόμο για την πραγμάτωσή τους. Η κριτική των γεγονότων πιστεύουμε πως οφείλει να αποδομεί δήθεν επαναστατικούς ρομαντισμούς, οι οποίοι αποτελούν συχνά αιτία ανάδυσης στρεβλώσεων και ηθικών ιερών προκαταλήψεων αλλά και να μένει προσκολλημένη στις επιδιώξεις των προσώπων που την ασκούν δίχως να τα παρασέρνει σε μια ασυλλόγιστη στήριξη ρευμάτων και τάσεων αφήνοντάς τα στο έλεος του ετεροκαθορισμού από την επαναστατική στειρότητα της εποχής. Όχι λοιπόν. Η αναρχική μηδενιστική κριτική έχει ως κεντρικό στόχο την πραγμάτωση και τη μετεξέλιξη των προσώπων, όχι την εργαλειοποίησή τους στο όνομα της προόδου διαφόρων ιδεολογημάτων και της διαλεκτικής τους διαδικασίας. Με λίγα λόγια, κάθε ατομικότητα που επιθυμεί να στέκεται αξιοπρεπώς απέναντι στις επιταγές της συνείδησής της και να μην χάσει πάσα επαφή με τη βούλησή της μέσα στη ροή του κοινωνικού εσμού οφείλει να διατηρεί κριτική και καχύποπτη στάση μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, στα γεγονότα, στις στρατηγικές κινήσεις και στα υπολανθάνοντα νοήματα. Οι καιροί, σύντροφοι, είναι αν μη τι άλλο ύπουλοι, ενώ τα όπλα που διαθέτουμε εναντίον τους είναι περιορισμένα και σε μεγάλο βαθμό δανεικά. Ας θέσουμε κι ας κερδίσουμε το στοίχημα να μάθουμε έστω να τα χρησιμοποιούμε για τους σκοπούς μας και όχι να μετατρεπόμαστε σε εξαρτήματα μιας απρόσωπης μη-επικοινωνίας, απομνημονεύοντας και επαναλαμβάνοντας μηχανικά το κάθε κατασκευασμένο ερέθισμα, επιβεβαιώνοντας και εξαπλώνοντας την διαρκή έλλειψη που διαποτίζει την φρυγμένη επιφάνεια του κοινωνικού όλου.

I. Το κάλεσμα.

Στις 10 Νοέμβρη 2015 αναγγέλλεται μέσα από τις ελληνικές φυλακές ένα κάλεσμα για έναν μήνα συντονισμένης δράσης. Ένα κάλεσμα για έναν μήνα πολύμορφης έκφρασης της αναρχικής επίθεσης. Ένα κάλεσμα σε έναν Μαύρο Δεκέμβρη με εμπνευστές τους συντρόφους Νίκο Ρωμανό και Παναγιώτη Αργυρού. Παρόμοια εγχειρήματα έχουν λάβει χώρα ουκ ολίγες φορές στην ιστορία των αναρχικών κινημάτων και όχι μόνο, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τα καλέσματα σε έναν Μαύρο Φλεβάρη και έναν Μαύρο Ιούνη, όπως και ποικίλα καλέσματα σε εβδομάδες συντονισμένης δράσης για πεσόντες συντρόφους η καμπάνιες αλληλεγγύης σε αναρχικούς κρατουμένους η διωκομένους. Τα εγχειρήματα αυτά όντας τρόπος οργάνωσης, δεν αποτελούν ιδιοκτησία κάποιας συγκεκριμένης τάσης η αποκλειστικό εργαλείο ενός ρεύματος. Αντιθέτως, η φύση τους, το περιεχόμενο τους και ο χαρακτήρας τους αναμορφώνονται βάσει του χρήστη. Τέτοιου τύπου καλέσματα, παραμερίζοντας το θεωρητικό τους υπόβαθρο, επικεντρώνοντας στην μορφολογία μα και στον τρόπο οργάνωσης και δράσης, είναι άκρως αντιπροσωπευτικά της αφορμαλιστικής προοπτικής, αποδεικνύοντας περίτρανα την ικανότητα της να εφαρμόζεται στην πράξη, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς ορισμένων περί εγκλωβισμού της σε φαύλους μηρυκασμούς. Αυτά όμως τα αφήνουμε για αργότερα. Στρεφόμενοι τώρα στο θεωρητικό περιεχόμενο του Μ.Δ, δίχως την παραμικρή προσκόλληση στα πρόσωπα που εξήγγειλαν το κάλεσμα γίνεται εύκολα αντιληπτή η στοχοθεσία του παραπάνω εγχειρήματος αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για την όποια παρερμηνεία. Ήταν εμφανέστατο πως επρόκειτο για ένα πολύμορφο κάλεσμα το οποίο τοποθετούσε ως συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις ομάδες και στις ατομικότητες, που απευθυνόταν, την επιθυμία για αντιεξουσιαστική δράση. Εν ολίγοις, ήταν εξαρχής κατανοητό πως οι σύντροφοι δεν απευθύνονταν αποκλειστικά σε μια συγκεκριμένη τάση, μα απλούστατα έθεταν κάποιους όρους, οι οποίοι ήταν δυνατό να γίνουν οικειοποιήσιμοι από έναν πολύ διευρυμένο κύκλο αντικαθεστωτικών προσεγγίσεων με κοινό παρονομαστή την διάθεση για επίθεση στην κυριαρχία, αφήνοντας τα περιθώρια στους μετέχοντες να προσθέσουν τα δικά τους στοιχεία σε αυτόν τον πειραματισμό. Κι έτσι ακριβώς έγινε. Είδαμε το κάλεσμα να πλαισιώνεται σε όλους τους τομείς από πληθώρα τάσεων και να εκφράζεται πολύμορφα τόσο ως προς τα κίνητρα, όσο κι ως προς τον τρόπο δράσης. Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν, όπου η ιστορία έχει να μας δείξει αναρίθμητα καλέσματα τα οποία έθεταν στο προσκήνιο ζητήματα όπως οι φυλακές, το περιβάλλον, η καταστολή, η οικονομία, αυτό με τη σειρά του μπορεί να προστεθεί εκεί, έχοντας στο επίκεντρο την πολύμορφη δράση ως μια απάντηση που επείγει να κατατεθεί απέναντι στις στρατηγικές κινήσεις της κυριαρχίας. Απότοκο αυτού ήταν η στήριξη του καλέσματος από ενώσεις επαναστατικά προσανατολισμένων εργατών μέχρι μηδενιστικές συμπράξεις άμεσης δράσης. Κινούμενοι στο ίδιο μοτίβο οι έγκλειστοι σύντροφοι, εκμεταλλευόμενοι τις περιορισμένες δυνατότητες που τους παρέχει η παρούσα δυσμενής τους θέση, εξέφρασαν τη δική τους οπτική πάνω στο ζήτημα της αναρχικής επίθεσης και της εξέγερσης, δίχως όμως καλώς ή κακώς να εγκλωβίσουν το κάλεσμα σε αυτόν τον κύκλο, υποστηρίζοντας πιθανώς την αναγκαιότητα συγκρότησης ενός πολύμορφου επιθετικού επαναστατικού μετώπου. Προφανώς καμία πρόταση και κανένα πρόσωπο δεν στέκει υπεράνω κριτικής αλλά η κατανόηση των κινήτρων, η επεξεργασία των στοχεύσεων και η αποδέσμευση από διαβρωτικά απωθημένα αποτελούν απαραίτητες συνθήκες για την ορθή άσκησή της, αποστασιοποιημένης από συγκινησιακές πανούκλες. Με αυτόν τον τρόπο εμείς, δίχως να παραβλέπουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διέπουν τη σύμπραξή μας, εξετάσαμε διεξοδικά τα σημεία του καλέσματος καταλήγοντας πως υπήρχε ο απαιτούμενος βαθμός συγγένειας ώστε να γίνει οικειοποιήσιμο από τα πρόσωπά μας χωρίς να μας μπλέκει σε αλλότριες υποθέσεις. Ως μηδενιστές, αποσκοπούμε στη συθέμελη καταστροφή του υπάρχοντος. Απολαμβάνουμε κάθε στιγμή να παρατηρούμε την κοινωνία να πλήγεται και να δέχεται χτυπήματα ακόμα κι αν αυτά δε μας εμπεριέχουν πλήρως. Κάθε στοιχείο που μας εκφράζει σε έναν ελάχιστο βαθμό είναι δυνατόν αφού αναγνωριστεί να αποσπαστεί από την αρχική του ολότητα, να οικειοποιηθεί από μας και να αποτελέσει συνθετικό στοιχείο δόμησης μιας κατάστασης όπου θα ενσαρκώνει την επιθυμία μας για μια καταστροφή δίχως όρια και προοπτική. Προφανώς ως αναρχικοί μηδενιστές, εγωιστές δεν ταυτιστήκαμε με το συγκεκριμένο κάλεσμα και σε καμία περίπτωση δεν αγκαλιάζουμε έννοιες όπως “πολυτασικότητα” ούτε ασπαζόμαστε προπαγανδισμούς για μια αυθαίρετη πολυμορφία. Η μόνη πολυμορφία που δεχόμαστε είναι αυτή που συνεισφέρει στη διάχυση του μηδενός και στην εξάπλωση της φωτιάς της άρνησης, αναζητώντας σε κάθε περίσταση μια ευκαιρία να εμπλουτίσουμε την εργαλειοθήκη μας, η οποία και είναι προσανατολισμένη σε αυτόν τον σκοπό. Ο Μαύρος Δεκέμβρης λοιπόν, όντας ανοιχτός προς τις κατευθύνσεις που ενδέχοταν να εκδηλωθούν επιθέσεις, ήταν ένα κάλεσμα που μπορούσαμε να το δούμε εργαλειακά χρήσιμο από τη στιγμή που μας παρείχε τη δυνατότητα να το χρωματίσουμε με τις δικές μας επιδιώξεις. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο προχωρήσαμε στη στήριξή του και τώρα κατά συνέπεια σε έναν απολογισμό ως προς τις στοχεύσεις μας και ως προς τις γενικότερες κατακτήσεις και παρακαταθήκες του.

II. Κάποιες οφειλόμενες απαντήσεις.

Πριν όμως προχωρήσουμε στον οποιοδήποτε απολογισμό και την αποσαφήνιση της οπτικής μας, θεωρούμε πως προέχει μια ανασκόπηση στα σημεία του καλέσματος πάνω στα οποία συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής που ασκήθηκε. Ο Μ.Δ. ήταν ένα κάλεσμα το οποίο ειδικά στον εν Ελλάδι χώρο λασπολογήθηκε, αμφισβητήθηκε και λοιδορήθηκε όσο λίγα. Η κριτική που ασκήθηκε ήταν ως επί το πλείστον απότοκο εμπάθειας και προσωπικών απωθημένων, ενώ στον αντίποδα οι ελάχιστες “σοβαρές” θέσεις που επιχειρήθηκε να αποτυπωθούν ήταν αντιπροσωπευτικές της προσπάθειας σύνδεσης του βασικού πυρήνα του χώρου με τις ξεχασμένες σοσιαλιστικές πατρίδες. Έκδηλη είναι ωστόσο και η απαξίωση αφορμαλιστικών δομών όταν δεν έχουν τουλάχιστον μια συνάφεια με ορισμένες οικουμενιστικές στοχεύσεις και δεν συνεισφέρουν στα θεμέλια οικοδόμησης ενός πολιτικού κινήματος. Επομένως, σε αυτές τις σταθερές εντοπίζουμε τους κύριους άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκαν οι γενικότερες θέσεις των προσεγγίσεων όσον αφορά τον Μ.Δ. που εκφράστηκαν επιχειρώντας τώρα να αναδείξουμε την μυωπική και αιθεροβάμονα ανάλυσή τους, η οποία όμως σε κάποια ελάχιστα σημεία πατούσε σε ρεαλιστικές βάσεις.

α) “Ένα κάλεσμα δίχως θεωρητικές βάσεις, πλήρως κενού περιεχομένου.”

Ένα μοτίβο πάνω στο οποίο κινήθηκε μεγάλο ποσοστό των επικριτών του Μ.Δ. χαρακτηρίζοντας το κάλεσμα αυτοσκοπό, στερημένο νοήματος, πρόθεσης και στόχευσης. Οι διάφοροι επιτήδειοι ακαδημαϊκοί της επανάστασης όπως αναμενόταν δε δίστασαν να εκμεταλλευτούν το – σε έναν βαθμό – αυθαίρετο περιεχόμενο του καλέσματος για να βγάλουν την προσωπική χολή τους απέναντι στους συντρόφους και κυρίως απέναντι στη μηδενιστική τάση, στοιχεία της οποίας πρεσβεύει η Σ.Π.Φ. Δεν έχουμε καμία πρόθεση φυσικά να αφιερώσουμε χρόνο στην ενασχόληση με διαδικτυακά ανώνυμα debate και δικαστήρια του πληκτρολογίου, δραστηριότητες στις οποίες εξειδικεύονται οι θιασώτες των “καφενείων του χώρου” όμως αναγνωρίζουμε την επικινδυνότητα που υποβόσκει αν ορισμένοι εντελώς αβάσιμοι ισχυρισμοί όπως ο προηγούμενος μείνουν αναπάντητοι. Ο Μ.Δ. όπως και παραδεχτήκαμε περιελάμβανε όντως ένα καθόλου συγκεκριμένο περιεχόμενο έχοντας τοποθετήσει την αντιεξουσιαστική επίθεση στην εμπροσθοφυλακή του καλέσματος. Αυτή όμως η απόφαση αποτελούσε το νόημα του συγκεκριμένου πολύμορφου πειραματισμού του οποίου το στόχο οι δήθεν διανοούμενοι “παπαγάλοι” δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν και να οικειοποιηθούν. Η εστίαση στην πολύμορφη δράση φανέρωνε την πρόθεση του καλέσματος να φιλοξενήσει οπτικές από διαφορετικές λογικές πορείες και υποκειμενικές αξιολογήσεις, αφήνοντας την ουσία της πρότασης να την καθορίσει η διάθεση της κάθε ατομικότητας ή ομάδας. Ένα πολύ αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της προαναφερθείσας θέσης ήταν το κείμενο στήριξης από εργάτες που δημοσιεύτηκε στην Αργεντινή το οποίο ενώ συμφωνούσε με το βασικό πυρήνα του καλέσματος, δηλαδή την αναγκαιότητα για εντατικοποίηση της δράσης, πρόσθεσε τις δικές του θεωρήσεις και στοχεύσεις οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζονταν με αυτές των δύο εμπνευστών συντρόφων.

Αν λοιπόν αυτοί που διατείνονταν πως το κάλεσμα ήταν κενού περιεχομένου και πως για χάρη του παραμερίζονταν πολύ σοβαρότερες εξελίξεις μπορούσαν απλώς αντί γι’ αυτό να το βουλώσουν και να πράξουν θέτοντας τα δικά τους ζητήματα στο προσκήνιο, όπως για παράδειγμα το προσφυγικό ή αυτό των πέντε φοιτητών, ενώ ταυτόχρονα μέσω του λόγου που θα παρήγαγαν να επιχειρήσουν τη σύνδεση των δράσεών τους με τα κομμάτια της κοινωνίας που θεωρούν πως επιβάλλεται να προσεγγίσουν, τότε ίσως  θα αντιλαμβανόντουσαν πιο ανάγλυφα την φύση του καλέσματος. Είναι φανερό επομένως, πως τα θεμέλια των παραπάνω ισχυρισμών ενεδρεύουν, όχι σε κάποιου είδους πολιτικής ρήξης που θα αποτελούσε πρακτικό κώλυμα, μα σε προσωπικά απωθημένα και στην γνωστή ιδεολογικοποιημένη δειλία και την ανάπαυση σε φιλοσοφικές, καφενειακές αντιπαραθέσεις του χώρου. Ο Μ.Δ σε καμία περίπτωση δεν δύναται να ενεργούσε εις βάρος άλλων γεγονότων, παρά μόνο προωθητικά γι’ αυτά, έχοντας αποσαφηνίσει τις προθέσεις του για πολύμορφη δράση και αν εν τέλει εντός των ελληνικών συνόρων κατέληξε να πλαισιωθεί αποκλειστικά από μερίδες του εξεγερσιακού – μηδενιστικού ρεύματος, αυτό έχει να κάνει με την γενικότερη ανυπαρξία και στροφή στην νομιμότητα και τον εναλλακτικισμό του κλασικού χώρου, με τις δράσεις τους να περιορίζονται όλο και περισσότερο σε γραφικούς ανέμπνευστους αυτοματισμούς. Εν ολίγοις, ο Μ.Δ ήταν ένα πλήρως οριζόντιο κάλεσμα για δράση, το οποίο παρείχε την δυνατότητα στους συμμετέχοντες να κατασκευάσουν οι ίδιοι το νόημά του.

β) Ο θεαματισμός της βίας και της εξέγερσης

Ερχόμαστε στο δεύτερο σημείο της σφοδρής κριτικής που εκτοξεύθηκε εναντίον του καλέσματος. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που κατηγόρησαν το κείμενο πως παρουσίαζε την βία σαν έναν θεαματικό αυτοσκοπό με στόχο τον προσηλυτισμό νεαρών ατόμων, απομακρύνοντας αυτήν από τον εργαλειακό της ρόλο που δεν είναι άλλος παρά (φυσικά) ο σκοπός της κοινωνικής επανάστασης. Δεν δίστασαν να ισχυριστούν πως οι σύντροφοι αποσκοπούσαν επιτηδευμένα σε μια συγκινησιακή διέγερση των προσώπων μέσα από την χρήση, λυρικού – ποιητικού ύφους και την σύνδεση του καλέσματος με τον θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου στις 6/12/2008, ώστε να τα καταστήσουν ζηλωτές της νέας αναρχίας, την οποία ορισμένοι χαρακτήρισαν ιερατείο. Οι ίδιοι που οργανώνονται σε ομοσπονδίες, που ιεροποιούν την κοινωνία, που στηρίζουν μια ουσιοκρατική προσήλωση στο ανθρώπινο υποκείμενο και προπαγανδίζουν ανελλιπώς την ανάγκη για την χάραξη μιας επαναστατικής πορείας με σταθερά και πάγια προτάγματα, δεν ντράπηκαν να κατηγορήσουν άλλα πρόσωπα ως ιερατείο με φιλοδοξίες ανέγερσης τους σε κοινωνικούς βοσκούς. Εμείς δεν οριστήκαμε δικηγόροι των συντρόφων προκειμένου να τους αντιπροσωπεύσουμε καθαγιάζοντας τις προθέσεις τους, ούτε επιθυμούμε να λάβουμε μέρος σε συζητήσεις που ξεπερνάνε κατά πολύ τα όρια της πολιτικής κριτικής, γι’ αυτό και θα εστιάσουμε στο νόημα αυτών των ισχυρισμών και όχι στην πηγή από την οποία πιθανόν να τροφοδοτούνται. Ο οίκος μέσα στον οποίο στεγάζονται οι ισχυρισμοί περί θεαματισμού της βίας, δεν είναι άλλος από την χονδροειδή ταύτιση αιτίας και αποτελέσματος και κατ’ επέκταση αυτού δημιουργείται μια μυωπική και στρεβλή ανάλυση της θεαματικής κοινωνίας. Η παραπάνω ταύτιση, παίρνει ένα αποτέλεσμα, στην συγκεκριμένη περίπτωση τον θεαματισμό της βίας και το μετατρέπει σε αρχικό αίτιο – σκοπό των συντρόφων από τους οποίους προήλθε η πρωτοβουλία για το κάλεσμα σε έναν Μ.Δ, πράγμα που σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζει τους αληθινούς συντελεστές σύνθεσης μια κατάστασης.

Το θέαμα αποτελεί τη διάλεκτο του όχλου, οπότε κάθε προσπάθεια επικοινωνίας μαζί του μεταφράζεται θεαματικά. Η ποιητική γλώσσα συγκεκριμένα, όντας μια γλώσσα η οποία συνδέεται πιο άμεσα με την αισθαντική εμπειρία, επικοινωνώντας το μήνυμα που διαχέεται σε πιο ολοκληρωμένη μορφή λόγω της βιολογικής εξάρτησης του από την εικόνα, που είναι η βασικότερη κινητήριος δύναμη των όχλων ιστορικά αλλά ιδιαιτέρως την σύγχρονη εποχή, είναι αναπόφευκτο το να δημιουργήσει εκστασιασμένα πλήθη, αποχαυνωμένα από το προϊόν που του σερβίρεται. Το πως όμως συλλογίζονται και δραστηριοποιούνται τα πλήθη δεν γίνεται να είναι ένας μόνιμος δερβέναγας πάνω από τα κεφάλια μας που συνεχώς μας καθορίζει, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή που η εμπορευματοποίηση και η κατανάλωση της δράσης είναι μη αποφευκτή. Αν οι σύντροφοι διέπονται από την επιθυμία να μεταδώσουν τις εμπειρίες τους όσο το δυνατόν γλαφυρότερα, αναζητώντας δέκτες όπου το μήνυμα λόγω κοινών βιωμάτων και συγγενικών αντιλήψεων θα τους διαπεράσει ολότελα, κατασκευάζοντας μια ατμόσφαιρα παιχνιδιού, ζωντανής επικοινωνίας η οποία θα γκρεμίζει τείχη και θα μηδενίζει γεωγραφικές αποστάσεις, τότε οι μηχανικές αντιδράσεις των πάσης φύσεως μαζανθρώπων είναι κάτι που οφείλει να τους αφήνει επιεικώς αδιάφορους. Το αν το κάλεσμα παρότρυνε σε έναν θεαματισμό της βίας ας το απαντήσουν οι δεκάδες ομάδες που συνωμότησαν, ρίσκαραν, επιτέθηκαν και διατάραξαν με ποικίλους τρόπους την ομαλότητα των ημερών του Δεκέμβρη. Όσοι μιλάνε για θεαματισμό της βίας ας προσέξουν μήπως κατά την διάρκεια των περιδιαβάσεων τους ανάμεσα στα σημαινόμενα της εποχής απώλεσαν πάσα δυνατότητα συνδιάλεξης με την ζωή, υποκύπτοντας στο πιεστικό φλερτάρισμα του θανάτου κάτω από το πέπλο φτιασιδωμένων εννοιών. Γιατί κάποιος ο οποίος επικεντρώνει τόσο επίμονα σε μία ταύτιση αιτίας και αποτελέσματος, η οποία πρέπει όχι μόνο να επαληθευτεί αλλά και αυτή η επαλήθευση να προέρχεται από δανεικά μέσα, κινδυνεύει να χάσει από τον ορίζοντα του το νόημα και των δύο. Ο Μ.Δ σε καμία περίπτωση λοιπόν, δεν ήταν αποκλειστικά θεαματικός (αποσπασματικά ήταν, καθώς το θέαμα είναι η κυριαρχία της αποσπασματικότητας, ταυτόχρονα με τον κατακερματισμό του πλέον διαιρεμένου νοήματος που πλέον δεν εντοπίζεται πουθενά) και επιχειρήματα τύπου: »από την στιγμή που μια ενέργεια δεν συμβάλλει και δεν έχει ως στόχο την κοινωνική επανάσταση είναι είτε ρεφορμιστική είτε θεαματική» δεν χρίζουν καν απάντησης. Αν ορισμένοι πέρα από την κοινωνική επανάσταση δεν διακρίνουν παρά το θέαμα και την άβυσσο της παράνοιας, ας στρέψουν την προσοχή τους στο περιβάλλον που συνοδεύει αυτήν την ατμόσφαιρα και έπειτα ας απαντήσουν αν η τρέλα και η σωφροσύνη είναι δίκαια μοιρασμένη σε αυτήν την έρημο της φαντασίας. Εμείς, περισσότερο περίτρανη απόδειξη για την παντοδυναμία του θεάματος από την υποβάθμιση εννοιών, όπως αυτοπραγμάτωση, βούληση για δύναμη ή διαρκή εξέγερση, σε απλές αναπαραστάσεις, από στόματα δήθεν πολέμιων του υπάρχοντος, δεν εντοπίζουμε.

γ) Το πατρονάρισμα από τους μέσα.

Σε αυτόν τον αβάσιμο ισχυρισμό, που ξεκάθαρα οι ρίζες του εντοπίζονται στην ασυγκράτητη μανία ορισμένων να εχθρεύονται κάθε νέα προοπτική και εγχείρημα που αναδύεται απειλώντας την κανονικότητα της μικροπολιτικής τους φούσκας, δεν έχουμε να δώσουμε και ούτε πιστεύουμε πως αξίζει να δώσουμε κάποια μακρόσυρτη απάντηση, πέρα από την αποτύπωση συγκεκριμένων βασικών θέσεων οι οποίες έως τώρα θα έπρεπε η αποδοχή τους να είναι δεδομένη. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε που ακριβώς ενδιαιτάται η πεποίθηση ότι ένα κάλεσμα το οποίο προέρχεται από φυλακισμένους συντρόφους πρέπει ντε και καλά να αποβλέπει στην καθοδήγηση, στο πατρονάρισμα, στο καπέλωμα και να αναβλύζει από πηγές αρχομανίας. Το απλό και επιθυμητό γεγονός της λήψης μια πρωτοβουλίας από συντρόφους, όποια κι αν είναι η κατάσταση που υφίστανται, αντιμετωπίζεται ως επί το πλείστον καχύποπτα, εχθρικά, δεισιδαιμονικά και σε μεγάλη κλίμακα εκλαμβάνεται σαν μια προσπάθεια ανέλιξης αυτών σε στρατηγούς και των υπολοίπων σε εντολοδόχους. Με λίγα λόγια, για μια ακόμη φορά στεκόμαστε αντίκρυ σε μία τυφλή ταύτιση αιτίας και αποτελέσματος, όμως δεν θα περιοριστούμε αυτήν την φορά σε μια απλή διαπίστωση. Οι σύντροφοι φαντάζουν εξουσιομανείς μπροστά στους δύσκαμπτους επικριτές τους, οι οποίοι εκτοξεύουν την λάσπη τους γονατισμένοι μπρος στα σοσιαλιστικά τοτέμ τους, προπαγανδίζοντας ταυτοχρόνως μηχανικά την έλευση της εξωραϊσμένης δυστοπίας τους, πλαισιωμένη βεβαίως από ορδές ακρωτηριασμένων, συναινετικών ανθρωπάριων που έχουν καταστεί ανίκανοι για την όποια πρωτοβουλία η δημιουργία. Αυτή είναι λοιπόν η πολιτικά ορθή θέση της επίσημης αναρχίας; Κάθε ατομικό πάθος και κάθε εγωιστικό κίνητρο να καταμερίζεται ως εχθρός αυτής της τυραννικής και κίβδηλης οριζοντιότητας που πολεμά να κυριαρχήσει; Στο διάβολο αυτή η φασιστική οριζοντιοποίηση σας. Η εξέλιξη του καλέσματος όπως τελικά αποδείχτηκε ήταν το πιο ταιριαστό ανάθεμα εναντίον της. Η αναρχία δεν έχει ανάγκη της αδύναμες και νοσηρές ξύλινες κοινοτυπίες σας. Προωθεί την αρμονία μέσα από το εγωιστικό βολονταριστικό χάος που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη και εξορκίζει κάθε σεπτό φαντασιακό οικοδόμημα όσο ισχυρό και αναγκαίο κι αν παρουσιάζεται. Για να τελειώνουμε λοιπόν μια και καλή με τους ισχυρισμούς των αντιπρόσωπων του αυτονομημένου κοπαδιού. Δεν μας απασχολεί αν στα μάτια σας οι ατομικές πρωτοβουλίες και οι άτυποι συντονισμοί όπως ο Μ.Δ φαντάζουν ιεραρχικά η οριζόντια σχήματα, φτάνει που είναι ζωντανά σε αντίθεση με τα κινηματικά μορφώματα σας.

III) Απολογισμός, κριτική και παρακαταθήκες.

Έχοντας προχωρήσει σε μία στοιχειώδη απάντηση απέναντι σε θέσεις αντιτιθέμενες στον Μ.Δ, ήρθε η ώρα να παρουσιάσουμε τον δικό μας απολογισμό. Ο απολογισμός αυτός ως συνέπεια της αποσπασματικής και μετεστραμένης συμβολής μας στο κάλεσμα, θα ασκηθεί σε δύο πεδία συγχρόνως. Θα κρίνουμε το κάλεσμα απέναντι στις δικές τους αφετηριακές επιδιώξεις, όπως δηλαδή εκφράστηκε από τους συντρόφους Ν.Ρ. και Π.Α. ενώ ταυτόχρονα θα το αντιπαραβάλουμε στις δικές μας στοχεύσεις αποτυπώνοντας τις κεκτημένες εμπειρίες αναλόγως τον βαθμό ικανοποίησης των επιθυμιών μας. Η πολυδιάστατη αυτή κριτική αποτελεί για μας απαραίτητη συνθήκη για την αποφυγή περιθωριοποίησης των προσώπων μας σε απλά σημαινόμενα μιας εξωγενούς-εξουσιαστικής διαλεκτικής διαδικασίας. Κάθε αφορμαλιστική διαδικασία, αν θέλει να θεμελιώνεται πάνω σε πραγματικά πρόσωπα και όχι σε φαντάσματα και ψευδοσύνολα, οφείλει να μην αποσπάται ποτέ από το άτομο και να καταργεί τις κοινωνικές, δυαδικές αντιθέσεις όπως αυτήν της ιεραρχίας και την οριζοντιότητας. Πρακτικά αυτό μεταφράζεται με έναν πολύ λιτό τρόπο. Ο Μ.Δ. κρίνεται συνειδητά ως εργαλείο και όχι ως ένα υποκείμενο. Κρίνεται ως προς τα πρόσωπα τα οποία τον συνέλαβαν για πολιτικούς λόγους και στην συνέχεια ως προς το κάθε πρόσωπο που τον ασπάστηκε  στις μετεστραμένες εκδοχές του. Τα πρόσωπα όμως πάντα παραμένουν οι κριτές και οι απολογητές και όχι οι εκπρόσωποι διενέξεων ανάμεσα σε κατασκευές δίχως σάρκα και βούληση. Μια τέτοια κατασκευή είναι ο Μ.Δ. Μια τέτοια κατασκευή είναι και η σύμπραξη αναρχικών Memento Mori δίχως όμως αυτό να συνεπάγεται με την αντιστροφή των εργαλειακών συσχετισμών.

Εκφράσαμε εξαρχής την πρόθεσή μας να στηρίξουμε το κάλεσμα, διότι κυοφορούσε το ενδεχόμενο δημιουργίας συνθηκών για την έκφραση καταστρεπτικών διαθέσεων, οδηγώντας έτσι στην αυτοπραγμάτωση και την μετεξέλιξη, μέσα από το βίωμα της σύγκρουσης σε πρώτο πρόσωπο και χρόνο ενεστώτα. Διότι ουδεμίας επιθυμίας η αυθεντικότητα δεν δύναται να υπολογιστεί, να επαληθευτεί και να εξελιχθεί αν δεν συνδυαστεί με την πραγμάτωσή της στον υλικό κόσμο και όχι στην φούσκα της φαντασίας, η οποία γεννά εικόνες και όχι αιχμηρές σχέσεις και εύφλεκτους πειραματισμούς. Η κοινωνία πλαισιωμένη από τις σκιές που την συνθέτουν, έχει κατευθύνει σε τέτοιο βαθμό τις ορέξεις μας, τις επιθυμίες μας, τα πιστεύω μας και την βούληση μας, που μόνο η δοκιμασία τους στην πράξη συνοδευόμενη με μία καθάρια, κυνική ματιά, εμπεριέχει την πιθανότητα ανεύρεσης της λυδίας λίθου όπου θα μας επιτρέψει να γνωρίσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας σαν αναπόσπαστο κομμάτι του, γκρεμίζοντας τα τείχη των κάθε λογής διαχωρισμών. Ο Μ.Δ, όπως και κάθε εγχείρημα το οποίο παροτρύνει τα πρόσωπα να αρνηθούν να παραμείνουν θεατές στην ίδια τους την ζωή, δεν μπορεί παρά να δρα προωθητικά προς την υπόθεση της εξέγερσης του εγώ, ενάντια στις αλυσίδες της αλλοτρίωσης και του ετεροκαθορισμού. Ζωή σημαίνει λερώνω τα χέρια μου όπως έχει επανειλημμένα ειπωθεί και ο καθένας που απεκδύεται να αυτοπραγματωθεί με όποιον τρόπο διαθέσιμο ενάντια στον ορθολογικά μακιγιαρισμένο μονόδρομο που του έχει παρουσιαστεί σαν καθολική αλήθεια πίσω από την βιτρίνα του ρεαλισμού, είναι καταδικασμένος σε μια ζωή, χειρότερη από τον ίδιο τον θάνατο, πνιγμένος μέσα στις συλλογικές πλάνες και τις προσωπικές του αντιφάσεις. Ο Μ.Δ έδειξε ότι υπάρχει το δυναμικό ώστε να μπορούμε όχι μόνο να οραματιζόμαστε αλλά να προσδοκούμε σε ένα ταραχώδες μέλλον, με την αναρχία και την φωτιά της άρνησης να μην αποτελούν απλώς λέξεις σε συζητήσεις καφενείων και διαδικτυακών σελίδων. Η αφορμαλιστική, αναρχική οργάνωση, ο συντονισμός της δράσης, η επίθεση στις εκφάνσεις του κοινωνικού μορφώματος και η συνολική ρήξη με το υπάρχον μέσα από την μηδενιστική άρνηση, αρχίζουν σιγά σιγά να χαράζουν την δική τους ιστορία στην σφαίρα των γεγονότων και να δίνουν πνοή σε νέες προοπτικές και επιθυμίες. Ακόμα κιαν η ένταση των επιθέσεων σε σχέση με την ποσότητα, ήταν περιορισμένη, αυτό που διαφαίνεται είναι πως τα μικρόβια πλανόνται ήδη στον αέρα και με κάθε βίωμα επίθεσης και έμπρακτης άρνησης, όπου θα σπάει την ομαλή ροή των κοινωνικών καταμερισμών καθηκόντων, σχέσεις θα σφηριλατούνται, επιθέσεις θα εντίνονται, αδυναμίες θα αποκαλύπτονται και δυνατότητες θα γεννιούνται. Είναι λοιπόν υψίστης σημασίας, να εντοπίσουμε και να εκμεταλευθούμε τις παρακαταθήκες του πειραματισμού αυτού ώστε να αποφύγουμε να περιοριστούμε σε μία κυκλική αυτοπραγμάτωση όπου τα στοιχεία της κίνησης και της εξέλιξης θα εκλείπουν. Η θέληση μας για δύναμη και για ζωή είναι αλληλένδετη με την περιφρώνηση για κάθε τι νεκρό και παρηκμασμένο, οθώντας μας σε μια κατ’ εξακολούθηση υπέρβαση του παρόντος. Ως εκ τούτου διατηρούμε στην μνύμη μας τις νίκες μας, όπως τον επιτυχή συντονισμό επιθέσεων, την σφυρηλάτηση σχέσεων, την διεθνοποίηση της επικοινωνίας και της δράσης, την διατάραξη των καθημερινών μας συνηθειών, το άνοιγμα συζητήσεων όσον αφορά το ζήτημα της οργάνωσης, τα βιώματα από στιγμές σύγκρουσης και πολέμου, την αυτοπραγμάτωση, μα και τα λάθη, τις αστοχίες, τις απογοητεύσεις και τις αποτυχίες μας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο η ζωή κυλάει. Αποδεχόμενη το παρελθόν, αναδιαμορφώνοντας τους όρους του παρόντος και δημιουργώντας το μέλλον.

Στα πλαίσια του προαναφερθέντος ξεπεράσματος, επιλέγουμε να σταθούμε σε δύο παθογένειες που συνεχώς αναδύονται, καθώς στέκονται πάντα εμπόδιο στην εντατικοποίηση των επιθέσεων, στομώνοντας την άρνηση και εμποδίζοντας την ποιοτική ανάπτυξη της αναρχικής συνείδησης. Όπως διατυπώθηκε και στην αρχή του κειμένου, ο ετεροκαθορισμός από την επαναστατική στειρότητα της εποχής, αποτελεί παθογένεια με μόνιμη και έντονη παρουσία στους κύκλους μας, στην οποία ελλοχεύουν συνέπειες με αρκετά έκδηλο χαρακτήρα ακόμα και στις καθημερινές δραστηριότητες. Και τι εννοούμε με αυτό; Ότι γύρω από τις στάχτες που αφήνει πίσω της η καταστολή, εμείς προσπαθούμε να διασώσουμε ό,τι μπορούμε και με όποιον τρόπο γίνεται, υποβασταζόμενοι από το θεώρημα του μικρότερου κακού. Τα κατά φαντασίαν, πολύμορφα κινήματα είναι απότοκο της παραπάνω σχέσης τρόμου μπροστά στην καταστολή και το ενδεχόμενο της ισοπέδωσης όλων των αντιστάσεων απο την κυριαρχία. Κατά φαντασίαν γιατί τα επονομαζόμενα πολύμορφα κινήματα δεν είναι παρά οι ίδιες συμφωνίες ανθρώπων με μόνη διαφορά τον διευρυμένο και φιλόξενο χαρακτήρα τους με τον κίνδυνο να καταλήξουν κάτι αφηρημένο και συμβατικό δίχως να διατηρούν το σφρίγος και το ρηξικέλευθο πνεύμα των μοναδικών δημιουργών. Απαμβλύνοντας τόσο αυθαίρετα το θεωρητικό τους υπόβαρθρο βέβαια, είναι πάντα αναπόφευκτη η κατάρρευση τους υπό το βάρος των αντιφάσεων που εγκολπώνουν. Ο όρος της πολυμορφίας είναι δυνατό να εφαρμοστεί μόνο σε μεμονωμένες περιστάσεις, όπου οι τάσεις συσπειρώνονται με σκοπό να πλήξουν έναν κοινό στόχο με έναν πολύ ελαστικό συνδετικό κρίκο, όπως στην περίπτωση του Μ.Δ., ο οποίος όρισε ως στόχο όλο το φάσμα της κυριαρχίας και έθεσε ως συνδετικό κρίκο την επιθυμία για επίθεση. Η θεμελίωση δήθεν πολύμορφων κινηματικών δομών ή πολιτικών χώρων, είναι ένα ακόμα φάντασμα κοινωνικής συγκρότησης που έρχεται να προστεθεί σε αυτόν τον μακρύ κατάλογο στρεβλώσεων και παραμορφώσεων, με αποτέλεσμα την συγκατάθεση, την αιτιολογημένη υποχώρηση με όρους νίκης και την ηθελημένη πλάνη. Το όλοι μαζί γενικώς και αορίστως δεν υπήρξε και ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ »σύντροφοι». Όπως τα γεγονότα αποδεικνύουν μάλιστα, ακόμα και αυτές οι μεμονωμένες περιστάσεις εγκυμονούν κινδύνους που έχουν ως προέλευση πολλές φορές την προαναφερθείσα, μη θεωρητική θωράκιση ενός καλέσματος ή ενός εγχειρήματος από την παρείσφρυση κάθε λογής παράσιτων, θεαματισμών και αναπαραστάσεων. Παρόλο που εμείς σε όλη την διάρκεια του κειμένου, επιχειρήσαμε να υπερασπιστούμε το κάλεσμα από ανακρίβειες και στρεβλώσεις, δεν εθελοτυφλούμε διατεινόμενοι πως σε αυτές δεν συνέβαλε το συγκεχυμένο και διευρυμένο περιεχόμενο του ίδιου του καλέσματος. Και πως θα μπορούσε να γίνει άλλωστε αφού η δόμηση ενός τέτοιου πειραματισμού απαιτεί τον αφοπλισμό των ιδιωμάτων των προσώπων και την μορφοποίηση τους, ώστε να αποφευχθεί η όποια εσωτερική πρόσκρουση. Σκοπό μας βέβαια δεν αποτελεί η εξάλειψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του καθενός. Κάθε άλλο. Η ίδια μας η σύμπραξη θέτει ως κεντρικό πυρήνα τα πρόσωπα και τις επιθυμίες τους. Αυτό απέχει έτη φωτός όμως από την τακτική του »όλοι οι καλοί χωράνε», που επιβάλλει συμβάσεις γύρω από τις απαραβίαστες συνθήκες της ενότητας και του αλληλοσεβασμού, αναγόμενες σε ιερά. Η αρμονία στις ανθρώπινες σχέσεις θεμελιώνεται πάνω σε ελεύθερες συμφωνίες, συνασπισμένες στα εγωιστικά ένστικτα του καθενός. Όταν το ρευστό εγώ βρίσκει το περιβάλλον να ασκήσει την τάση του και τις ροπές του, να τις βιώσει στην πράξη και να εξελιχθεί. Δεν είμαστε φιλελεύθεροι. Είμαστε αναρχικοί, εγωιστές και πολεμάμε για την κυριαρχία του συμφέροντός μας, μαζί με πρόσωπα που αναγνωρίζουμε ως αδέρφια, όχι στην βάση ενός ιδεολογικού σκοπού ή στόχου, μα σε αυτήν της αυθεντικής αναβλύζουσας συγγένειας, όσον αφορά την περιστροφή της εξεγερμένης επιθυμίας, γύρω από την δύναμη και την ζωή. Απορρίπτουμε την πολυτασικότητα και την άκριτη, αφοπλισμένη πολυμορφία, ακριβώς γιατί αγκαλιάζουμε την υποκειμενικότητα και την ιδιομορφία στις πιο αγνές τους εκφράσεις. Και η υποκειμενικότητα δεν συνιστά χωράφι για την καλλιέργεια της ισονομίας, του δίκαιου και της αμοιβαιότητας, μα αντιθέτως μια άγονη πεδιάδα που κυριαρχεί η καταστροφή, η βία, η αδικία και ο νόμος των μοναδικού καθώς από την περίοπτη θέση στην οποία στέκει, αντιμετωπίζει τον ψυχρό άνεμο του κενού και του παραλόγου. Όπως πολύ ανάγλυφα έχει αποτυπωθεί ο εαυτός είναι ένα κράτος και αυτός από μία οπτική και μάλιστα το μόνο αληθινό. Ένα κράτος όπου ακμάζει, παρακμάζει, αποσυντίθεται και αναγεννιέται από τις στάχτες του.

Επειδή όμως αυτό που είμαστε δεν αποτυπώνεται ποτέ περιγραφικά στην έρημο της πραγματικότητας, καταδυναστευμένο από ισχυρότερες αντίρροπες δυνάμεις που εμποδίζουν την εφαρμογή του, ο δικός μας συνεχής, παράδοξος πόλεμος, είναι το ξεδίπλωμα αυτής της σχέσης. Μια πολεμική πράξη ήταν και ο Μ.Δ για μας. Γιατί πέρα από τους φιλήσυχους και τους συγκαταβατικούς, αναπνέουν αυτοί που δεν αποδέχονται το δίκιο του παραιτημένου όχλου. Αυτοί που δεν αναμένουν πιστοποιητικά εγκυρότητας από τους ειδήμονες κάθε λογής. Αυτοί που αναζητούν διακαώς ρωγμές να μαυρίσουν του δείκτες του κυκλικού χρόνου, τερματίζοντας βίαια την φτιασιδωμένη κυριαρχία της απάθειας. Αυτές οι επιθυμίες όμως δεν μπορούν να επιβληθούν κατακτώντας ζωτικό χώρο σε αυτοαναφορικούς συλλογισμούς ή σε καφενειακές αντιπαραθέσεις. Πρέπει να σφυρηλατηθούν και να αποτελέσουν έμπρακτα όπλα πρώτης γραμμής στην μάχη για την επανοικειοποίηση της ζωής. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, οφείλουμε να προχωρήσουμε πέρα από λυρικούς στοχασμούς και ποιητικούς βερμπαλισμούς αναχαιτίζοντας ταυτόχρονα κάθε προσπάθεια θεαματικοποίησης της δράσης μας. Πράττοντας αυτό θα αντιληφθούμε την έμπρακτη δυσκολία με την οποία συνεπάγεται η τήρηση των προσωπικών μας στοιχημάτων όταν βάλλονται σε αυτήν την κατεύθυνση και εγχειρήματα όπως ο Μ.Δ συνεισφέρουν στην προβολή τους, όταν βεβαίως αντιμετωπίζονται κυνικά, δίχως να παρεμβάλλονται παραμορφωτικοί καθρέφτες. Ο δρόμος τους αρνητή σε καμία περίπτωση δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η κατασκευή δομών οι οποίες θα στοχοποιούν και θα στηρίζουν επιθέσεις ενάντια σε κάθε έκφανση του υπάρχοντος απαιτεί συνέπεια, συνειδητότητα, σοβαρότητα, θάρρος, αντοχές, οργάνωση και άφθονο ιδρώτα. Αν η μηδενιστική αναρχία σκοπεύει να γίνει πραγματικά επικίνδυνη για την δημόσια ευταξία και την κοινωνική ομαλότητα (όχι στην βάση ενός καθήκοντος μα ενσαρκώνοντας τις επιθυμίες των προσώπων και της ορμέμφυτης παρόρμησης τους για καταστροφή του κοινωνικού οικοδομήματος) παύοντας να βαυκαλίζεται χρησιμοποιώντας ιδεολογικά παραισθησιογόνα χάπια στην κατά τ’ άλλα συμβατική, ομαλή και ρουτινιασμένη καθημερινότητα της, οφείλει να κατανοήσει την παραπάνω αναγκαιότητα για την οικοδόμηση δημόσιων και όχι μόνο, σταθερών δομών. Γιατί, σύντροφοι, δίχως χώρους ζύμωσης, γνωριμίας και διάχυσης της θεωρίας, δίχως ομάδες που θα παράγουν λόγο οξύνοντας την άρνηση, δίχως κινήσεις στήριξης φυλακισμένων συντρόφων, δίχως παράνομα η δημόσια δίκτυα δημιουργίας, προώθησης και διεκπεραίωσης δράσεων, δίχως δομές που πέρα από τα πολύμορφα εγχειρήματα θα αποτελέσουν επιστέγασμα της μηδενιστικής αναρχίας αποδεσμεύοντας αυτήν από εκπτώσεις και απάμβλυνσης, δίχως πρόσωπα διεπόμενα από μία συνειδητότητα όσον αφορά συνέπειες και επιλογές, δίχως πειραματισμούς, φαντασία και πραγματικά ισχυρή θέληση για πόλεμο ενάντια σε κάθε αλλοτρίωση και εκφυλισμό, ας βολευτούμε καλύτερα σε ένα ακόμη μόρφωμα lifestyle για την διαχείριση πελατειακών σχέσεων. Αυτές οι δομές με μία ματιά στις προθέσεις που απαιτούνται, για να πάρουν υλική υπόσταση, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως δεν θα πραγματοποιηθούν από τον καθέναν τυχάρπαστο, εκπρόσωπο των περιττών των οποίων η ύπαρξη και η γνώμη δεν μας απασχολεί. Δεν θα πραγματοποιηθούν από φοιτητές που αντιλαμβάνονται την αναρχία ως μία δραστηριότητα του »ελεύθερου χρόνου». Δεν θα πραγματοποιηθούν από αυτούς που αρκούνται σε μία επίδειξη θεωρητικής κατάρτισης, βαφτίζοντας τον μηδενισμό και την φωτιά της άρνησης, φιλοσοφικό ρεύμα. Δεν θα πραγματοποιηθούν από τους απογοητευμένους κοινωνιστές που δεν έχουν συνέλθει από την προσγείωση που τους επιφύλασσε η μαζική απόρριψη. Δεν θα πραγματοποιηθούν από »εξεγερμένους νεολαίους»  που το πεδίο της μάχης τερματίζει γι’ αυτούς στην συμβολή Πατησίων – Στουρνάρη. Δεν θα πραγματοποιηθούν από άτομα που αναζητούν ένα ακόμα θεαματικό ιδεολόγημα το οποίο θα τους προσφέρει την ψευδαίσθηση της αξίας και του νοήματος μέσα από την προσήλωση σε θολές, ασύνδετες, επαναλαμβανόμενες αναπαραστάσεις, άξια μνημεία μιας πανταχού παρούσας αναυθεντικότητας. Δεν θα πραγματοποιηθούν από τους παθητικούς, τους νωχελικούς, τους παραιτημένους, τους αιώνιους φυγάδες, τους σκαπανείς της ασχήμιας και της αδυναμίας. Δεν θα πραγματοποιηθούν από τους λόγιους, τους διανοούμενους και τους ακαδημαϊκούς οπού η μίζερη παρουσία τους συμβάλλει μόνο στην οικοδόμηση μαυσωλείων και μνημείων τυφλής πίστης. Οι αριθμοί για μας ποτέ δεν είναι το διακύβευμα όμως. Πιστεύουμε πως υπάρχουν άνθρωποι που αισθάνονται αυτήν την πέρα για πέρα αληθινή, εκκωφαντική έκρηξη μέσα τους και τους καλούμε να διεκδικήσουν να της δώσουν τον χώρο που της αναλογεί για να εκφραστεί. Κανένα ανώτερο καθήκον δεν συνθέτει αυτό το νέο τοπίο που φωτίζεται μπροστά μας, πέρα από το εγωιστικό καθήκον που επιτάσσει η προσωπική βούληση. Πάνω σε αυτό οφείλουν να δομηθούν οι νέες σχέσεις αποκομμένες από πάσα κοινωνική φενάκη. Ο Μ.Δ παρά το αφαιρετικό του περιεχόμενο και την μερικότητα που συμπεριλαμβάνουν οι ποικίλες μεταστροφές του, αποδεικνύει περίτρανα πως αν δεν ανανήψουμε από τον προσωπικό μας λήθαργο, σηκώνοντας το μαχαίρι της άρνησης, την πένα της κριτικής και το σφυρί της αποδέσμευσης, σχεδιάζοντας, συνωμοτώντας και δημιουργώντας τις προοπτικές για την ολική ρήξη με το υπάρχον, θα είμαστε πάντα το εύκολο θύμα στα σαγόνια της καταστολής.

IV) Μια σύντομη, εισαγωγική αναφορά στο ζήτημα της οργάνωσης.

Εγωιστική ένωση, όχι απλά αφορμαλιστικός συντονισμός.

Συνοψίζοντας, πριν κλείσουμε οριστικά αυτόν τον ενδελεχή απολογισμό, θεωρούμε επίκαιρη μια ελάχιστη αναφορά στο ζήτημα της οργάνωσης, των λειτουργιών που αντιπροσωπεύουν και την υποκειμενική μας έποψη, εκμεταλλευόμενοι τις αντιθέσεις που αναδύθηκαν με αφορμή τον Μ.Δ. Όλες οι αφετηριακές, βουλησιαρχικές επιταγές και οι συνειδητές ή ασυνείδητες ροπές του ατόμου, ομοίως με κάθε συνεκτική, αυθεντική διαδικασία, διατυπώνονται σαφέστερα στον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά με τα πρόσωπα που έχει επιλέξει να διατηρήσει στο στενό του περιβάλλον, τιμώντας τους ισχυρούς μα συνάμα αόρατους δεσμούς που τους συνδέουν. Το ζήτημα της οργάνωσης δεν περιορίζεται σε ένα απλό σημαινόμενο στον διαλεκτικό πίνακα μιας ιδεολογίας, μα αποτελεί ζωντανό κομμάτι του εαυτού μας, το οποίο σε μεγάλο βαθμό επηρεάζει τις σκέψεις μας, τις αποφάσεις μας, την ψυχοσύνθεση μας, την θέλησή μας και στην τελική την όλη μας διάθεση αποτυπώνοντας ταυτόχρονα την συνέπεια μας μα και την αυθεντικότητα των ισχυρισμών μας. Ως εκ τούτου, είναι εξίσου μια συμπύκνωση της σύνθεσης επιθυμίας και πραγμάτωσής της. Ένα μέσο το οποίο αν απομακρυνθεί από ιδεολογικές μεταφράσεις, δύναται να στραφεί ενάντια στον ίδιο του τον καθορισμένο ρόλο ως άγημα και να μετατραπεί σε άξιο επιστέγασμα για την εδραίωση και το ξεδίπλωμα της εξεγερμένης επιθυμίας. Όταν η ομάδα ή η σύμπραξη θεμελιώνεται πάνω στους όρους μια ελεύθερης, εγωιστικής συμφωνίας, τότε ο μερικός ρόλος της οργάνωσης που την καθιστά ένα αναγκαίο κακό προς την επίτευξη της αυτοπραγμάτωσης μέσα από στιγμές χάους και άρνησης, καταργείται μετατρέποντας την ίδια σε μία ζωντανή και αυθεντική πραγματικότητα που ακυρώνει την εξουσία της σύμβασης και της αναγκαιότητας στο εδώ και τώρα. Ο τρόπος οργάνωσης και αλληλεπίδρασης των προσώπων ως συνέπεια αυτού οφείλει να προσπαθεί να είναι όσο πιο περιεκτικός γίνεται, στοχεύοντας κάθε δευτερόλεπτο του νεκρού επαναλαμβανόμενου χρόνου.

Μια τυφλή προσκόλληση στο θολό ιδεολόγημα της πολυμορφίας και ενός ακαθόριστου αφορμαλισμού σε καμία των περιπτώσεων δεν συμπλέει με τις επιδιώξεις μας και δεν μας καλύπτει. Όταν διατρανώνουμε τον πλήρη διαχωρισμό από τον αναρχισμό και την αυγή της εγωιστικής αναρχίας δεν αποσκοπούμε σε μια δήθεν μετεξέλιξη του κινήματος ασπαζόμενοι το κομμάτι της αντίθεσης στην διαλεκτική του πορεία. Όχι. Σπάμε κάθε δεσμό με τα φαντάσματα που αποτελούν την ουσία αυτού του διαφωτιστικού, ορθολογικού μορφώματος και εγκαινιάζουμε ένα ταξίδι στης πατρίδες των αισθήσεων, της ομορφιάς και τη ωμής δύναμης. Διεκδικούμε για το είναι μας την επανάκτηση του ζωτικού του χώρου με την παρόρμηση να του δώσουμε χώρο να ανασάνει. Η ανάνηψη αυτή όμως δεν συνοδεύεται από μία άκριτη αποδοχή του καθενός τις απόψεις, τις επιλογές και το τέλμα της κριτικής σκέψης. Ο εγωισμός δεν συσχετίζεται με την απαξίωση των προαναφερθέντων αρχέγονων αξιών που διεγείρουν τις αισθήσεις και κινούν την περιχαρακωμένη μας ζωή μα τις εξυμνεί και αποδέχεται την αθωότητα της πλάνης τους. Δεν αναζητούμε την αποδέσμευση του εαυτού μας για να τον εγκλωβίσουμε σε νέες αλλότριες υποθέσεις. Δεν παρουσιαζόμαστε ως υπερασπιστές των αδυνάτων και σωτήρες των αναξιοπαθούντων, μα σηματοδοτούμε την αρχή του τέλους τους. Το κενού περιεχομένου πρόταγμα μιας πολυμορφίας δομημένης πάνω στην σύνθεση των τάσεων λιμνάζει ακατάπαυστα στα βαλτόνερα μια μεταφυσικής αντίληψης οπού η σηψαιμική της φύση καταλήγει σε μια νοσηρή, ηθικιστική προσήλωση σε έναν άκρατο σχετικισμό ο οποίο απαξιώνει ακόμα και τις ζωώδεις ενστικτώδεις αρχές του εγωισμού και της ισχύος. Γνωρίζουμε βέβαια πως αυτή η εξαχρείωση του πνεύματος δεν είναι παρά αναπόφευκτη κατάληξη μιας αντιθετικής δυαδικής αντιπαράθεσης στον απόλυτο ορθολογισμό της εποχής. Ένα αντίπαλο δέος ολότελα ευεπίφορο, το οποίο παρασέρνει τους ζηλωτές του στην παραίτηση, την αδράνεια, τον ασκητισμό, την παρακμή, τον βερθερισμό και σε τελικό στάδιο, έναν μακάβριο χορό με τον θάνατο, αποδεχόμενοι πλέον την μακαριότητα και την ασημαντότητα των πάντων, αποκομμένοι από τις δυνάμεις της καταστροφής και της δημιουργίας, μαέστρων στην μελωδική σύνθεση της πορείας των ανθρώπινων παθών.

Η μηδενιστική αναρχία, οφείλει να υψώσει το σφυρί της κριτικής και να γκρεμίσει όλα τα τείχη που στέκονται εμπόδιο ανάμεσα στα πρόσωπα και στον χαοτικό χορό με την φωτιά της ύπαρξης. Δίχως εκπτώσεις και φειδωλές ικανοποιήσεις. Δίχως αφηρημένες συσπειρώσεις, ανίσχυρες μαζοποιήσεις και στομωμένες σχέσεις. Απομακρυσμένη από φτιασιδωμένες συμβάσεις και παρεκβατικές θεωρήσεις, εγκόλπια της ιδεολογίας της ήττας και σύμβολα παρακμής. Να τεθούν τα θεμέλια για μια νέα θεώρηση της ζωής, στην οποία κάθε διαχωρισμός θα εξαλείφεται και κάθε μερικότητα θα κατακεραυνώνεται. Όλες οι ηθικές αλυσίδες με τις κοινωνικές επιταγές που συνεπάγονται να πυρπολούνται ανελέητα από το αμείωτο σφρίγος του εξεγερμένου προσώπου. Κάθε θεαματική αποσπασματικότητα να θρυμματίζεται βίαια από την σαρκαστική διαύγεια του μηδενιστή καταστροφέα. Σίγουρα αυτά τα νέα αντιπολιτικά προτάγματα δεν φαντάζουν καθόλου προσφιλή στις περιορισμένες αντιλήψεις των κοινωνικών κοπαδιών. Είναι όμως θηράματα που οφείλουμε να αναζητήσουμε με πάθος και πραγματική προσήλωση αν επιθυμούμε να εντρυφήσουμε την ζωή φιλοξενώντας σε αυτήν άξιους συνδαιτυμόνες. Η αναρχική, μηδενιστική επίθεση στην κοινωνία και κάθε φάντασμα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κάποια μορφή πολυμορφίας όσον αφορά όμως τα μέσα, τις ιδιοσυγκρασίες και όχι το νόημα και τον στόχο, o οποίος παραμένει η αυτοπραγμάτωση που απεικονίζεται στον συνολικό πόλεμο του προσώπου με το υπάρχον και κάθε αλλότρια υπόθεση . Σε καμία των περιπτώσεων λοιπόν, δεν αποτελεί ένα φιλόξενο χωράφι για την υποδοχή σκέψεων και αντιλήψεων, όσο αντιθετικά κι αν εφάπτονται. Υπάρχουν σίγουρα αγώνες οι οποίοι παραμένουν κοινοί ως προς το αντικείμενο δίχως όμως αυτό να αποτελεί το απαύγασμα δικών μας τεθειμένων στοιχημάτων, ούτε βέβαια εξαλείφει την ανάγκη για μία μηδενιστικού χαρακτήρα εμβάθυνση στο ζήτημα της οργάνωσης και την μεταφορά τους στην πραγματικότητα. Μια περαιτέρω αναφορά όσον αφορά την οργάνωση πολύμορφων εγχειρημάτων θεωρούμε πως είναι περιττή και δεν άπτεται των επιθυμιών μας. Η ίδια η φύση τέτοιων πειραματισμών, όπως πολλάκις ισχυριστήκαμε είναι εξαιρετικά περιορισμένη και φειδωλή σε ότι έχει να κάνει με την ικανοποίηση που παράγει. Κανείς μηδενιστής ωστόσο δεν κλείνει την πόρτα αφοριστικά στην πολυμορφία, ενατενίζοντας τις ιδεατές μαύρες δομές που οραματίζεται, καθηλωμένος σε πολυθρόνες αυτοαναφορικότητας, μα επιχειρεί από την κάθε περίσταση να απαλλοτριώσει την μέγιστη απόλαυση, χρωματίζοντας την στον βαθμό του δυνατού με την δική του στοχοθεσία. Αυτή η άποψη όμως δεν συμπίπτει με την εγκατάλειψη οποιασδήποτε προσπάθειας για αναβάθμιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της μηδενιστικής οργάνωσης και επίθεσης, ούτε βέβαια με τον παραγκωνισμό της εμβρίθειας που συνεπάγεται η κατασκευή σταθερών δομών με ατομικιστικά χαρακτηριστικά. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας στο παρόν, εκμεταλλευόμενοι το κάθε δευτερόλεπτο, βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τον τρόπο που διαμορφώνουμε το μέλλον ανακαλύπτοντας και εξελίσσοντας τους εαυτούς μας. Σίγουρα η κατάθεση σκεπτικών γύρω από το ζήτημα μιας ρεαλιστικής οργάνωσης αναρχομηδενιστικών δομών, είναι εξαιρετικά επίκαιρη και θεμιτή πάνω στο μοτίβο της μετεξέλιξης και της διαμόρφωσης των δομών αυτών πάνω στις ιδιοσυγκρασίες που συγκεντρώνονται στο εσωτερικό. Δομές που δεν θα έχουν τον χαρακτήρα ενός άτεγκτου μονόλιθου μα θα αναδιαμορφώνουν συνεχώς το περιεχόμενο και την φύση τους αναλόγως τις επιθυμίες των προσώπων που τις πλαισιώνουν και τον τρόπο που αυτά τείνουν να αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους. Αποδεσμευμένοι από το βάρος της κοινωνικοπολιτικής αξιολόγησης και μετάφρασης την πάντων, βασική πηγή φασιστικοποιήσης και εκφυλισμού των σχέσεων, να οικοδομήσουμε ζωντανές δομές που θα αγκαλιάζουν την πορεία από την ανατολή ως την δύση τους, όπως καθετί όμορφο και φθαρτό.

Για την αέναη εξέγερση, την αναρχική επίθεση και την εγωιστική βούληση προς μια καταστροφή δίχως εγγυήσεις και προοπτική.

Σύμπραξη αναρχικών Memento Mori

Επιλεκτική αντίληψη

Το σκεπτικό αλλά και το συμπέρασμα του κειμένου που ακολουθεί  θεωρώ πως είναι το πλέον απαραίτητο στοιχείο που καλό θα ήταν να έχουν κατά νου όλοι όσοι εκφράζουν την ανάγκη για την δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας .

Αχ αυτή η άγνοια!!!!

Επιλεκτική αντίληψη, αυτή η μάστιγα ….

και για να την διαχειριστής πρέπει να έχεις γνώση τι σου συμβαίνει, απαραίτητη γνώση για να μην είσαι μια διαχειριζόμενη μάζα. Η αντίληψη είναι επιλεκτική διαδικασία – επιλεκτική αντίληψη – διότι οι άνθρωποι έχουν αυξημένη γνώση των ερεθισμάτων που τους ενδιαφέρουν ή ικανοποιούν τις προσωπικές τους ανάγκες. Άρα επιλέγουν αυτό που τους ταιριάζει. Από χιλιάδες μηνύματα, άρθρα, ειδήσεις, εικόνες, θα επιλέξεις τη λέξη, τη θεωρία, την πρόταση, την εικόνα και θα την ερμηνεύσεις με βάση το ποιος «είσαι», πως έχεις «χτιστεί», πως έχεις διαμορφωθεί ως προσωπικότητα και αυτοί που σε «γνωρίζουν» θα σου στείλουν το μήνυμα που θέλεις να ακούσεις και θα επιλέξεις, γιατί είσαι προβλέψιμος, έτσι σε έχουν «κατασκευάσει».

Οι έχοντες την γνώση και τα εργαλεία, στην ψυχολογία, στο Marketing, μπορούν να σε κατηγοριοποιήσουν (μέσα από μετρήσεις, έρευνα, ερωτηματολόγια κλπ) και να σου στείλουν το μήνυμα που από πριν ξέρουν ότι θα σε προσελκύσει.

Πως σώζεσαι από αυτό, μόνο με ΓΝΩΣΗ της κατάστασης σου και ΜΕΛΕΤΗ, όχι απλά διάβασμα, αλλά ΜΕΛΕΤΗ και έρευνα (κουραστικό για κάποιους αλλά μόνο έτσι αγαπητέ/τη δεν είσαι πρόβατο προς σφαγή). Μελέτη με διάθεση να τα ανακαλύψεις και να τα κτίσεις όλα από την αρχή, χωρίς κολλήματα, προκαταλήψεις, με διάθεση να μάθεις, να κρίνεις, έτσι αρχίζεις να ανακαλύπτεις από την αρχή, να αναπτύσσεις κριτική σκέψη, να αποβάλεις διαστρεβλώσεις κλπ κλπ.

Για να μην είσαι λοιπόν άλλη μια κατηγορία, πρέπει να γνωρίζεις τα βασικά!!!

Παράγοντες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν το άτομο:

– Πολιτιστικοί (Κουλτούρα, Υποκουλτούρα, Κοινωνική τάξη, Θρησκεία, Εθνικότητα κλπ)
– Κοινωνικοί (Ομάδες αναφορά-κόμματα-ομάδα ποδοσφαίρου κλπ, Οικογένεια, Ρόλοι και Κοινωνική θέση)
– Προσωπικοί (Ηλικία, Επάγγελμα, Οικονομική Κατάσταση, Τρόπος ζωής, Προσωπικότητα)
– Ψυχολογικοί (Υποκίνηση, Αντίληψη, Μάθηση, Πιστεύω και αξίες κλπ)

Έτσι έχεις κατασκευαστεί από το σύστημα, την κοινωνία που ζεις και έτσι είσαι προβλέψιμος και διαχειρίσιμος.

Ας ξεστραβωθούμε λοιπόν και ας αρχίσουμε να γκρεμίζουμε τις διαστρεβλώσεις και τις αλλοτριώσεις του συστήματος, να μην είσαι μετρήσιμος και προβλέψιμος, να μην ξέρουν τη μήνυμα να σου προβάλουν για να σε κατευθύνουν και να σε διαχειρίζονται. Γιατί η ελευθερία ξεκινάει από τη σκέψη και το μυαλό!!!

Απλά βασικά εργαλεία της ψυχολογίας και του Μάρκετινγκ (και Πολιτικού Μάρκετινγκ).

Σελήνη

“Παιδικές σκέψεις” – Massimo Passamani

από interarma 

 

Ναι, ξέρω, είμαστε όλοι ενάντια στα αξιώματα, στις εγγυήσεις και στις βεβαιότητες. Αλλά, μπορούμε στ’ αλήθεια να ζήσουμε χωρίς να μοιραζόμαστε αυτήν την κατάσταση εναντίωσής μας, χωρίς να εξαρτόμαστε από αυτό το μοίρασμα; Η αναζήτηση ταυτότητας δεν προσανατολίζεται πάντα προς τις μάζες, προς τα μεγάλα πλήθη ακολούθων. Ακόμα και μια μικρή ομάδα μπορεί να γίνει το ασφαλές μας καταφύγιο. Επίσης, η ίδια η άρνηση κάθε ομάδας, κάθε είδους συμμετοχής μπορεί να φτιάξει τη δικιά της αλαζονική, μοναχική ριζοσπαστικότητα, μέσω του παιχνιδιού της αναγνώρισης. Η πεισματάρα μοναχικότητά μου, τρέφεται από αυτό, στο οποίο εναντιώνεται· ακόμα -ή ίσως, πάνω από όλα- τρέφεται από την άσκηση κριτικής.

Το να φαίνεσαι πως εναντιώνεσαι σε κάτι ή κάποιον, που συγκεντρώνει τα υποτιθέμενα χαρακτηριστικά της εξουσίας -σε ένα χαρισματικό άτομο, μια αλήθεια που αποτελεί κοινό τόπο-, δεν είναι πάντα μια πράξη εξέγερσης. Μπορεί να προέρχεται, για παράδειγμα, από την επιθυμία να πάρεις ένα κομμάτι από το φως εκείνου στο/στον οποίο εναντιώνεσαι, γινόμενος ο αρνητής του. Σα να λες: Σας ικετεύω να προσέξετε ότι δεν έχω ηγέτες.

Πιστεύω πως η πραγματικότητα, κατά την οποία κάποιος δε χαίρει κάποιας εκτίμησης (κάτι που ας πούμε έχει αξία και μετράει) -ακόμα και με τη μορφή κάποιου είδους εχθρότητας- από μια ομάδα, παίζει περισσότερο ρόλο στην αποκήρυξη της εξέγερσης από την καταστολή. Και δεν υπάρχει καμιά παραίτηση, που να μην εκφυλίζεται σε αποστροφή, μεταβαλλόμενη γρήγορα σε καινούρια, γεμάτα χολή κοπάδια.

Δύο ή τρεις λέξεις, οι ίδιες, που επαναλαμβάνονται σε μια συνάντηση και να πώς μπαίνουν στη συζήτηση, που πάντα προκύπτει, ελπίζοντας πως θα αντικατασταθούν από άλλες -δύο, τρεις- λέξεις. Εντάξει, είναι όπως λέτε, ίσως το παρατραβάω. Αλλά, δε σας φαίνεται πως όλο αυτό ομογενοποιεί την ομάδα και σκληραίνει τη σκέψη; Ξεκινώντας από τον εαυτό μου, ό,τι λέγεται σε μένα μου φαίνεται πάντα τόσο ασαφές και καθησυχαστικό, που το να το ακούω να επαναλαμβάνεται συνεχώς ειλικρινά με ενοχλεί.

H εμβάθυνση των συντροφικών σχέσεων θα έπρεπε να σημαίνει την ανάδυση των διαφορών (αλλιώς, σε τι βασίζουμε τη συντροφικότητα;). Δεν αποφεύγει κάποιος την ομοιογένεια (το γεγονός πως κάποιοι αναρχικοί χρησιμοποιούν αυτήν τη λέξη με θετικό πρόσημο, κάνει το κεφάλι μου να γυρίζει) αρνούμενος τα συνέδρια, τις κάρτες μέλους και τις άλλες ωμά επίσημες σταθερές.

Οι μηχανισμοί -διστάζω να πω οι ρυθμοί, αλλά ίσως στην πραγματικότητα πρόκειται για ρυθμούς- οι ρυθμοί, λοιπόν, συμμετοχής και συμβιβασμού στρεσάρουν τη ζωή μας πέρα από κάθε όριο. Το να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, όπως το έθεσε ο Lessing, δεν είναι ποτέ το αποτέλεσμα.

Τι θα ήταν το πάθος για δημιουργία, αν δε μας οδηγούσε ποτέ στην καταστροφή; Τι θα ήταν, αν μας έκανε να αγκυροβολήσουμε στο ρόλο του καταστροφέα;

Ο Gottfried Benn έχει πει πως όποιος αγαπάει τα συντρίμμια αγαπάει και τα αγάλματα. Και όσον αφορά τα αγάλματα, ο Benn έγινε κατανοητός.

Ίσως είναι το άγχος για το μέλλον, που μετατρέπει τα άτομα σε μαριονέτες μιας ομάδας. Η σκέψη για τη ζωή θέλει μια σταθερή βάση. Η υπακοή και ο υπολογισμός ζουν υπό το κέλευσμα ενός αιώνιου αύριο.

Δε μας δίνουν, όμως, οι ιδέες -ως συμπυκνώσεις της γλώσσας- την αίσθηση του χρόνου;

Η περίσκεψη γεννιέται μόνο όταν η επιθυμία χλωμιάζει. Το να ζεις τη στιγμή, την αμεσότητα της ύπαρξης στο έπακρο, σημαίνει πως δεν έχεις μέλλον, δεν έχεις χρόνο, δεν έχεις ιδέες;

Αν αξίζει στο όλον να καταρρεύσει (είναι δυνατόν;), τότε παραμένει μόνο το «γιατί με ικανοποιεί, γι’ αυτό».

Τόσα πολλά ακροβατικά για να ανακαλυφθεί αυτό, που τα παιδιά ήξεραν από πάντα.

Η έννοια της αμοιβαιότητας -σε καμιά περίπτωση ένα ηθικό καλό, σε καμιά περίπτωση ένα καθήκον- είναι ίσως, στην πραγματικότητα, μια σχέση μεταξύ παιδιών.

Από το Cane Nero

Μετάφραση: Le Misanthrope

Περισσότερα κείμενα του Massimo Passamani στη μπροσούρα “More, much more” (στα αγγλικά)

Αναρχία σημαίνει ενάντια στην εξουσία, τον φασισμό και την πατριαρχ… oh, wait!

το είδα στο http://en-tropi.org/

Εκάτη & Frodoo γράφουν,
Προειδοποίηση για triggering σε σχέση με βιασμό/σεξουαλική κακοποίηση/έμφυλη βία/σεξισμό

 

Μια αφίσα για ένα φεστιβάλ οικονομικής στήριξης σε συλληφθέντες αντιφασίστες ανακινεί, μάλλον επίτηδες, θαμμένες ιστορίες στις μνήμες του αντιεξουσιαστικού/αναρχικού κινήματος στη Γαλλία. Ιστορίες που τραυμάτισαν τα άτομα που τις βίωσαν και που είχαν αντίκτυπο στις ζωές τους. Έθεσαν επίσης σε προβληματισμό τον κόσμο που τις έμαθε. Η αφίσα η ίδια, η επιλογή του καλλιτέχνη που τη δημιούργησε, αλλά και η αντίδραση στη μετέπειτα κριτική που έγινε, είναι ενδεικτικές των πατριαρχικών λογικών/λόγων/νοοτροπιών, αλλά και των πατριαρχικών τρόπων οργάνωσης, αναπαράστασης και απεικόνισης που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και μέσα στα αντιεξουσιαστικά/αναρχικά/αυτόνομα κινήματα. Και όχι μόνο στη Γαλλία.

Η αφίσα απεικόνιζε έναν άντρα και μια γυναίκα. Φαινομενικά, αυτό μοιάζει να είναι ίση εκπροσώπηση των φύλων, έτσι δεν είναι; Χμ, μόνο αν ακολουθήσουμε την καθεστωτική ρητορική ότι τα φύλα είναι δύο. Ρητορική η οποία δυστυχώς είναι κυρίαρχη στις κοινωνίες που ζούμε, ακόμα και εντός των α/α/α κινημάτων, τα οποία στην πλειοψηφία τους φαίνεται να αποδέχονται τη ρητορική περί διπολικότητας των φύλων χωρίς αμφισβήτηση και προβληματισμό.

Ένας άντρας και μια γυναίκα, λοιπόν. Οι δύο κυρίαρχες έμφυλες ταυτότητες. Καμία εκπροσώπηση των ανθρώπων που δεν χωρούν σε κάποιο από τα δύο κουτάκια, των ανθρώπων που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες ή ως άντρες και που διεκδικούν μια άλλη ή καμία έμφυλη ταυτότητα.

Τα δύο υποκείμενα που εκπροσωπούνται στην αφίσα φαίνεται να προσαρμόζονται αρκετά καλά στα υπάρχοντα έμφυλα στερεότυπα. Τα ρούχα και ο σωματότυπος της γυναίκας εστιάζουν στο φύλο της μέσα από την αναπαραγωγή κυρίαρχων προτύπων για το «γυναικείο σώμα» και το «γυναικείο ντύσιμο»: φοράει φούστα, τονίζονται τα στήθη της και είναι αρκετά πιο κοντή από τον άντρα. Παράλληλα, ο άντρας που απεικονίζεται στην αφίσα ακολουθεί επίσης το κυρίαρχο πρότυπο για το πως πρέπει να είναι ένας άντρας: φοράει παντελόνι, έχει απλό, άνετο ντύσιμο και είναι αρκετά πιο ψηλός από τη γυναίκα. Δεν θεωρούμε κανένα από τα εν λόγω χαρακτηριστικά των δύο υποκειμένων προβληματικά από μόνα τους, ούτε και σε συνδυασμό μεταξύ τους. Θεωρούμε όμως πως είναι προβληματική η απεικόνιση του κυρίαρχου διπολικού στερεοτύπου, μέσα από το οποίο αναπαράγονται δύσκαμπτες αντιλήψεις σε σχέση με τις έμφυλες ταυτότητες και τους έμφυλους ρόλους, χωρίς μάλιστα να αφήνεται χώρος για οποιεσδήποτε ταυτότητες ή εμπειρίες πέρα από αυτό το κυρίαρχο δίπολο. Μια τέτοια απεικόνιση είναι ιδιαίτερα προβληματική, λαμβάνοντας υπόψη ότι εκφράζεται στο συγκεκριμένο πλαίσιο των πατριαρχικών κοινωνιών στις οποίες ζούμε και δρούμε. Είναι ακόμα πιο προβληματική άμα λάβουμε υπόψη ποιος είναι ο δημιουργός της αφίσας, το ιστορικό του όσον αφορά την άσκηση έμφυλης βίας, αλλά και την αμετανόητη θέση του (θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε πιο κάτω).

kauto-mouni-molotof

Η αφίσα, πέρα από το ότι συντηρεί έμφυλους αποκλεισμούς εντός της δυιστικής αντίληψης των φύλων, αναπαράγει και τη λογική ότι η βία είναι το μόνο μέσο ενάντια στον φασισμό, αφού τα δύο υποκείμενα είναι εξοπλισμένα για μάχη, κάτι που δεν χρειάζεται για ένα φεστιβάλ μουσικής που σκοπό έχει να μαζέψει χρήματα για συλληφθέντες συντρόφους. Αναγνωρίζουμε πως συχνά οι περιστάσεις είναι τέτοιες όπου η χρήση βίας είναι αναπόφευκτη ή/και δικαιολογημένη. Τέτοιες απεικονίσεις όμως είναι συχνές στον α/α/α χώρο γενικά. Όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στην Κύπρο και αλλού. Επίσης εκτός από αχρείαστη, μια τέτοια προώθηση είναι συνυφασμένη με το πρότυπο μιας κυρίαρχης αρρενωπότητας, η οποία είναι αρκετά διαδεδομένη στον α/α/α και ιδιαίτερα στον αντιφασιστικό χώρο. Η βία και τα ένοπλα μέσα στις πατριαρχικές κοινωνίες που ζούμε είναι ιδιότητα και εργαλεία που εκφράζουν και εκφράζονται από αρρενωπές ταυτότητες: οι άντρες πάνε στον στρατό, οι άντρες εκπαιδεύονται σε πιο βίαιες και επιθετικές συμπεριφορές. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη αφίσα η γυναίκα που απεικονίζεται έχει επίσης όπλα μαζί της δεν αναιρεί, ούτε απειλεί αυτή την έκφραση κυρίαρχης αρρενωπότητας, αφού στις σύγχρονες πατριαρχικές κοινωνίες, οι γυναίκες μπορούν και υιοθετούν αρρενωπούς ρόλους. Οι ρόλοι αυτοί όμως θεωρούνται αντρικοί και στα άτομα που τους επιτελούν αποδίδονται αρρενωπές ιδιότητες («λεβεντιά», «παλικαριά» κλπ). Η συγκεκριμένη αφίσα, αλλά και γενικότερα τέτοιες απεικονίσεις, δεν απειλούν, ούτε ανατρέπουν, ούτε αποδομούν τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί αρρενωπότητας, αλλά μάλλον ταυτίζονται μαζί τους. Όπως φαίνεται, η αντιεξουσιαστική αντίληψη, στην προκειμένη περίπτωση, φτάνει μόνον ως εκεί, έχοντας τη ψευδαίσθηση πως επιτυγχάνεται έτσι μια ίση εκπροσώπηση των δύο (κυρίαρχων) φύλων. Αγνοώντας πως η απόδοση κυρίαρχων αρρενωπών ιδιοτήτων σε μια γυναίκα δεν ενδυναμώνει απαραίτητα τις γυναίκες, ούτε εγγυάται την ίση εκπροσώπησή τους, όπως και οι άντρες. Έτσι και αλλιώς, στην αφίσα, ο άντρας είναι εκείνος που κρατά τον αναμμένο πυρσό, προτάσσει το χέρι του και φαίνεται ενεργό υποκείμενο. Η γυναίκα, παρά τη φαινομενικά ίση εκπροσώπησή της με τον άντρα, διατηρεί μιαν αδρανή στάση σώματος (στέκεται απλά, με το ένα χέρι στη μέση και με το άλλο χέρι να στηρίζει το ρόπαλο στην πλάτη της) και η αυτενέργειά της είναι ανύπαρκτη.

Νομίζω ότι το φαντάστηκε το όλο πράγμα. Καλά, είναι απλά μια τρελή σκύλα. Κοίτα, γλυκιά μου.  Η ταξική πάλη είναι η πιο σημαντική..όλα τα υπόλοιπα απλώς μας διαιρούν. Δεν είναι τόσο άσχημα όσο τα λες πάντως. -Δεν είναι συντροφ@ μου-

Όπως είπαμε όμως και πιο πάνω, το πιο προβληματικό είναι η επιλογή του δημιουργού της εν λόγω αφίσας. Την ίδια ώρα που οι διοργανωτ@ του φεστιβάλ δεχόντουσαν έντονη κριτική από διάφορες οργανώσεις σε αρκετές σελίδες αντιπληροφόρησης και φόρουμ σε σχέση με τον σεξισμό της αφίσας, ένα άρθρο στο indymedia Παρισιού αποκαλύπτει ότι ο άντρας στον οποίο ανατέθηκε ο σχεδιασμός της αφίσας και ο οποίος συμμετέχει στον α/α/α χώρο, είναι γνωστό πως έχει βιάσει τουλάχιστον μία γυναίκα. Οι πρώτες αποκαλύψεις για τον βιασμό αυτόν έγιναν το 2010. Εδώ θεωρούμε σημαντικό να αναφέρουμε ότι οι διοργανωτ@ 2 μήνες μετά (!) την αποκάλυψη και μόλις 1 βδομάδα πριν το φεστιβάλ δήλωσαν απλά ότι δεν γνώριζαν ότι ο σχεδιαστής ήταν βιαστής και ότι «ο καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον φεμινισμό». Με αυτές τις δηλώσεις ουσιαστικά είπαν ότι η αφίσα για αυτ@ δεν έχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Τελικά, έβγαλαν μια νέα αφίσα και ανακοίνωσαν ότι το φεστιβάλ, που «είναι για καλό σκοπό», θα διεξαχθεί. Καμία ανάληψη πολιτικής ευθύνης για το λάθος που έκαναν και καμία απολογία για το ότι ανάθεσαν σε έναν βιαστή να σχεδιάσει ένα από τα σημαντικότερα μέσα προώθησης του φεστιβάλ.

Όπως είπαν, δεν ήξεραν ότι ο άντρας στον οποίο ανάθεσαν τον σχεδιασμό της αφίσας του φεστιβάλ είχε βιάσει τουλάχιστον μία γυναίκα. Το γεγονός και μόνο ότι δεν το ήξεραν, ενώ κείμενα της γυναίκας που μιλούσαν για την εμπειρία του βιασμού της από τον συγκεκριμένο άντρα είχαν κυκλοφορήσει καιρό μέσα στον α/α/α χώρο, είναι ενδεικτικό του πόσο σοβαρά παίρνουν οι ίδ@ τα έμφυλα ζητήματα ή του πόσο προβάλλονται τα έμφυλα ζητήματα μέσα στα α/α/α κινήματα. Ας δεχτούμε όμως ότι μπορεί να μην είναι ευθύνη τους που δεν το ήξεραν. Θα μπορούσαν να παρακολουθούν τα έμφυλα ζητήματα και πάλι να τύχαινε να μην το μάθαιναν, ίσως. Μεγαλύτερο θέμα είναι ότι ακόμη και αφότου το έμαθαν, αφότου τους ασκήθηκε κριτική, αντί να αναγνωρίσουν το λάθος τους και να δείξουν αλληλεγγύη στη συγκεκριμένη γυναίκα, αλλά και στους αγώνες ενάντια στην έμφυλη βία γενικότερα, η στάση τους ήταν μάλλον αμυντική, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τους εαυτούς τους, αλλά, κυρίως, προσπαθώντας να ακυρώσουν ή να μειώσουν την εμπειρία της συγκεκριμένης γυναίκας. Είπαν πως θα έπρεπε να επιβεβαιώσουν αν οι κατηγορίες που αφορούν τον εν λόγω άντρα για βιασμό ευσταθούν και κανόνισαν συνάντηση μαζί της για αυτό, βάζοντας τη γυναίκα αυτή σε μια θέση εξέτασης, αγνοώντας μάλιστα πως με αυτόν τον τρόπο, η ίδια έπρεπε να αναβιώσει μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία. Σε ποια μορφή αλληλεγγύης άραγε άτομα που μαρτυρούν ότι έχουν βιώσει βία και καταπίεση αναγκάζονται σε εξέταση για να γίνουν πιστευτά;

Λένε πως το φεστιβάλ είναι για καλό σκοπό αφήνοντας να εννοηθεί ότι… ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Παράλληλα, υποβιβάζουν τα θέματα του βιασμού, του σεξισμού και της έμφυλης βίας σε ζητήματα… προσωπικής αντίληψης (αν ο φεμινισμός ήταν θέμα προσωπικής αντίληψης, όπως είπαν, τότε και τα θέματά του θα ήταν επίσης… ζητήματα προσωπικής άποψης), αφαιρώντας την πολιτική του διάσταση και ακυρώνοντας τις εμπειρίες όχι μόνο της γυναίκας που κατήγγειλε τον βιασμό της από τον συγκεκριμένο άντρα, αλλά και κάθε ατόμου που βίωσε βιασμό/σεξουαλική παρενόχληση. Ακόμα, αναπαράγουν μια κυρίαρχη λογική ιεράρχησης των θεμάτων που προκύπτουν σε μιαν κοινωνία, σύμφωνα με την οποία κάποια ζητήματα (σε αυτήν την περίπτωση ο φασισμός) είναι πιο σημαντικά από άλλα (σε αυτήν την περίπτωση, η έμφυλη βία). Κατά την ίδια λογική, κάποιοι κινηματικοί αγώνες
(σε αυτήν την περίπτωση ο αντιφασισμός) είναι πιο σημαντικοί από άλλους (φεμινιστικοί αγώνες/αγώνες ενάντια στην έμφυλη βία).

Η συναίνεση είναι... εθελοντική, νηφάλια, ενθουσιώδης, λεκτική, μη-εξαναγκασμένη, συνεχόμενη, ενεργής, ειλικρινής. Απουσία συναίνεσης = Βιασμός

Το 2010 η γυναίκα που βιάστηκε από τον εν λόγω άντρα και η οποία είναι συντρόφισσα στον α/α/α χώρο δημοσίευσε 3 μισοτελειωμένα άρθρα με τον τίτλο «Πόσες φορές κάθε 4 χρόνια;» αναφερόμενη στις φορές που ανάβαλλε επί 4 χρόνια να μιλήσει ανοιχτά για τον βιασμό της. Αναβολές που οφείλονταν στο φόβο ότι, αν μιλούσε για αυτόν, οι συντροφ@ της θα την αντιμετώπιζαν, στην καλύτερη περίπτωση, ως μια «μικρή κοπελίτσα» που απογοητεύτηκε επειδή την άφησε ο γκόμενός της που είναι γνωστός στον κινηματικό χώρο, ειδικά στις καταλήψεις και στα φεστιβάλ και είναι τραγουδιστής ενός αναρχοπάνκ συγκροτήματος. Η γυναίκα αυτή αποφάσισε τελικά να μιλήσει για τον βιασμό που έζησε στα 18 της (το 2000) όταν, μετά από συναυλία του εν λόγω συγκροτήματος, πήγε στο σπίτι της μαζί με τον τραγουδιστή. Εκείνη κάποια στιγμή του είπε ότι δεν ήταν έτοιμη να έχει την πρώτη της σεξουαλική επαφή και ότι ήθελε να σταματήσουν. Εκείνος συνέχισε αγνοώντας την. Όταν την επόμενη μέρα ξύπνησαν και ενώ εκείνη ήθελε να συζητήσουν αυτά που είχαν γίνει, εκείνος της είπε ότι «έπρεπε να φύγει με το γκρουπ» και έφυγε [1]. Ακολούθησε μια περίοδος άγχους, με εξετάσεις για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα σύνδρομα υγείας και τεστ εγκυμοσύνης. Όλες αυτές τις διαδικασίες και το άγχος, η γυναίκα αυτή, όπως πολλά άλλα άτομα που έχουν βιώσει βιασμό/σεξουαλική παρενόχληση/άλλη μορφή έμφυλης βίας, τα πέρασε μόνη της, αφού δεν είχε το θάρρος να μιλήσει για τον βιασμό της. Η ίδια μιλά επίσης για τον φόβο που ένιωθε όταν σκεφτόταν τον βιασμό της. Το 2004 έκανε μια προσπάθεια να γράψει κάτι και να το δημοσιεύσει, αλλά τελικά το άφησε. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και το 2008, αλλά πάλι το άφησε. Το 2010, όταν έμαθε ότι ο άντρας που τη βίασε είχε προβλήματα και με την τότε συντρόφισσά του, την οποία πιθανόν βίασε επίσης, αποφάσισε και μίλησε. Πρώτα στις φίλες της και σε άτομα του αναρχοφεμινιστικού χώρου στον οποίο συμμετείχε και αργότερα δημοσίευσε τα κείμενά της στη σελίδα αντιπληροφόρησης infokiosques.net.

Τα παραπάνω δεν αφορούν, βέβαια, μόνο τα α/α/α κινήματα στη Γαλλία, αφού τέτοια περιστατικά συμβαίνουν – μάλλον – παντού. Η εξιστόρηση της γυναίκας αυτής δεν αποτελεί μόνο έκφραση των συναισθημάτων της, αλλά και κριτική στα α/α/α κινήματα και στις πατριαρχικές δομές που διατηρούνται εντός τους. Διαβάζοντας, λοιπόν, τα κείμενά της μπορεί κάποι@ να διακρίνει τους έντονους προβληματισμούς της γύρω από τη ζωή και τη λειτουργία των καταλήψεων, αλλά και τον τρόπο που ένα άτομο αντιμετωπίζεται μέσα σε αυτές, ανάλογα με το φύλο του. Τα συναισθήματα και η ανάλυση στην μαρτυρία της είναι απόψεις προερχόμενες από μια γυναίκα που βίωσε και βιώνει τον α/α/α χώρο συμμετέχοντας ενεργά σε αυτόν. Οι εμπειρίες της δεν είναι κάποια εξαίρεση, αλλά παρόμοιες εμπειρίες βίωσαν, βιώνουν και θα βιώσουν και άλλα άτομα μέσα στον α/α/α χώρο, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε όλ@ ότι ο αντισεξισμός και οι αγώνες ενάντια στις πατριαρχικές δομές πρέπει να είναι αναπόσπαστα μέρη των α/α/α κινημάτων και το ίδιο σημαντικά όπως όλοι οι υπόλοιποι αγώνες.

Η συντρόφισσα αναφέρει ότι σε μερικές α/α/α καταλήψεις/χώρους ένιωσε ότι μια γυναίκα, για να είναι ορατή και να μπορεί να έχει φωνή εντός τους, θα πρέπει να κάνει σεξ με κάποιον από τους άντρες που συμμετέχουν εκεί ή να είναι πολύ όμορφη (σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη περί «ομορφιάς»), προκειμένου να τη βλέπουν (αλλά χωρίς κατανάγκη να την ακούν ή να τη λαμβάνουν σοβαρά υπόψη). Η ίδια λέει ότι αντιλήφθηκε πολλές φορές να αλλάζει ο τρόπος που την αντιμετώπιζαν (και όχι μόνο εκείνη, αλλά και άλλες γυναίκες) τα υπόλοιπα άτομα μέσα σε μιαν α/α/α κατάληψη/χώρο αφότου είχε κάνει σεξ με κάποιον. Δηλαδή, ακόμα και μέσα σε α/α/α χώρους, μια γυναίκα αποκτά υπόσταση μόνο μέσα από τη σχέση της με έναν άντρα. Οι ίδιες οι γυναίκες, ως αυτόνομα και αυτενεργά πρόσωπα, φαίνεται να αντιμετωπίζονται από κάποι@ εντός του κινήματος σαν μη άξιες ιδιαίτερου σεβασμού, παρά μόνο εάν και εφόσον συσχετιστούν με κάποιον άντρα. Οι γυναίκες, μέσα στα α/α/α κινήματα, όπως και μέσα στην υπόλοιπη κοινωνία, συχνά χρειάζεται να αποδείξουν ότι αξίζουν σεβασμό. Για κάποι@, μια γυναίκα αξίζει σεβασμό όταν τη συστήσει ένας άντρας. Για κάποι@, μια γυναίκα έχει υπόσταση μέσα σε έναν χώρο, όταν είναι σεξουαλικά ενεργή (προσδίδοντάς της κάποια χρηστική αξία). Και για κάποι@, μια γυναίκα είναι ορατή μόνον όταν μπορεί να θεωρηθεί (με βάση τα ισχύοντα κοινωνικά στερεότυπα και πρότυπα) ότι είναι όμορφη (αισθητική αξία). Και όλα αυτά μέσα σε ένα κίνημα, το οποίο διεκδικεί κατά τα άλλα αυτονομία για όλ@. Για αυτόν τον λόγο, η συντρόφισσα ξεκαθαρίζει ότι στόχος της και αγώνας της είναι η δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία να μην χρειάζεται, ούτε η ίδια ούτε οποιαδήποτε γυναίκα, τις απόψεις των αντρών για την ύπαρξή της. Μια κοινωνία όπου όλα τα άτομα, ανεξαρτήτως φύλου, είναι σεβαστά. Ακόμα, τονίζει ότι δεν θέλει πλέον να πρέπει να αποδείξει ότι είναι wonderwoman για να τη σέβονται. Ούτε να ακολουθεί πρότυπα για το πώς πρέπει να είναι προκειμένου να τη σέβονται. Θέλει να μπορεί η ίδια, όπως και το οποιοδήποτε άτομο, να είναι ντροπαλό, ρομαντικό και ό,τι άλλο θέλει/του βγαίνει.

Τέτοια γεγονότα δεν περιορίζονται βέβαια σε καμία περίπτωση στη Γαλλία. Ας μην έχουμε αυταπάτες. Αυτά τα θέματα τα συναντάμε σε οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή υπάρχουν πατριαρχικές κοινωνίες και α/α/α κινήματα και η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση. Στην Κύπρο μάλιστα ίσως είναι ακόμα πιο δύσκολα τα πράματα, αφού δεν υπήρξαν ποτέ φεμινιστικές ή κουίαρ α/α/α ομάδες.

Συναντάμε, για παράδειγμα, πολλές φορές και εντός των α/α/α κινημάτων στην Κύπρο κριτικές για το πως ντύνεται ή εκφράζεται κάποι@, ότι «δεν ταιριάζει σε αναρχικ@». Λες και το να θέτεις τέτοια όρια στο κάθε άτομο δεν είναι στέρηση ελευθερίας. Λες και υπάρχει κάποιο αναρχόμετρο και μετράμε και κάποι@ είναι κάτω από το επιτρεπτό όριο ή ακόμη και εγχειρίδιο τρόπου έκφρασης και ντυσίματος και μπορεί κάποι@ να μην το τηρεί σωστά.

Την ίδια στιγμή που κρίνονται τα πιο πάνω, δεν ακούμε τσιμουδιά για τον σεξιστικό λόγο που κυριαρχεί στα συνθήματα ή/και σε κείμενα διάφορων α/α/α ομάδων. Ένας λόγος που χρησιμοποιεί το σεξ ως τιμωρητικό σε πάρα πολλά συνθήματα (π.χ. «θα σας γαμήσουμε») και εκφέρεται υποτιμητικά για τις γυναίκες (π.χ. «μπάτσοι μουνιά»). Ταυτόχρονα, τα παραπάνω συνθήματα, αφίσες, μιμς κλπ εκφράζουν άντρες. Σπάνια είναι ορατές οι γυναίκες και σχεδόν (;) ποτέ άλλα φύλα. Παράλληλα, επικρατεί μια αδιαφορία για τις προσπάθειες που γίνονται από διάφορες συλλογικότητες/ συντρoφ@ να αντικαταστήσουμε στα κείμενα και στην καθημερινότητα το κυρίαρχο αρσενικό γένος με άλλες καταλήξεις και αντωνυμίες που να μην περιθωριοποιούν, ούτε να διαγράφουν έμφυλες ταυτότητες. Προσπάθειες που αποσκοπούν στο να αποβληθεί ο σεξιστικός λόγος από τις ζωές μας, καθώς και στο να αναγνωριστούν οι υπάρξεις, οι φωνές και οι εμπειρίες των υπόλοιπων φύλων ή α-φύλων, συμπεριλαμβανομένων και όσων δεν εμπίπτουν στο δίπολο «άντρας-γυναίκα». Οι δικαιολογίες σε αυτές τις συζητήσεις είναι του τύπου «δεν φαίνεται από τη γλώσσα αν είμαστε σεξιστές ή όχι, άρα γιατί να το κάνουμε; Με το να αλλάξουμε τον τρόπο που γράφουμε/μιλούμε δεν θα σταματήσει να υπάρχει σεξισμός/πατριαρχία, έτσι κι αλλιώς». Παράλληλα βέβαια κάποι@ θα μπορούσε να ρωτήσει, «με το να βάζουμε αλφάδια σε πανό δεν δημιουργούμε κάποια αναρχική κοινωνία, ούτε σταματάμε την κοινωνική καταπίεση, άρα για ποιο λόγο τα βάζουμε;». Γιατί είμαστε τόσο πρόθυμ@, ως κινήματα, να αναπαράγουμε τον κυρίαρχο έμφυλο λόγο και νιώθουμε ότι πρέπει να τον υπερασπιστούμε; Η άλλη δικαιολογία είναι «μα η γλώσσα δεν είναι σεξιστική», αγνοώντας έτσι παντελώς ότι η γλώσσα διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες και βέβαια τις αντανακλά.

Ο φεμινισμός στον α/α/α χώρο, όπως και στην υπόλοιπη κοινωνία, είναι ταμπού. Όταν δηλώνεις φεμινίστρια, πολλ@ σε κοιτάνε περίεργα. Ακόμα πιο περίεργα όταν δηλώνεις φεμινιστής. Ως φεμινίστρια, ακούς άκυρα σχόλια του στυλ «μα είσαι φεμινίστρια και μαγειρεύεις;», «κάνε σεξ να σου περάσει», «προσπαθείτε να καταπιέσετε τους άντρες», «είστε ευνουχίστριες» κλπ. Ως φεμινιστής ακούς επίσης άκυρα σχόλια όπως «η κοπέλα σου σε κάνει ό,τι θέλει», «ευνουχίστηκες» κλπ. Οι υποθέσεις για τον σεξουαλικό προσανατολισμό των φεμινιστ@ είναι επίσης συχνές και συνήθως συνοδεύονται από ομοφοβικά σχόλια.

Ένα άλλο συχνό δείγμα των ριζωμένων πατριαρχικών δομών εντός των α/α/α κινημάτων είναι η μη αναγνώριση του αντρικού προνομίου. Για παράδειγμα, σε συνελεύσεις του χώρου συνηθίζεται να μιλούν μόνο ή συχνότερα οι άντρες, επειδή μιλούν πιο δυνατά κι έντονα. Αναγνωρίζουμε πως οι περισσότεροι δεν το κάνουν σκόπιμα συνήθως. Μέσα από την κοινωνικοποίησή τους στις πατριαρχικές κοινωνίες που ζούμε, οι άντρες έμαθαν να εκφράζονται έτσι. Μπορούν όμως και οι ίδιοι να καταβάλουν προσπάθεια να το αναγνωρίσουν και να δουλέψουν προκειμένου να το αλλάξουν και να αφήνουν χώρο έκφρασης για όλ@.

Επίσης, συχνά, κατά τον καθορισμό τόπου και χρόνου συνελεύσεων ή/και δράσεων δεν λαμβάνονται υπόψη ανάγκες που μπορεί να έχουν τα παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο αποκλείονται γυναίκες που είναι μητέρες, αφού συνήθως οι μητέρες έχουν τις πιο πολλές ευθύνες που αφορούν τη φροντίδα των παιδιών (ναι, αυτό συμβαίνει και με τα παιδιά του α/α/α χώρου…).

Η έμφυλη βία είναι ταμπού επίσης. Άμα εγείρονται τέτοια ζητήματα, συνήθως η απάντηση, ειδικά αν αφορά άντρα του χώρου, είναι ότι «είναι προσωπικά σας αυτά. Δεν μας αφορούν». Το προσωπικό είναι πολιτικό, όμως, όπως επανειλημμένα λέμε οι φεμινιστ@. Η έμφυλη βία είναι άσκηση εξουσίας και αυτό είναι ανάγκη να αναγνωρίζεται, ιδιαίτερα μέσα σε κινήματα τα οποία ασκούν κριτική στην εξουσία.

Ε, και άμα τα πράματα είναι τόσο δύσκολα για τις γυναίκες στο χώρο, που να μιλήσουμε για άτομα που αυτοπροσδιορίζονται έξω από δυιστικές αντιλήψεις περί έμφυλων ταυτοτήτων… Τα ίντερσεξ άτομα, τα άφυλα άτομα, τα τρανς άτομα, τα gender-queer άτομα, τα gender-bender άτομα, τα gender non-conforming άτομα, τα gender-neutral άτομα και όλα τα άτομα που δεν χωρούν στα κουτάκια «άντρας»/«γυναίκα» είναι βασικά ανύπαρκτα για τα και μέσα στα α/α/α κινήματα. Προφανώς, δεν νιώθουν άνετα ή/και ασφάλεια να υπάρξουν ή να εκφράσουν τις ταυτότητές τους μέσα σε αυτά. Και αυτό είναι ξεκάθαρα αποτυχία των α/α/α κινημάτων. Και είναι κάτι που ως αντιεξουσιαστ@, αναρχικ@ και αυτόνομ@ έχουμε ευθύνη να δουλέψουμε για να αλλάξει.

emfulo

Υπάρχουν πολλές νόρμες και στερεότυπα, ακόμα και εντός των α/α/α κινημάτων, που χρειάζεται να αποδομήσουμε προκειμένου να μπορούμε να κινηθούμε προς μια κοινωνία ελεύθερη, αυτόνομη, στη βάση της αλληλεγγύης και όπου το κάθε πρόσωπο θα σέβεται την ελευθερία και την αυτονομία τ@ άλλ@. Τα α/α/α κινήματα δεν είναι υπεράνω πάσης υποψίας όσον αφορά την άσκηση διακρίσεων και εξουσίας. Μέχρι σήμερα, τα ζητήματα έμφυλων ανισοτήτων είναι θαμμένα με δικαιολογίες όπως «δεν είναι της ώρας», «υπάρχουν πιο επείγοντα θέματα να λύσουμε», «είναι ξεπερασμένα, αφού τα πράματα είναι καλύτερα σε σχέση με παλιά», «είναι υπερβολές των φεμινιστριών που θέλουν να ευνουχίσουν τους άντρες» ή «οι φεμινιστικές διεκδικήσεις χωρίζουν και διασπούν το κίνημα». Δυστυχώς όμως η αλήθεια είναι ότι οι πατριαρχικές δομές είναι ορατές και βαθιά ριζωμένες ακόμα και μέσα στα α/α/α κινήματα και αυτό είναι κάτι που πρέπει να δουλέψουμε για να αλλάξει, χωρίς να βρίσκουμε δικαιολογίες, αν ο πραγματικός στόχος μας είναι να διεκδικήσουμε αυτονομία και ελευθερία για όλ@. Και αυτή η αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν αποβάλουμε πρώτα οι ίδι@ αυτά τα στοιχεία από πάνω μας. Όσ@ συνεχίζουν να κουβαλάνε μαζί τους αυτά τα στοιχεία και φανερώνουν είτε αδιαφορία, είτε μη θέληση για αλλαγή, πρέπει να μη νιώθουν άνετα να υπάρχουν και να δρουν μέσα στα α/α/α κινήματα. Τουλάχιστον όχι χωρίς να αλλάξουν και να δουλέψουν τ@ εαυτ@ τους, με τον ίδιον τρόπο που κάποι@ καπιταλιστ@ ή εθνικιστ@ ή ρατσιστ@ δε νιώθει άνετα να προσεγγίσει τα α/α/α κινήματα.

Στην περίπτωση του σχεδιαστή της αφίσας στη Γαλλία, ο οποίος έχει βιάσει μια τουλάχιστον γυναίκα, μια κατάληψη έκλεισε την πόρτα της και δεν του επέτρεψε να μπει μετά τη δημοσίευση των κειμένων με τη μαρτυρία της γυναίκας που βίασε. Πολλές συλλογικότητες που συνεργάζονταν για αφίσες ή και συναυλίες τον περιθωριοποίησαν και πλέον δεν του ζητούν τίποτε, δείχνοντας έτσι ότι τέτοιες συμπεριφορές και πατριαρχικές εξουσίες δεν έχουν καμία θέση στα α/α/α κινήματα.

Εμείς ας προσπαθούμε όπως μπορούμε προκειμένου σεξιστ@, τρανσφοβικ@, ομοφοβικ@, βιαστ@ να μη νιώθουν άνετα να δρουν και να υπάρχουν μέσα στα α/α/α κινήματα. Για τη δική μας ουτοπία, όπου σεξιστικές, τρανσφοβικές, ομοφοβικές, μισογυνιστικές συμπεριφορές, αντιλήψεις, νοοτροπίες και πρακτικές δεν θα χωρούν. Κατά τον ίδιο τρόπο που δεν χωρούν ρατσιστικές, εθνικιστικές και φασιστικές συμπεριφορές, αντιλήψεις, νοοτροπίες, πρακτικές. Μέχρι την κατάλυση κάθε εξουσιαστικής δομής, συμπεριλαμβανομένων και των πατριαρχικών δομών.

Η  επανάσταση θα είναι διαθεματική [2] αλλιώς δεν είναι η επανάστασή μου. Τέρμα στον μονοθεματικό ακτιβισμό. Υπάρχει μόνο ένα είδος αγώνα και αυτός είναι ο δικός μας, συλλογικός αγώνας.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Εντροπία και μετάφραση από scintilla.

[1] Δεν θεωρούμε ότι για να είναι πιστευτή η καταγγελία οποιουδήποτε ατόμου πρέπει να περιγράφονται λεπτομέρειες για το πως έγινε ο βιασμός. Ο μόνος λόγος που παραθέτουμε τέτοιες λεπτομέρειες είναι επειδή επικρατεί γενικά μια αντίληψη ότι ένας βιασμός για να αναγνωριστεί ως τέτοιος πρέπει να συμπεριλαμβάνει κάποια στοιχεία, όπως ξυλοδαρμός, επίθεση στον δρόμο από άγνωστο κλπ. Θεωρούμε πως είναι σημαντικό να σταματήσει να υπάρχει αυτή η αντίληψη και να γίνει κατανοητό ότι υφίσταται βιασμός όταν απουσιάζει η συναίνεση, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και από συντρόφους είτε είναι πολιτικοί σύντροφοι ή/και σεξουαλικοί/ερωτικοί.

[2] Η «διαθεματικότητα» είναι η κινηματική προσέγγιση κατά την οποία όλα τα στοιχεία (τάξη, φύλο, ταυτότητα φύλου, σεξουαλικός προσανατολισμός, μεταναστευτικό υπόβαθρο, εθνοτική καταγωγή, αναπηρία ή ικανότητα κοκ) λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση ενός θέματος που αφορά δομές καταπίεσης. Για παράδειγμα, μια μαύρη γυναίκα επιχειρηματολογεί ότι η καταπίεση που υφίσταται δεν μπορεί να κατανοηθεί ξεχωριστά. Δεν μπορεί, δηλαδή, η καταπίεση ότι είναι μαύρη άνθρωπος και η καταπίεση ότι είναι γυναίκα να προσεγγισθεί και να κατανοηθεί ανεξάρτητα, αλλά σε συνδυασμό.

[3] Το @ χρησιμοποιείται στη θέση έμφυλων καταλήξεων, όταν το υποκείμενο είναι γενικό, προκειμένου να μην αναπαράγουμε πατριαρχικές δομές στη γλώσσα, οι οποίες θέτουν ένα φύλο (ή στην «καλύτερη» περίπτωση δύο φύλα) και τα άτομα που το (τα) εκφράζουν στην κορυφή της έμφυλης πυραμίδας, αποσιωπώντας, περιθωριοποιώντας και αποκλείοντας άλλα (εκτός από τα κυρίαρχα, δηλαδή) φύλα, καθώς και τα άτομα που εκφράζονται στα φύλα αυτά.